Παιχνίδι Εμπιστοσύνης (Κεφάλαιο 16)


Ο Ρικ με τη Ζωή και τη Σιμόν ακολουθούν τον Λαρς έξω απ’ τα σύνορα του Ντάνβιλ, σ’ έναν απόμερο δρόμο με δάσος τριγύρω. «Πού πάει;» αναρωτιέται η Ζωή. Ξαφνικά πετάγεται μπροστά τους η Μέριλιν και κουνάει τα χέρια της, τρομοκρατημένη, να σταματήσουν το αυτοκίνητο.
Σταματάνε το αυτοκίνητο, ενώ ο Λαρς έχει ήδη εξαφανιστεί μπροστά. Οι τρεις τους έχουν κοκαλώσει, βλέποντας τη Μέριλιν, με σκισμένα ρούχα και ανακατεμένα μαλλιά και μελανιές στο σώμα της. Ο Ρικ αμέσως βγαίνει και την πλησιάζει αργά προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αν βλέπει σωστά.
«Ρικ…» ψιθυρίζει η Μέριλιν με δάκρυα στα μάτια και τρέχει στην αγκαλιά του και τον φιλάει. Η Ζωή έχει μείνει άφωνη και κοιτιέται με την σοκαρισμένη Σιμόν. Ο Ρικ την αγκαλιάζει και αρχίζει να κλαίει στα χέρια της. Η Σιμόν κι η Ζωή βγαίνουν απ’ το αυτοκίνητο και την πλησιάζουν. Η Μέριλιν τρέχει και της αγκαλιάζει, κι οι τρεις τους κλαίνε από συγκίνηση.
«Δε το πιστεύω, Μέριλιν, είσαι ζωντανή! Δε το πιστεύω!» λέει η Σιμόν. «Τι συνέβη;» ρωτάει η Ζωή, σαστισμένη. «Πάμε σπίτι και θα τα πούμε, πρέπει να ‘σαι πολύ κουρασμένη» της λέει ο Ρικ και αρχίζουν το ταξίδι της επιστροφής.
«Δε μπορείτε να φανταστείτε τι πέρασα, παιδιά» αρχίζει να τους εξιστορεί στο αυτοκίνητο η Μέριλιν πίνοντας νερό από ένα μπουκαλάκι, «Όταν είχαμε στη φάρμα, μου είχε έρθει ένα γράμμα από κάποιον ‘Κ’ να πάω τη Τετάρτη των αρραβώνων σ’ ένα ελικοδρόμιο τα μεσάνυχτα. Αρχικά δεν έδωσα σημασία, αλλά μετά μου έστελνε μηνύματα ότι αν δεν πάω θα σκοτώσει τον Ρικ. Εκεί άρχισα να φοβάμαι κι έτσι αποφάσισα να πάω. Ζήτησα απ’ τον Μάρτιν να με πάει, δεν ήθελα να σου πω τίποτα, Ρικ, γιατί δεν ήθελα να σ’ ανησυχήσω αν ήταν φάρσα.»
Κι οι τρεις την κοιτούν μ’ ενδιαφέρον αλλά και καχύποπτα. «Έτσι λοιπόν, φτάσαμε στο ελικοδρόμιο. Αρχίσαμε να περπατάμε, και ξαφνικά κάποιος με μια λευκή μάσκα και λευκή κουκούλα εμφανίστηκε μπροστά μου. Ο Μάρτιν είχε πάει στο αυτοκίνητο να πάρει τον φακό του. Πριν το καταλάβω αυτός ο μασκοφόρος με είχε χτυπήσει και με απήγαγε. Όταν ξύπνησα ήμουν σε κάποια αποθήκη στο δάσος, δεμένη σε καρέκλα. Πρέπει να ‘ταν κι άλλος μασκοφόρος, μου κλείσανε τα μάτια και άκουγα μόνο φωνές» λέει η Μέριλιν.
«Αναγνώρισες κάποια γνώριμη φωνή;» ρωτάει η Σιμόν. «Ναι, νομίζω. Πρέπει ο ένας να ήταν ο Τομ ενώ ο άλλος ψιθύριζε, δεν ήμουν σίγουρη αν ήταν γυναίκα» λέει καθώς φτάνουν έξω από το σπίτι του Ρικ και της Μέριλιν. Η Σιμόν φαίνεται εκνευρισμένη αλλά το καλύπτει μ’ ένα χαμόγελο. Ο Ρικ βγαίνει με τη Μέριλιν και τους χαιρετάει. Η Ζωή κοιτάει τη Σιμόν, η οποία ξεκινάει το αυτοκίνητο. «Πίστεψες τίποτα απ’ όσα είπε;» ρωτάει η Ζωή κι η Σιμόν κουνάει το κεφάλι, θυμωμένη.
Μπαίνουν στο σπίτι, ο Ρικ με την Μέριλιν, η οποία το βλέπει άνω-κάτω με σπασμένα πράγματα παντού. «Παναγία μου, μας ληστέψανε!» φωνάζει η Μέριλιν. «Όχι, όχι, εγώ το κανα. Έχασα λίγο τον έλεγχο, ήμουν συντετριμμένος με τον θάνατο του Τομ…» της εξηγεί ο Ρικ κι αυτή τον αγκαλιάζει και τον φιλάει. Αυτός αποτραβιέται διακριτικά κι αρχίζει να μαζεύει.
«Σου ‘λειψα;» ρωτάει η Μέριλιν. «Εννοείται, εσύ τι λες;» της λέει. «Λυπάμαι για τον Τομ, Ρικ…αλλά καταλαβαίνεις πώς είναι όταν χάνεις τον έλεγχο» του λέει κι αυτός θυμώνει λίγο. «Μέριλιν, κανείς από μας δεν πιστεύει ότι ο Τομ σε απήγαγε. Ήταν προφανές ότι τον παγίδεψαν» της λέει κι αυτή φαίνεται μπερδεμένη. «Μα δεν τον βρήκανε στη στολή αυτή;» ρωτάει εκείνη.
«Ναι, φαινόταν σαν είναι το Φάντασμα, αλλά…» πάει να πει ο Ρικ κι αυτή τον αγκαλιάζει. «Ξέρω, Ρικ, ποιος θα το περίμενε; Όταν εμπιστεύεσαι κάποιον χρόνια και ξαφνικά κάνει κάτι τέτοιο...αρνείσαι να το πιστέψεις. Αλλά δε ξέρεις ποτέ τι μπορεί να έχει ο άλλος στο μυαλό του» του λέει η Μέριλιν, κι αυτός βγάζει τα χέρια της από πάνω του.
«Όχι, Μέριλιν, ο Τομ ποτέ δε θα κανε κάτι τέτοιο. Δεν έδειξε ποτέ σημάδια τέτοια» της λέει κι αυτή κοιτάει στο πάτωμα ενοχικά. «Είναι κάτι που δε σου είχα πει, Ρικ, αλλά τώρα πλέον δεν έχει νόημα να το κρύψω» του λέει κι αυτός κοιτάει ανήσυχος.
Κάθονται στο σαλόνι, κι αυτή παίρνει μια βαθιά ανάσα και του λέει: «Όταν αρχίσαμε να βγαίνουμε εσύ και εγώ, είχα κάτι παράλληλο με τον Τομ. Καθαρά σεξουαλικό, αλλά μάλλον αυτός αισθανόταν κάτι παραπάνω, Ρικ. Συγνώμη…» του λέει, δακρυσμένη, κι ο Ρικ κουνάει το κεφάλι του με βουρκωμένα μάτια. «Δε ξέρω αν μπορώ να το πιστέψω αυτό…δεν…» λέει αυτός και σηκώνεται και κοιτάει απ’ την άλλη. «Και δεν ήταν ο μόνος» συνεχίζει η Μέριλιν, κι αυτός γυρνάει, συγκλονισμένος.
Πριν την αφήσει να μιλήσει, πηγαίνει στο συρτάρι και βγάζει την κάρτα που συνόδευε τα τριαντάφυλλα που είχε στείλει ο Ντον στη Μέριλιν. Της την δείχνει κι αυτή γνέφει, λυπημένη. «Ήταν μόνο μια φορά, Ρικ. Είχε έρθει όταν ήσουν με τον Τομ στο σινεμά. Πίναμε κρασί και το ένα έφερε το άλλο, και κάναμε έρωτα» του λέει κι ο Ρικ σοκαρίζεται. «Τι σου είπε ο ίδιος;» τον ρωτάει.
«Δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω γιατί τον σκότωσε η μητέρα μου» της λέει. Αυτή μένει με το στόμα ανοιχτό και πάει να τον αγκαλιάσει, αλλά αυτός την απορρίπτει. «Πήγαινε να κάνεις ένα μπάνιο να χαλαρώσεις. Έχω να τακτοποιήσω το σπίτι.» της λέει.
«Ελπίζω να με συγχώρεσεις, Ρικ. Όπως σε συγχώρεσα για τη Ζωή» του λέει κι ο Ρικ την κοιτάει με γουρλωμένα μάτια. «Ναι, το ήξερα μήνες πριν τον αρραβώνα μας. Νόμιζες ότι θα κρυβόσασταν για πάντα; Αλλά δεν είπα κάτι, γιατί σ’ αγαπούσα. Κι ακόμα σ’ αγαπάω και το έβαλα σκοπό της ζωής μου να σε κάνω να θες μόνο εμένα» του λέει και πηγαίνει στο μπάνιο. Ο Ρικ ζαλίζεται και πάει στο μπουφάν του και παίρνει δυο χάπια και ξεφυσάει.
Την επόμενη μέρα, λέει τα νέα στη μητέρα του, η οποία ανασηκώνεται, έκπληκτη, και χαμογελάει. «Και πώς νιώθεις, αγάπη μου;» τον ρωτάει. Αυτός φαίνεται μπερδεμένος. «Δε ξέρω, χάρηκα που είναι ζωντανή αλλά…μου αποκάλυψε διάφορα πράγματα που έκανε και…» σταματάει ο Ρικ και πιάνει το κεφάλι του.
«Αν σου λέει αλήθειες, Ρικ, τότε είναι καλό σημάδι. Ίσως να έχει μετανιώσει πραγματικά και θα ‘ταν καλό να της δώσεις μια ευκαιρία τώρα που την ξαναβρήκες. Αλλά είναι πάνω σου αυτό. Ίσως ήρθε επιτέλους η ώρα, Ρικ, να επιλέξεις μεταξύ της και της Ζωής. Μια και καλή» του λέει κι αυτός συμφωνεί με βαριά καρδιά.

ΣταύροςkS