Το μαύρο ρόδο (Κεφάλαιο 16)

Παρασκευή 23 Ιουνίου, 23:30
Ημέρα τρίτη.
Ο Κρίστοφερ κούμπωνε τη δερμάτινη ζακέτα του όταν ο Μαξ εμφανίστηκε στο σαλόνι του. "Ζεις;"

Τα γαλανά μάτια του φίλου του τον κοίταξαν σαν να μην καταλάβαινε τι εννοούσε.
"Σε απλή μετάφραση: είσαι καλά;"
"Ναι", απάντησε ο Μαξ, "απλά με ταλαιπώρησε μία μικρο-συμμορία κοντά στο λιμάνι"
"Στις Αλεπούδες αναφέρεσαι;", υπέθεσε και φόρεσε τη μάσκα με τη νεκροκεφαλή στο πρόσωπό του και πέρασε το φαρδύ σπαθί στην πλάτη του.
"Σε αυτές. Αλλά πλέον δεν υπάρχουν"
"Τις διέλυσες; Μπράβο!"
"Θα σου πω τις λεπτομέρειες στο δρόμο για το διαμέρισμα του Άγγελου", είπε ο Μαξ και ακολουθούμενος από τον Κρίστοφερ κίνησαν για το σπίτι του φίλου τους. Γνώριζαν ήδη πως εκείνος θα έλειπε, εξάλλου τους είχε ειδοποιήσει, αλλά αυτό δεν είχε καμία απολύτως σημασία, επειδή πήγαιναν εκεί για τη Χλόη μόνο.
***
Όταν ο Μαξ πρόσεξε τον Σμαραγδένιο Δράκο μέσα από το παράθυρο, κατάλαβε πως έπρεπε να σταματήσει τη Χλόη από μία επικείμενη τρέλα που είχε σκοπό να κάνει δρώντας με το συναίσθημα.
Και οι υποψίες του επαληθεύτηκαν όταν την είδε να εμφανίζει μία πένα.
Από την άλλη, ο Κρίστοφερ που ήταν μαζί του, είχε νιώσει δέος για τη δύναμη για την οποία είχε ακούσει τόσα και τόσα και τώρα την έβλεπε από πρώτο χέρι. "Ώστε αυτός είναι ο περίφημος Σμαραγδένιος Δράκος! Ένα λεπτό: η Χλόη είναι η κάτοχός του;", δήλωσε έκπληκτος ο νεαρός με τα πράσινα μάτια.
"Ναι, Κρις, αυτός είναι και καλύτερα να προλάβουμε την κοπέλα πριν κάνει κάτι που θα μετανιώσει αργότερα"
Τα δύο Φαντάσματα πρόλαβαν και σταμάτησαν τη νεαρή κοπέλα πριν συμβεί το οτιδήποτε.
"Χλόη, σε παρακαλώ, άφησε την πένα", της είπε ήρεμα ο Μαξ, "τώρα αναλαμβάνω εγώ"
Το σκηνικό επαναλαμβανόταν δύο χρόνια αργότερα, μόνο που τα πράγματα ήταν διαφορετικά αυτή τη φορά.
Η κοπέλα υπάκουσε και στη συνέχεια εξαφανίστηκε στο δωμάτιό της αφήνοντάς τους μόνους με το γιγαντιαίο ερπετό.
"Κρίστοφερ, εγώ θα μείνω εδώ. Καλύτερα να πας να δεις τη Χλόη"
Το δεύτερο Φάντασμα απλά έγνεψε καταφατικά και προχώρησε προς το δωμάτιο της κοπέλας. Βρήκε την πόρτα κλειστή, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο κι έτσι δε δίστασε να χτυπήσει.
Η κοπέλα ήταν καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού, αγναντεύοντας την απέναντι πολυκατοικία από το ανοιχτό παράθυρο. Όταν ακούστηκε ένα ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα επέλεξε να μη δώσει σημασία.
Η πόρτα άνοιξε και έκλεισε ξανά και βήματα ήχησαν στα πλακάκια.
"Μπορώ να κάτσω;", ρώτησε το ένα από τα δύο Φαντάσματα και η Χλόη έγνεψε καταφατικά. Εκείνος βολεύτηκε δίπλα της, αφού πρώτα είχε βγάλει το φαρδύ σπαθί από την πλάτη του για να έχει περισσότερη ευκολία στις κινήσεις του. "Δε θα σε ρωτήσω αν είσαι καλά, γιατί φαίνεται ξεκάθαρα πως δεν είσαι. Ούτε θα ρωτήσω για ποιο λόγο επέλεξες να κρατήσεις κρυφή την ύπαρξη του Σμαραγδένιου Δράκου, δεν είναι δική μου δουλειά"
"Έχει να κάνει με το θάνατο του Χατζόπουλου", του ξεφούρνισε πριν προλάβει να συγκρατηθεί.
"Από πού κι ως πού;"
"Εγώ τον σκότωσα", παραδέχτηκε η κοπέλα. "Εκείνο το βράδυ έχασα τον έλεγχο του Σμαραγδένιου Δράκου και τον σκότωσα. Το Φάντασμα που είναι τώρα στο σαλόνι με εμπόδισε από το να κάνω μεγαλύτερη ζημιά. Έτσι έμαθε για τη δεύτερή μου δύναμη"
"Μάλιστα"
"Και πρωτού πεις το οτιδήποτε, εγώ του ζήτησα να μην το πει και θα σου ζητήσω με τη σειρά σου να μην αναφέρεις τίποτα από αυτά στον Άγγελο. Όσο λιγότεροι το γνωρίζουν, τόσο το καλύτερο για όλους μας"
Ανάμεσά τους έπεσε μία σιωπή, την οποία έσπασε το Φάντασμα. "Τον φοβάσαι τον Σμαραγδένιο Δράκο", ήταν περισσότερη σαν διαπίστωση, παρά σαν ερώτηση.
Η Χλόη γύρισε και τον κοίταξε έκπληκτη, πριν γνέψει καταφατικά. "Μετά από εκείνη τη νύχτα, φοβάμαι για το τι είναι ικανός να κάνει"
"Είναι αλήθεια πως ο Δράκος είναι αυτόνομη δύναμη, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα κάνει κάτι χωρίς την έγκριση του κατόχου του"
"Δεν έχει σημασία!"
"Λάθος", δήλωσε το Φάντασμα, "έχει σημασία. Μην τον απομακρύνεις. Μπορεί να σε βοηθήσει"
"Δεν μπορεί"
"Τον ρώτησες;"
"Όχι", απάντησε η κοπέλα, "κι ούτε πρόκειται!"
Παύση.
"Εννοώ, πως η δύναμή του φέρνει την καταστροφή!"
"Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος, Χλόη", έκανε ήρεμα το Φάντασμα και την έπιασε μαλακά από τον ώμο, πράγμα που παραξένεψε την κοπέλα. "Δοκίμασες ποτέ να χρησιμοποιήσεις τη δύναμη του Σμαραγδένιου Δράκου για να δημιουργήσεις κάτι;"
Τα λόγια του έπιασαν την κοκκινομάλλα απροετοίμαστη. Αλήθεια, είχε δοκιμάσει ποτέ να χρησιμοποιήσει σαν βασική της δύναμη το Δράκο;
"Δεν- δεν είμαι σίγουρη, καθώς για να δημιουργήσω κάτι, πάντα χρησιμοποιώ τη δύναμη των λέξεων. Από το πιο απλό μέχρι το πιο σύνθετο που μπορεί να σκεφτεί κανείς"
"Θα ήθελες να το προσπαθήσεις;"
Σαν απάντηση κάλυψε με τις παλάμες το πρόσωπό της.
"Για μία φορά, δοκιμαστικά;", προσπάθησε να την πείσει εκείνος, αλλά η Χλόη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.
"Δεν είμαι έτοιμη, ακόμα", ψέλλισε, "και λυπάμαι πολύ που είμαι τόσο αδύναμη και δεν μπορώ να σας βοηθήσω με τον Δράκο για την εύρεση του Μαύρου Ρόδου"
"Δεν είσαι αδύναμη και το γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά αυτό"
"Όχι! Δεν με ξέρετε!", απάντησε εκνευρισμένη.
"Έχεις δίκιο, δε σε ξέρουμε, αλλά βλέπουμε το έργο που κάνεις και μας βοηθάς. Οπότε, άφησέ μας να σε βοηθήσουμε κι εμείς"
Η κοπέλα κάγχασε. "Πώς;"
"Για αρχή, ο Άγγελος μού είπε πως κάποιες από τις αναμνήσεις σου είναι σφραγισμένες με ξόρκι, καλά δεν τα λέω;", είπε το Φάντασμα και εκείνη έγνεψε καταφατικά.
"Ξόρκι το οποίο δημιουργήθηκε από τον Σμαραγδένιο Δράκο, συνεπώς δύσκολο να λυθεί"
"Αλλά όχι αδύνατο"
"Μόνο αν έχεις το Δράκο λύνεται", πρόσθεσε στα γρήγορα η κοπέλα.
"Δεν είναι απαραίτητο. Απλά μπορεί να μην είναι τόσο εύκολο να το λύσεις με άλλη δύναμη. Και γι'αυτό βρίσκομαι απόψε εδώ"
"Με ενημέρωσε ο Άγγελος"
"Χαίρομαι", είπε και γύρισε τον κορμό του προς τη Χλόη. "Μπορώ να κάνω μία δοκιμή;"
Εκείνη συλλογίστηκε ότι δεν είχε τίποτα να χάσει και έγνεψε καταφατικά, γυρνώντας το σώμα της προς το μέρος του Φαντάσματος.
Το Φάντασμα με τη σειρά του, την έπιασε μαλακά από το πρόσωπο και ένωσε τα μέτωπά τους. "Δυστυχώς είναι αναγκαίο"
"Δεν πειράζει"
"Κλείσε τα μάτια σου και χαλάρωσε", την πρόσταξε και η κοπέλα υπάκουσε.
Αισθάνθηκε το κεφάλι της ελαφρύ και υπέθεσε πως αυτό ήταν επίπτωση της δύναμης του Φαντάσματος με τα πράσινα μάτια. Σχεδόν τον ένιωθε μέσα στο μυαλό της, να κινείται προσεκτικά, να μην ακουμπάει καμία σκέψη η ανάμνησή της, προσπαθώντας να φτάσει στο σωστό σημείο, εκείνο το οποίο παρέμενε σφραγισμένο από το ξόρκι.
Πέρασαν είκοσι λεπτά και το Φάντασμα την άφησε από το κράτημά του και απομακρύνθηκε ελαφρά.
Η κοπέλα άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε με βλέμμα γεμάτο απορία. "Λοιπόν;"
"Λοιπόν", επανέλαβε εκείνος, "το ξόρκι έχει το μορφή από ένα μικρό μεταλλικό σεντούκι, περίτεχνα σκαλισμένο με χρυσή κλειδαριά, η οποία έχει πάνω χαραγμένους κάποιους παράξενους ρούνους. Δυστυχώς, δεν κατάφερα να το ανοίξω. Λυπάμαι"
"Δεν πειράζει, αλήθεια. Αλλά αν μπορείς να ανακαλέσεις τους ρούνους, είμαι σίγουρη πως θα καταφέρουμε να ανοίξουμε το σεντούκι χωρίς τη βοήθεια του Σμαραγδένιου Δράκου"
"Καλύτερα, όμως θα ήταν αν ζητούσαμε τη βοήθειά του"
"Μα αν το ψάξουμε, είμαι σίγουρη πως θα βρούμε άκρη!"
"Δε διαφωνώ μαζί σου, Χλόη, αλλά μας πιέζει ο χρόνος"
Η κοπέλα έμεινε σιωπηλή, γνωρίζοντας πολύ καλά πως χωρίς τη βοήθεια του Δράκου, θα έκαναν τον διπλάσιο ή ακόμα και τον τριπλάσιο χρόνο για να φτάσουν στη λύση. Το Φάντασμα είχε δίκιο, δεν είχαν το χρόνο για μία τέτοια αναζήτηση. Διότι ο χρόνος για το συγκεκριμένο εγχείρημα αποτελούσε μία πολυτέλεια.
"Έχεις δίκιο. Η εύρεση του ξίφους είναι πιο σημαντική από την ξεροκεφαλιά, το πείσμα και την αδυναμία μου, όπως θες πες το", δήλωσε με αποφασιστικότητα.
"Σε παρακαλώ, μην αναφέρεσαι έτσι για τον εαυτό σου"
"Μα, είναι η αλήθεια!", διαμαρτυρήθηκε η Χλόη.
"Γίνεσαι σκληρή με τον εαυτό σου και δεν το αξίζεις"
"Ακούγεσαι σαν την αδερφή μου", μουρμούρισε.
"Τόσο το καλύτερο, αν είναι να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη!", αναφώνησε και σηκώθηκε από τη θέση του. "Λοιπόν, θα σηκωθείς να πάμε μέσα;"
Η κοκκινομάλλα έγνεψε καταφατικά και κατευθύνθηκε προς την πόρτα του δωματίου, ακολουθώντας το Φάντασμα στο σαλόνι. Βρήκαν το δεύτερο Φάντασμα όρθιο, με το ένα του χέρι ακουμπισμένο στη λαβή του ιαπωνικού σπαθιού του, να είναι σε επιφυλακή.
"Χλόη!", αναφώνησε, "είσαι εντάξει;"
"Ναι"
Ο Μαξ στράφηκε προς τον Κρίστοφερ. "Καταφέρατε να λύσετε το ξόρκι;"
"Όχι", απάντησε εκείνος, "αλλά-"
"Αλλά δέχτηκα να ζητήσω τη βοήθεια του Δράκου", συμπλήρωσε η Χλόη και ο Μαξ χαμογέλασε κάτω από τη μάσκα του. Αυτά ήταν απίστευτα νέα, καθώς αυτό σήμαινε πως η κοπέλα είχε αρχίσει να βλέπει τα πράγματα διαφορετικά, χωρίς τη σκιά του παρελθόντος.
"Εκπληκτικά νέα, έτσι;", είπε ο Κρίστοφερ τηλεπαθητικά στον Μαξ.
"Εκπληκτικά δε λες τίποτα! Πώς κατάφερες να την πείσεις;", απάντησε και χαλάρωσε τη λαβή του στο κατάνα. "Χαίρομαι που αποφάσισες να κάνεις αυτό το μεγάλο και σπουδαίο βήμα, Χλόη"
Ως απάντηση η κοπέλα χαμογέλασε ντροπαλά και έγνεψε. Πήρε μία βαθιά ανάσα και με αργά βήματα κατευθύνθηκε προς το γιγαντιαίο ερπετό, το οποίο την περίμενε καρτερικά. Γονάτισε για να είναι στο ίδιο ύψος με αυτό και το κοίταξε στα μάτια.
"Κόρη μου", αντήχησε η γνώριμη βαθιά φωνή του Σμαραγδένιου Δράκου.
"Δράκε"
Το ερπετό άφησε ένα υγρό φιλί στο μέτωπο της κοπέλας κι εκείνη πέρασε τα χέρια της διστακτικά γύρω του και έκλεισε τα μάτια.
"Θα μας βοηθήσεις;"
"Φυσικά και θα σας βοηθήσω, κόρη μου! Ήμουν αρκετό καιρό αδρανής και ήρθε η ώρα να βάλω τα πράγματα στη θέση τους, να αποκαταστήσω την ισορροπία που έχει χαθεί"
Το Φάντασμα με τα γαλανά μάτια, πλησίασε την κοκκινομάλλα. "Λυπάμαι που σας διακόπτω, αλλά είναι σοβαρό"
"Τι έγινε;"
Έτεινε το κινητό του τηλέφωνο προς το μέρος της. "Σε θέλει ο Άγγελος. Είναι επείγον λέει"
"Παρακαλώ;"
Ο Άγγελος κάτι της είπε και η κοπέλα έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Σηκώθηκε απότομα όρθια.
"Εντάξει, ερχόμαστε από εκεί", απάντησε όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε και γύρισε προς τα Φαντάσματα.
"Χλόη", ακόμα και μέσα στο σκοτάδι ο Μαξ κατάφερε να διακρίνει το τρέμουλο στα χέρια της κοπέλας, η οποία τα έσφιξε σε γροθιές, θέλοντας να το σταματήσει. "Τι έγινε;"
"Η καλύτερή μου φίλη είχε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα και τώρα βρίσκεται στο νοσοκομείο. Ο Άγγελος είπε να με πάτε εκεί", απάντησε, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή της σταθερή.
Αν ήταν ένα απλό αυτοκινητιστικό ατύχημα και όχι κάτι παραπάνω, σκέφτηκε και η οργή αναμείχτηκε με την ανησυχία της.
"Βάλε παπούτσια, φεύγουμε!", δήλωσε ο Κρίστοφερ και η κοκκινομάλλα έγνεψε καταφατικά.
Με σβέλτες κινήσεις φόρεσε τα αρβυλάκια της και κρέμασε στον ώμο της την ίδια τσάντα που είχε και το πρωί στη βιβλιοθήκη.
***
Σάββατο 24 Ιουνίου, 1:10
Ημέρα τέταρτη.
Η Χλόη μπήκε σχεδόν τρέχοντας στο νοσοκομείο της πόλης και κατευθύνθηκε προς τη γραμματεία.
"Καλησπέρα, η Ζωή Κίρκου, σε ποιο δωμάτιο είναι;"
Πριν η μεσήλικας γραμματέας προλάβει να της απαντήσει, άκουσε τη φωνή του Άγγελου να την καλεί και ένιωσε την παρουσία του ακριβώς από πίσω της. Γύρισε απότομα και συγκρούστηκε με το γυμνασμένο του κορμί.
"Άγγελε!", αναφώνησε, "πού είναι;"
Ο νεαρός τής έκανε νόημα να τον ακολουθήσει και άρχισε να προχωράει βαθιά μέσα στο εσωτερικό του κτιρίου. Κοντοστάθηκε έξω από την πόρτα με τον αριθμό 303 και γύρισε για να αντικρίσει τη Χλόη. Παρατήρησε πως η κοπέλα φορούσε μία αμάνικη λευκή αεράτη μπλούζα, ένα ανοιχτόχρωμο γκρι σορτσάκι, τα μαύρα της αρβυλάκια και από ένα μαύρο κορδόνι κρεμόταν μία φεγγαρόπετρα με ακανόνιστο σχήμα από το λαιμό της, ενώ τα κόκκινά της μαλλιά έπεφταν στην πλάτη της. Το πρόσωπό της ήταν άσπρο σαν πανί, οι κινήσεις της βιαστικές και τα χέρια της έτρεμαν.
"Εδώ είναι η Ζωή, αλλά κοιμάται τώρα απ'ότι μου είπε ο πατέρας της που είναι μέσα αυτή τη στιγμή"
"Εντάξει"
"Δε σου είπα τι ακριβώς έγινε"
"Σε παρακαλώ", τον διέκοψε, "θα μου πεις αργότερα, πρώτα θέλω να δω τη Ζωή"
Και με αυτά τα λόγια προσπέρασε τον Άγγελο και μπήκε στο δωμάτιο της φίλης της.
Την είδε να κοιμάται γαλήνια στο μοναδικό κρεβάτι και λίγο πιο δίπλα, καθισμένος σε μία καρέκλα ήταν ο πατέρας της.
"Κύριε Ανέστη, πώς είναι;"
"Ο γιατρός είπε πως έχει σπάσει το ένα της χέρι και έχει μερικά μελανιασμένα πλευρά, τίποτα το ανησυχητικό", απάντησε εκείνος.
"Λυπάμαι που δεν ήρθα νωρίτερα, αλλά πριν από λίγο το έμαθα"
"Δεν πειράζει, Χλόη, σημασία έχει που είσαι εδώ", είπε και χασμουρήθηκε.
"Καλύτερα να πάτε σπίτι σας, θα κάτσω εγώ με τη Ζωή", πρότεινε η κοπέλα με τα πράσινα μάτια και ο κύριος Ανέστης έγνεψε καταφατικά.
"Αν συμβεί το οτιδήποτε, πάρε τηλέφωνο στο σπίτι"
"Ναι, έχετε το λόγο μου. Καλό σας βράδυ"
Την καληνύχτισε και έφυγε από το δωμάτιο, δίνοντας τη θέση του στον Άγγελο, ο οποίος κρατούσε στα χέρια του από ένα ποτήρι φτιαγμένο από φελιζόλ με καφέ. Έτεινε το ένα ποτήρι προς το μέρος της κοπέλας μαζί με έναν πλαστικό αναδευτήρα και ένα μικρό φακελάκι με καστανή ζάχαρη.
"Δεν είχε λευκή ζάχαρη και γι'αυτό σου έφερα μαύρη", δικαιολογήθηκε.
"Δεν πειράζει", απάντησε η κοπέλα και ανακάτεψε τον καφέ της για να διαλυθεί η ζάχαρη. "Χρωστάς μία εξήγηση"
"Όντως, χρωστάω", ήπιε μία γουλιά από το ποτήρι του και συνέχισε.

Ξανθίππη Γιωτοπούλου