Βρικόλακες με το ζόρι (Μέρος 3)

    «Είσαι σοβαρός; Πάλι τρως από σακουλάκι αιμοδοσίας;» η φωνή του Μάξιμους ακούστηκε επικριτική από τη μία άκρη του δωματίου. Ο Χένρι στριφογύρισε τα μάτια του απηυδησμένος. Είχε βαρεθεί να τον ακούει να μιλά για το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά.
            «Ναι, αδερφέ. Και θα σε παρακαλούσα να με αφήσεις να τελειώσω, γιατί έχω να φάω τρεις μέρες».
            «Γιατί; Δεν είχαν απόθεμα στο νοσοκομείο που λεηλατείς;» σάρκασε ο μεγαλύτερος από τους δύο άνδρες. 
        «Σκάσε, Μάξιμους. Εσύ χάνεις που δε δοκιμάζεις. Μου αρέσει να το βλέπω σαν… κοκτέιλ!» είπε ο Χένρι. «Άσε που οι ετικέτες χρησιμεύουν και ως εφημερίδες, με τόσα που γράφουν πάνω τους» συμπλήρωσε πειρακτικά.
    Ο Μάξιμους εκνευρίστηκε. Ναι, βάλ’ του και ομπρελίτσα, σκέφτηκε. Ο αδερφός του ήταν αδιόρθωτος.
            «Φεύγω. Εμένα μου αρέσει το γεύμα μου να τρέχει και να φωνάζει τρομαγμένο, πριν καταλήξει στο στομάχι μου». Κίνησε να φύγει, με την κάπα του να ανεμίζει επιβλητικά πίσω του.
            «Προφυλάξεις να πάρεις» φώναξε ο Χένρι, για να ακουστεί. «Το AIDS θερίζει στις μέρες μας!»
            Χασκογέλασε μόνος του και συνέχισε να πίνει μικρές και απολαυστικές γουλιές από το… ποτό του.

Angelina S.