Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

1.11.17

Η συνέχειά σου (Νικητήριο Διήγημα Διαγωνισμού)


Οι πρώτες Τετάρτες της σεζόν είναι αφιερωμένες στα διηγήματα του Λογοτεχνικού Διαγωνισμού τού Moonlight Tales. Τις ιστορίες των πρώτων δέκα νικητών θα μπορείτε να τις βρείτε στο περιοδικό του Moonlight Tales, που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό, ενώ τα άλλα πέντε, θα δημοσιευθούν εδώ. Το παρακάτω διήγημα κατέχει την 8η θέση.

Άρθρο 1457 Αστικού Κώδικα: Η τεχνητή γονιμοποίηση μετά τον θάνατο του συζύγου ή του άνδρα, με τον οποίο η γυναίκα συζούσε σε ελεύθερη ένωση, επιτρέπεται με δικαστική άδεια μόνο εφόσον συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις:
Α) Ο σύζυγος ή ο μόνιμος σύντροφος της γυναίκας να έπασχε από ασθένεια που συνδέεται με πιθανό κίνδυνο στειρότητας ή να υπήρχε κίνδυνος θανάτου του.
Β) Ο σύζυγος ή ο μόνιμος σύντροφος της γυναίκας να είχε συναινέσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και στη μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση.
Η τεχνητή γονιμοποίηση διενεργείται μετά την πάροδο έξι μηνών και πριν από τη συμπλήρωση διετίας από τον θάνατο του άνδρα.

Πάντοτε μισούσα τους ανθρώπους που μεμψιμοιρούν. Πίστευα ότι κάθε πρόβλημα έχει και τη λύση του και έτσι δεν άφηνα κανένα δικό μου πρόβλημα άλυτο. Φρόντιζα πάντα να παίρνω τη ζωή στα χέρια μου και ν’ αλλάζω ό,τι με δυσαρεστεί, να μάχομαι για ό,τι ονειρεύομαι.
Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα που δε θέλω να λύσω. Είναι το τρωτό σημείο στον κατά τ’ άλλα δυναμικό χαρακτήρα μου. Είναι η αδυναμία που δεν τολμώ να φανερώσω σε κανέναν, από φόβο μην έρθω αντιμέτωπη με σχόλια τύπου «το ‘χει χάσει». Σε κανέναν δε μίλησα για την απόφασή μου πριν την υλοποιήσω. «Νοσηρό» θα μου έλεγαν. Όχι δε θα το έλεγαν απλώς. Θα το ούρλιαζαν, θα γούρλωναν τα μάτια και θα με κοιτούσαν με θυμό και τρόμο μαζί!
Στη σκέψη και μόνο αυτής της εικόνας νιώθω ότι πνίγομαι. Σηκώνομαι απότομα απ’ το κρεβάτι και πλησιάζω την μπαλκονόπορτα του μικρού μας στούντιο. Με μια κίνηση του χεριού μου ανοίγω την κουρτίνα και αφήνω τα φώτα του κάστρου Φερακλού να διώξουν απ’ το μυαλό μου κάθε δυσάρεστη σκέψη.
Το φεγγαρόφωτο πλημμυρίζει το δωμάτιο απ’ το μικρό άνοιγμα της κουρτίνας. Φοβάμαι μην ξυπνήσουν οι δυο φίλες μου και γυρίζω ν’ αναζητήσω τα πρόσωπά τους. Εκείνες, όμως, βρίσκονταν σε ύπνο βαθύ, μιας και το στοίχημα που είχαν βάλει ν’ ανακαλύψουν κάθε γωνιά της Ρόδου μέσα σε μόλις δέκα μέρες ήταν αρκετά απαιτητικό και κουραστικό. Όχι βέβαια αρκετά κουραστικό για να μη μου γκρινιάζουν που δεν τους ακολουθούσα στα ξέφρενα πάρτι και στα κλαμπ που πήγαιναν κάθε νύχτα στο Φαληράκι.
Η αλήθεια είναι ότι πάντοτε με κούραζε η πολυκοσμία. Για την ακρίβεια με αποδυνάμωνε σαν ένα παράσιτο που μπαίνει μέσα μου και μου ρουφάει την ενέργεια. Το ίδιο παθαίνω κι όταν γνωρίζω νέους ανθρώπους, κυρίως άντρες. Όταν πρέπει να τηρηθεί εκείνο το πρωτόκολλο της πρώτης συνάντησης ή του πρώτου ραντεβού. Ξέρετε, είναι όταν πρέπει να βρίσκετε συνεχώς κάτι να συζητήσετε για ν’ αποφύγετε την αμηχανία ή όταν πρέπει να ρωτήσεις τον άλλον πώς πέρασε την ημέρα του και πώς πήγε τελικά η τάδε δουλειά που είχε να κάνει. Ξέρω ότι αυτά υπαγορεύουν οι κανόνες ευγενείας, αλλά μόνο εμένα ενοχλεί το παράδοξο και υποκριτικό αυτών των ερωτήσεων; Εννοώ, τι μας νοιάζει τι συνέβη στη ζωή ενός ξένου;
Ανοίγω τη βαλίτσα μου, ψηλαφώ στα σκοτεινά τα ρούχα μου, διαλέγω το πρώτο φόρεμα που εντοπίζω και το φορώ. Προσέχοντας πάντα να μην κάνω φασαρία, ξεγλιστρώ έξω απ’ το δωμάτιο, με σκοπό να κατευθυνθώ στην παραλία, που είναι μισό χιλιόμετρο περίπου μακριά. Ακόμα και οι σκέψεις μου μέσα σ΄ εκείνο το δωμάτιο νιώθω ότι λογοκρίνονται.
Είναι η τελευταία μας νύχτα στο Χαράκι της Ρόδου και στο νησί γενικότερα. Ο Αύγουστος τελειώνει, μαζί το καλοκαίρι και οτιδήποτε άλλο έπρεπε να έχει τελειώσει από καιρό. Ήταν ένα καλοκαίρι διαφορετικό απ’ τα άλλα, ένα καλοκαίρι που επισφράγισε φιλίες χρόνων. Πάντοτε οι ακραίες αποφάσεις μάς φέρνουν αντιμέτωπους με αποκαλύψεις που μας σοκάρουν. Σχέσεις δοκιμάζονται κι εσύ επαναξιολογείς τους ανθρώπους γύρω σου.
Τρεις η ώρα τη νύχτα και στο χωριό επικρατεί απόλυτη ησυχία. Παίρνω το μονοπάτι προς την παραλία Αγάθη και αφήνω τον εαυτό μου να σκεφτεί, ανακουφισμένη πια με την ελευθερία μου αυτή. 
Και αρχίζω να αναρωτιέμαι. Γιατί άραγε δε θ’ απολάμβανα το ίδιο αυτήν τη βόλτα με τα κορίτσια; Θα ένιωθα ενοχικά ακόμα και για τις σκέψεις μου, σίγουρα. Εκείνες πάλι θα με ρωτούσαν συνεχώς πώς τα πάω με τον Γιάννη που μου γνώρισαν πριν από δυο μήνες κι εγώ θα έπρεπε να τις επιβεβαιώνω ότι όλα πάνε τέλεια και είμαι πολύ ερωτευμένη μαζί του, μόνο και μόνο για να τις πείσω ότι ξεπέρασα τον θάνατο του Μιχάλη.
Ξεκίνησε από μια απλή συμβουλή του στιλ «Αρκετά τον έκλαψες έναν χρόνο. Η ζωή είναι μπροστά σου και είσαι πολύ νέα» για να καταλήξει σε σκληρή κριτική «Ίσως θα έπρεπε να απευθυνθείς σε κάποιον ειδικό, για να σε βοηθήσει. Δεν είναι φυσιολογικό να εμμένεις σ’ ένα φάντασμα για τόσο καιρό». Και το έβλεπα στα μάτια τους, όταν με κοιτούσαν. Έβλεπα τον οίκτο, την ανησυχία, την αγανάκτηση που δεν ακολουθούσα τον τρόπο ζωής που μου υποδείκνυαν και που δεν αντιδρούσα όπως θα ήθελαν. Πολύ περισσότερο έβλεπα έναν τοίχο να υψώνεται μπροστά τους κάθε φορά που με κοιτούσαν αυστηρά ή όταν ξεφυσούσαν κι αλληθώριζαν σε κάθε μου αναφορά στ’ όνομά του. Έναν τοίχο που δε μου επέτρεπε να νιώσω ασφαλής και να πω όσα με απασχολούσαν.
Όπου πηγαίναμε, ξαφνικά εμφανιζόταν και κάποιος φίλος γνωστών τους, που μου τον σύστηναν ενθουσιασμένες. Έπειτα, δια μαγείας εξαφανίζονταν όλοι και έμενα μόνη μαζί του να υποχρεούμαι ν’ ανταπεξέλθω στο τυπολατρικό των νέων γνωριμιών. Και δεν μπορώ να πω. Μπορεί σε κάποιους να φαινόταν ξεκάθαρα ότι έχουν αποστηθίσει κάποιον οδηγό για το πώς να σε ρίξουν απ’ το πρώτο ραντεβού κι οτιδήποτε κι αν έλεγαν να φαινόταν ανούσιο και καταναγκαστικό έργο, όμως, υπήρχαν και κάποιοι που σου επέτρεπαν να χαλαρώσεις χωρίς να νιώθεις την πίεση ότι όλα οδεύουν σε κάποιο σκοπό. Αυτοί απολάμβαναν το τώρα κι ήταν, μπορώ να πω, ασυνήθιστα ενδιαφέροντες κι ελκυστικοί.
Ακόμη κι αυτοί, όμως, κάποια στιγμή άρχιζαν να εκδηλώνουν πιο ερωτικές διαθέσεις, όπως ο Γιάννης. Κι ενώ δεν μπορώ να του προσάψω ούτε βιασύνη ούτε λάθος χειρισμούς, το αποτέλεσμα για το πώς μ’ έκανε να νιώθω έμενε το ίδιο ενοχλητικό. Ακόμα και δυο μήνες μετά, ακόμα κι αν ήταν τόσο υπομονετικός κι ευγενής στις κινήσεις του, ακόμη κι αν είχαμε τόσα κοινά, δεν έπαυε να μ’ εξουθενώνει κάθε φορά που ήταν γύρω μου, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Ήταν ξένος. Όλοι ήταν ξένοι.
Μόνο εκείνος ήταν οικείος απ’ την πρώτη μέρα που τον γνώρισα. Μόνο η δική του αύρα μ’ αγκάλιασε αμέσως, γεμίζοντάς με μ’ ενέργεια κι όμορφα συναισθήματα. Ποτέ δεν έκατσα να σκεφτώ πριν μιλήσω μαζί του. Ποτέ δεν υπήρξε αμήχανη σιωπή πριν τη μετάβαση απ’ το ένα θέμα στο άλλο. Για την ακρίβεια, τα λόγια μας ξεχείλιζαν σαν καταρράκτες κάθε φορά που μιλούσαμε ακόμη και στα πρώτα ραντεβού. Οι ώρες κυλούσαν σαν ένα φύλλο που κυλάει σε ρυάκι και τίποτα δε διακόπτει το ταξίδι του. Αυτή είναι η διαφορά του με όλους. 
Πολύ περισσότερο, εκείνος ήταν ο μόνος που μπορούσε να με κάνει να υποχωρώ και να παραβλέπω τα ελαττώματά του. «Όλοι έχουν ελαττώματα» λένε, εγώ όμως δε βρίσκω τον λόγο να τ’ ανεχτώ σε οποιονδήποτε. Για εκείνον όμως ο λόγος ήταν προφανής. Ποτέ δε χρειάστηκε να προσπαθήσω για εκείνον. Ό,τι έκανα, ό,τι έδινα κι ό,τι θυσίαζα γινόταν επειδή το ήθελα, αυθόρμητα κι όχι βάσει στρατηγικού πλάνου.
Αν γνώριζα κάποιον σαν εκείνον, θα το ένιωθα αμέσως. Δε χρειάζεται να προσπαθήσω γι’ αυτό. Δε χρειάζεται ν’ ανοίξω την πόρτα εγώ ούτε να κλείσω πρώτα κάποια άλλη. Αν ήταν το ίδιο δυνατό, θα την έσπαγε μόνο του και δε θα μου άφηνε επιλογή. Δεν ευσταθούν οι κατηγορίες των γύρω μου ότι δεν προχωρώ, ότι εμμένω στο παρελθόν κι ότι δεν αφήνω τίποτε άλλο να μπει ξανά στη ζωή μου.
Ίσως και να ισχύει, βέβαια. Ίσως να είναι επιλογή να μη θέλω να συμβιβαστώ με κάτι λιγότερο απ’ όσα ένιωσα τότε. Ίσως, οι αναμνήσεις μου απ’ όσα έζησα τότε να είναι ικανές να με γεμίσουν περισσότερο απ’ ό,τι κάποιος άλλος. Ίσως να νιώθω ήδη πλήρης. Ίσως να μην έχω ανάγκη κανέναν άλλον. Κι ειδικά σήμερα, ίσως να είμαι κι ευτυχισμένη.
Σήμερα έμαθα ότι θα είναι αγόρι. Περιμένω τον γιο του Μιχάλη. Το μυαλό μου συνεχώς προσπαθεί να σχηματίσει τη μορφή του σ’ ένα διάφανο χαρτί κολλημένο πάνω απ’ τη φωτογραφία του πατέρα του. Να ‘χει άραγε τ’ αμυγδαλωτά μάτια του, τα σαρκώδη χείλη του; Το βλέμμα του θα διεισδύει στο δικό μου, όπως εκείνου, με την ίδια τρυφερότητα και λαχτάρα; Θα ‘χει άραγε τις ίδιες αξίες κι ευαισθησίες μ’ εκείνον; Θα με καταλαβαίνει όπως εκείνος; Θα με καταλάβει, όπως εκείνος;
Δεν είμαι η χτυπημένη απ’ τη μοίρα που έχασα τον άνθρωπό μου, ενώ ήμουν ήδη έγκυος, για να είμαι συμπαθής. Είμαι η εγκληματίας που επέλεξε να καταδικάσει ένα παιδί να γεννηθεί ορφανό. Αυτό είμαι κατά τη γνώμη των φίλων μου. Είμαι η αρρωστημένη, είμαι η εγωίστρια, είμαι η ψυχοπαθής. Ενάμιση χρόνο μετά απ’ τον θάνατό του, μένω έγκυος στο παιδί του μέσω ενός κρυοσυντηρημένου γενετικού υλικού. Ενάμιση χρόνο μετά θα έπρεπε να έχω λογικευτεί. Αντιθέτως, είμαι ψυχικά ασθενής κι αρνούμαι να το αποδεχτώ και να το αντιμετωπίσω, με αποτέλεσμα να κάνω φρικαλέα λάθη. Κι αυτή είναι η επιεικής άποψη των γύρω μου.
Για τους πιο κυνικούς, όμως, δεν είμαι καθόλου ψυχικά ασταθής και καθόλου παράλογη. Αντιθέτως, είμαι πονηρή και συμφεροντολόγα. Είμαι αυτή που χρησιμοποίησε τις γνώσεις της απ’ τη νομική για να μπορέσει να εξασφαλίσει μια σεβαστή περιουσία για χάρη της μέσω ενός παιδιού. Αυτή που δεν πρόλαβε να εξασφαλιστεί μέσω ενός γάμου ή μιας εγκυμοσύνης εγκαίρως και γι’ αυτό προέβη σε κάτι τόσο ακραίο για τα δεδομένα της μικρής μας κοινωνίας. Είμαι πολύ περισσότερο αυτή που στεκόταν στο πλάι του Μιχάλη στα τελευταία στάδια του καρκίνου, αποβλέποντας μόνο σε αντάλλαγμα μια γραπτή του συγκατάθεση σε μια μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση. Αυτό είμαι μόνο για τους δικούς του και για πολλούς άλλους. 
Ήμουν αποφασισμένη να το κάνω απ’ την πρώτη στιγμή, αλλά ο νόμος δε μου επέτρεπε να φερθώ επιπόλαια κι υπό το κράτος του πένθους και της ταραχής. Και όταν ακόμη παρήλθε το χρονικό περιθώριο απαγόρευσης απ’ τον νόμο, είχα τους γονείς μου να παλεύουν να μου αλλάξουν γνώμη, να προσπαθούν να με πείσουν να εξαντλήσω τα χρονικά περιθώρια.
Όταν πέρασε ενάμισης χρόνος, ήμουν πια αποφασισμένη. Δε μίλησα σε κανέναν όμως. Φοβόμουν ότι οι αντιρρήσεις τους, ο θυμός τους κι οι κατηγορίες τους εις βάρος μου θα δημιουργούσαν μια αρνητική ενέργεια και δε θα πετύχαινε η τεχνητή γονιμοποίηση. Ήταν παρανοϊκός συλλογισμός, το ξέρω, αλλά φοβόμουν όσο τίποτε άλλο. Αλήθεια, πόσες πιθανότητες επιτυχίας να υπήρχαν; Έτρεμα από φόβο μην ακούσω ότι απέτυχε. Ακόμα και τώρα, κάθε στιγμή φοβάμαι μη συμβεί κάτι και χαθεί το μόνο πράγμα που μ’ ενώνει μαζί του, που με κρατάει ζωντανή. Χάρηκα τόσο πολύ όταν μου είπαν ότι τα κατάφερα. Ήταν σαν να μου είπαν ότι αναστήθηκε εκείνος. Γέμισα ξανά ελπίδα, βρήκα έναν σκοπό στη ζωή.
Σήμερα πήρα το κουράγιο και το αποκάλυψα στις δυο φίλες μου και συνταξιδιώτισσές μου. Πόσο απογοητεύτηκα όταν δε συμμερίστηκαν τον ενθουσιασμό και τη χαρά μου. Πολύ περισσότερο όταν είδα το παγωμένο βλέμμα τους και την απογοήτευσή τους. Τις μίσησα από εκείνη τη στιγμή. Δε θέλω να τις ξαναδώ. Τις σιχαίνομαι. Δε θέλω να τις δω ποτέ ξανά, ούτε τυχαία. Θέλω ν’ απομακρυνθώ από εκείνες κι όλους όσους έχουν αρνητικές σκέψεις γι’ αυτό το παιδί όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Τελευταία στροφή και κατηφορίζω το τελευταίο δρομάκι για την παραλία. Κατευθύνομαι στην ακτή, πετώ τις σαγιονάρες μου και βουλιάζω τα πόδια μου στην άμμο. Προσπαθώ να εντοπίσω τον Ρούντι, το μικρό μαύρο σκυλάκι της παραλίας που φροντίζουν οι κάτοχοι της καντίνας. Τον φωνάζω κι έπειτα κρατώ την αναπνοή μου, μήπως ακούσω τον ήχο απ’ το κολάρο του. Και να ‘τος! Ο φίλος μου και σύντροφός μου όλες αυτές τις μέρες ξεπροβάλλει καμαρωτός. Μόνο εκείνος ήξερε το μυστικό μου εδώ. Νομίζω με στηρίζει. Όταν του το είπα, μια νύχτα που ήμουν ξαπλωμένη και κοιτούσα το φεγγάρι, ήρθε, ακούμπησε το κεφαλάκι του στην κοιλιά μου και με κοίταξε κουνώντας την ουρά του. Σίγουρα είχα κάνει το σωστό.

«Ρούντι; Σήμερα είναι η τελευταία μου νύχτα εδώ κι ήρθα να σε αποχαιρετήσω. Είσαι ο μόνος φίλος που λυπάμαι που δε θα ξαναδώ» του είπα καθώς χάιδευα το κεφαλάκι του και πήρα τον δρόμο της επιστροφής.




Χριστιάννα Χαραμή


Γεννημένη στην Αθήνα, την οποία είμαι καταδικασμένη ν’ αποχωρίζομαι διαρκώς για χάρη των σπουδών μου. Σπούδασα Νομική στην Κομοτηνή για να καταλήξω στο Μάαστριχ της Ολλανδίας για μεταπτυχιακό στα Forensics. Η Νομική κι η Ψυχολογία είναι τα μέσα έμπνευσής μου για να γράφω τις ιστορίες μου. Αγαπώ το θέατρο, τα ταξίδια, τις δύο σκυλίτσες μου και τις εξορμήσεις για ψώνια με τις κολλητές μου. Η ιστορία αυτή βγήκε σε μια προσπάθεια αναβολής του διαβάσματος για τη Σύνθεση Αστικού και γράφτηκε χάρη στην τελευταία.