Εξόριστοι (Κεφάλαιο 20)

Φάνης

Ο Φάνης περίμενε την Drite ακουμπισμένος πάνω στον ξεφτισμένο σοβά της πολυκατοικίας. Κάπνιζε σιωπηλός, σκεφτικός. Όλη η προηγούμενη σκηνή τον είχε επηρεάσει πολύ αρνητικά. Μέχρι τότε λογάριαζε στην υποστήριξη και στη βοήθεια της μάνας του και τώρα ξαφνικά ένιωθε ξεκρέμαστος. Χωρίς να ξέρει γιατί, είχε γεμίσει με ντροπή και αισθήματα ενοχής, προσπαθώντας να προσδιορίσει τον δικό του ρόλο στην όλη κατάσταση. Έστυβε το μυαλό του για να καταλάβει αν έκανε αυτός κάπου λάθος, αν η κατάντια της οικογένειάς του οφείλονταν σε κάτι που είχε κάνει λάθος.

Ήπιε μια γερή γουλιά από το μπουκάλι μπύρας που κρατούσε. Αν και ήταν συνηθισμένος στο αλκοόλ, το ποτό τον είχε πειράξει, ζαλιζόταν. Έφταιγε όλο αυτό το συσσωρευμένο άγχος, η πίεση και όλα τα αντικρουόμενα συναισθήματα απέναντι στους γονείς του. Προσπαθούσε να καταστείλει αυτά τα συναισθήματα, με αποτέλεσμα να νιώθει θυμό και θλίψη, αισθανόταν πως βίωνε έναν μικρό θάνατο, μια απώλεια.

Μια παρέα από χαρούμενους εφήβους πέρασαν από μπροστά του χειρονομώντας και γελώντας δυνατά. Ο Φάνης έστρεψε αλλού το βλέμμα του, δεν άντεχε να βλέπει τόση ευτυχία μαζεμένη. Από τη χαμηλή πόρτα, ξεπρόβαλλε η φιγούρα της Drite. Έσβησε βιαστικά τη γόπα που κρατούσε, ήπιε με μια μεγάλη ρουφηξιά την μπύρα του και πήγε κοντά της.

Μόλις τον είδε ξαφνιάστηκε, με όλα αυτά είχε ξεχάσει το ραντεβού της. Η αλήθεια ήταν πως δεν είχε καμιά διάθεση να συνεχίσει το βράδυ της με τον Φάνη, μα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς πια. Σε τι θα διέφερε άραγε εκείνος από όλους τους άλλους; Δεν είχε κάνει ποτέ της κάποια σχέση, δεν έτυχε, μα ούτε και το επεδίωκε. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός της, ένιωθε πως τα αγόρια δεν είχαν τίποτα παραπάνω να της προσφέρουν από μια ηλίθια αίσθηση ρομαντζάδας την οποία απεχθάνονταν. Κατά ένα περίεργο και εγωιστικό λόγο, απέφευγε και τις πολλές συναναστροφές με τους συμπατριώτες της. Θεωρούσε πως οι περισσότεροι είχαν συμβιβαστεί με την όλη κατάσταση, είχαν συγχωνευτεί σε αυτό το τεράστιο χωνευτήρι, είχαν αλλοιωθεί και αφομοιωθεί με τον ντόπιο πληθυσμό, χάνοντας ουσιαστικά την ταυτότητά τους.

Ήταν μωρό ακόμα όταν πέρασε παράνομα τα σύνορα για πρώτη φορά στην αγκαλιά της μάνας της, χειμώνα καιρό, με χιόνια που έφταναν σε σημεία το ένα μέτρο. Όπως αργότερα της έλεγε ο πατέρας της, αρκετοί από τους συντρόφους τους δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν. Μετανάστρια δεύτερης γενιάς, ένα όρος που σιχαινόταν, γιατί στα αυτιά της ηχούσε ως πολίτης τρίτης χώρας, ανεπιθύμητη, που στερούνταν πολλές φορές ακόμη και τα αυτονόητα δικαιώματά της. Η απογοήτευση και η διάψευση των προσδοκιών της φτάνοντας σε αυτή τη χώρα την έκαναν να συνειδητοποιήσει πως δεν αποτελούσε τον ιδανικό τόπο, τον παράδεισο όπως τον θεωρούσαν, και πως η ζωή της δε θα ήταν τόσο εύκολη όσο ήλπιζε.

Θύμα εκμετάλλευσης από εργοδότες που την καταδίκαζαν σε ανασφάλιστη και κακοπληρωμένη εργασία, δε συνάντησε ποτέ την επιζητούμενη θετική υποδοχή. Ο ρατσισμός, οι προκαταλήψεις και η περιφρόνηση είχαν συνθέσει ένα τραυματικό περιβάλλον, που της γέννησε πίκρα και αρνητικά συναισθήματα. Βάλλονταν από παντού, την πολεμούσαν, την κατέκριναν και την κορόιδευαν μδ κάθε ευκαιρία, σε καθημερινή βάση.

Μόνο η ενασχόλησή της με την πυγμαχία της είχε δώσει μια νέα ώθηση, έναν λόγο να συνεχίσει. Στο πρόσωπο του προπονητή της έβαζε τον πατέρα που έχασε νωρίς, μα και που ποτέ δεν υπήρχε στην πραγματικότητα. Αντιμέτωπος με τη φτώχεια και την ανέχεια, στράφηκε προς το έγκλημα, μα ήταν κάτι που δεν του το συγχώρεσε ποτέ. Πολλοί ήταν εκείνοι που είχαν οικονομικό πρόβλημα, μα κατάφεραν να επιβιώσουν χωρίς να χρειαστεί να παραβιάσουν τους νόμους. Ο προπονητής της ήταν πάντα εκεί, για να της μάθει να επιβιώνει, σκληρός μα δίκαιος, αυστηρός μα πάντα εκεί.

Όπως και να είχε όμως, δεν είχε σκοπό να μείνει για πάντα εκεί, η ιδέα πως κάποια στιγμή θα ερχόταν η ώρα που θα φύγει την καθησύχαζε κάπως.

Μα μόλις σήκωσε το κεφάλι της και αντίκρισε το θλιμμένο και χαμένο βλέμμα του Φάνη αναθεώρησε. Κάτι στα μάτια του της φάνηκε αληθινό, χωρίς ίχνος κακίας. Μια απογοήτευση που ταίριαζε στο μελαγχολικό του πρόσωπο, μια ειλικρίνεια που δεν είχε ξαναδεί, έκανε κάτι μέσα της να σπάσει και ένιωσε ξαφνικά μια ιδιαίτερη συμπάθεια στο μοναδικό ίσως άτομο μετά τη μητέρα της που της στάθηκε.

Στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον σαστισμένοι για λίγο, όντας αμήχανοι. Πρώτη έσπασε τη σιωπή η Drite.

-Ήρθες τελικά;

-Δε θα το έχανα με τίποτα αυτό το ραντεβού, της είπε χαμογελώντας.

-Γιατί;

-Είμαι πολύ περίεργος να δω πώς διασκεδάζεις. Μου έχεις εξάψει τη φαντασία.

Έσκυψε το κεφάλι της και προσπάθησε πολύ να μη χαμογελάσει. Την ακολούθησε με το βλέμμα του.

-Τι; τη ρώτησε. Θα ορκιζόμουν πως ήθελες να χαμογελάσεις.

Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Το σκίρτημα και το μούδιασμα στα άκρα ήταν αμοιβαίο, μα και οι δυο ένιωσαν ταυτόχρονα τρομερά άβολα.

-Τι λες, πάμε; του είπε η Drite.

 Ηλίας Στεργίου