Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

21.12.20

Η Νεκροφιλημένη (Κεφάλαιο 38 - Μαζί)

«Εσύ είσαι.... η Αλιάνα μου» ψέλλισε ο Χακάν και το βλέμμα του γλύκανε αμέσως. Το δικό μου σκοτείνιασε την ίδια στιγμή. Ο θυμός μου εντελώς ακατέργαστος ετοιμάστηκε να ξεχυθεί και να καταστρέψει τα πάντα. Με ποιο δικαίωμα με θεωρούσε ακόμα δικό του παιδί;

«Σου; Η Αλιάνα σου; Το παιδί που παράτησες συνεχίζεις να πιστεύεις πως είναι δικό σου; Με άφησες να πεθάνω! Έστειλες τους φρουρούς να με σκοτώσουν!».

Τίναξα νευρικά τα χέρια μου στον αέρα και η μικρή μαζεύτηκε πίσω από το σώμα του Χακάν. Έτσι έκανα και εγώ όταν η μητέρα μου πάθαινε τις κρίσεις της. Φαίνεται πως είχα μπει στη θέση της πλέον και ακολουθούσα πιστά το παράδειγμά της.

«Φρουρούς; Αλιάνα, δεν έστειλα φρουρούς στο σπίτι μας!».

Γέλασα σαρκαστικά, μα ένας λυγμός μπλέχτηκε μαζί με το γέλιο μου.

«Μη μου λες ψέματα. Με κατηγορείς ακόμα για το θάνατό της;» ρώτησα χωρίς να το σκεφτώ. Χωρίς να θέλω να ακούσω την πραγματική απάντηση. Την οποία ήδη ήξερα. Κοίταξα τον πατέρα μου και εκείνος συνοφρυώθηκε. Ύστερα έσκυψε το κεφάλι του για λίγο κοιτάζοντας το χρυσαφένιο έδαφος. Σα να περίμενε μια απάντηση από εκείνο.

Στράφηκε ξανά σε εμένα και τα λόγια που ποτέ δεν είπε ήταν αρκετά. Έγνεψα καταφατικά και δάγκωσα νευρικά το κάτω χείλος μου προσπαθώντας να ενώσω το κενό μέσα μου. Η άβυσσος που με έτρωγε τόσα χρόνια έχασκε ανοιχτή και ρουφούσε τα πάντα. Κάθε ίχνος συναισθημάτων. Δεν άφηνε τίποτα. Και για μια ακόμη φορά, ίσως την τελευταία, ρούφηξε ό, τι μου είχε απομείνει. Το τίποτα που πίστευα πως είχε αρχίζει να εξαλείφεται, με εγκατέλειπε.

«Κατάλαβα...» ψιθύρισα και γύρισα να φύγω «Ελπίζω να περνάς όμορφα με τη νέα σου οικογένεια. Σε χρειάζονται και εγώ απλά σε αποσπώ από αυτήν».

Δεν με χαιρέτησε. Δεν μίλησε. Απλά με άφησε να φύγω.

Περπατούσα άσκοπα μέσα στα στενά και ανάμεσα από τους ανθρώπους. Ξαφνικά μου φαίνονται όλα τόσο μουντά και ασήμαντα. Είχαν όλοι ένα σκοπό στη ζωή τους και ζούσαν με ένα λόγο ύπαρξης. Ο δικός μου ποιος ήταν; Να καταστρέφω τα πάντα; Να μην έχω κανέναν δίπλα μου; Γιατί άξιζαν σε εμένα αυτά; Η μοναξιά και το χάος; Γιατί έπρεπε να υποφέρω;

Περνούσα αθόρυβα ανάμεσα στους πολυάσχολους κατοίκους και κανείς δεν έδειχνε ξαφνιασμένος ή αβέβαιος. Όλοι τους πηγαινοέρχονταν ξέροντας πως στο τέλος της μέρας θα φτάσουν σπίτι τους. Εγώ που πήγαινα; Σπίτι δεν είχα, πόσο μάλλον οικογένεια. Και ο Λαχάρ;, ψιθύρισε μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου. Ο Λαχάρ... Εκείνος δεν έφταιγε σε τίποτα. Μπλέχτηκε σε όλο αυτό εξαιτίας μου. Αν δεν υπήρχα... Αν η Κάλιντα με είχε αφήσει να πεθάνω εκείνο το βράδυ, τότε τίποτα από όλα δε θα γινόταν.

Οι γονείς μου θα έκαναν άλλα παιδιά και θα είχαν μια χαρούμενη οικογένεια. Ο Κάιν θα γινόταν βασιλιάς και θα φρόντισε το βασίλειό του καλύτερα από κάθε προηγούμενο ηγεμόνα. Ο Λαχάρ θα συνέχιζε να ζει ελεύθερος χωρίς πρόσθετα προβλήματα. Δε θα με γνώριζε κανείς τους ποτέ. Και ίσως θα ήταν καλύτερα έτσι.

Από την είσοδο του παλατιού ως το δωμάτιό μου, δεν με ενόχλησε κανείς. Τουλάχιστον θα απέφευγα περιττές συζητήσεις. Μόλις έκλεισα την πόρτα πίσω μου, στηρίχθηκα επάνω της και πήρα μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να κόψω στη μέση τη θλίψη και τους λυγμούς που προσπαθούσαν να βγουν στην επιφάνεια.

Οι κουρτίνες του ανοικτού παραθύρου χόρευαν στο ελαφρύ αεράκι και άφησαν να διακρίνω την σιλουέτα του Λαχάρ έξω στο μικρό μπαλκονάκι. Είχε γείρει πάνω στην κουπαστή και χάιδευε τον Χάρου που βρισκόταν στηριγμένος στον καρπό του. Απολάμβαναν ο ένας την συντροφιά του άλλου.

Γιατί κατέληγαν και οι δυο τους εκεί που βρισκόμουν εγώ; Γιατί δεν έφευγαν; Τι άλλο μπορούσαν να λάβουν από εμένα; Γιατί με αγαπούσαν τόσο; Δεν τους άξιζε τόση μιζέρια.

Στον ήχο των βημάτων μου, ο Λαχάρ γύρισε πίσω και απλά κοιταχτήκαμε για λίγο. Ήταν απίστευτο το πόση λατρεία εκδήλωναν τα μάτια του. Τόση που σχεδόν με κατέστρεφε.

Τα μάτια μου βούρκωσαν και προσπάθησα να χαμογελάσω. Να του δείξω πως όλα ήταν εντάξει. Κούνησα το κεφάλι μου πέρα δώθε και μερικά δάκρυα και μερικές σπαστές ανάσες βρήκαν την διέξοδό τους.

Εκείνος έτρεξε αμέσως κοντά μου, αγκαλιάζοντάς με σφιχτά. Τόσο σφιχτά, σα να φοβόταν μήπως εξαφανιστώ στον αέρα που αναπνέει. Χωρίς δισταγμό, άφησα τα δάκρυα να κυλήσουν και τις βιαστικές ανάσες να μετατραπούν σε λυγμούς. Δεν άντεχα άλλη πίεση στο στήθος μου. Δεν μπορούσα να σηκώσω τη βαριά καρδιά μου.

Ο Λαχάρ χάιδευε το κεφάλι μου στοργικά και άφηνε μερικά γλυκά φιλιά στην κορυφή του. Ψιθύριζε καθησυχαστικά και ήρεμα λόγια, υποσχόμενα πως όλα θα πάνε καλά. Ανάμεσα στα αναφιλητά μου κατάφερα να αρθρώσω μερικά λόγια.

«Βρήκα τον... Πατέρα μου. Τον πατέρα μου, Λαχάρ».

Με άφησε να ξεσπάσω και άκουγε υπομονετικά κάθε μου λέξη, το κάθε μου παράπονο. Ο πατέρας που με κατηγόρησε για το θάνατο της μητέρας μου. Ο πατέρας που με παράτησε και κάλεσε τους φρουρούς να έρθουν σπίτι μας και να με συλλάβουν, τη στιγμή που ήξερε πως η μόνη τιμωρία ήταν ο θάνατος. Ο πατέρας που ενώ ζούσα δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει την τύχη μου. Ο πατέρας που πήγε σε άλλο βασίλειο και τώρα είχε νέα οικογένεια. Και παρόλα αυτά...

«Δεν μπορώ να τον μισήσω» είπα έπειτα από μια βαθιά ανάσα «Λαχάρ, θέλω να τον ξαναδώ. Θέλω να του μιλήσω».

«Είσαι σίγουρη;» με ρώτησε και με έκανε λίγο πίσω για να με κοιτάξει στα μάτια. Σκούπισε μερικά νέα δάκρυα «Θα είμαι δίπλα σου σε ό, τι και αν αποφασίσεις. Θα πάμε μαζί αν θες».

Έγνεψα καταφατικά.

«Δε θα μου πεις πως αυτό που κάνω είναι χαζό; Ότι πρέπει να τον ξεχάσω και να τον αγνοήσω; Πως του αξίζει να μη με ξαναδεί ποτέ;»

Ο Λαχάρ χαμογέλασε.

«Είναι η οικογένειά σου, Αλιάνα. Όσο και να μην μπορείς να το δεχτείς, άσε τον να σου εξηγήσει. Μετά από τη συζήτησή σας αποφάσισε τι θες να κάνεις. Να του δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία ή να εξαφανιστείς από τη ζωή του μια για πάντα, όπως έκανε εκείνος σε σένα».

«Έχεις δίκιο... Σε ευχαριστώ που είσαι τόσο υποστηρικτικός».

«Θα είμαι πάντα δίπλα σου. Θέλω να το ξέρεις αυτό» έπιασε τα χέρια μου και τα έφερε στα χείλη του, φιλώντας τα απαλά.

Ελευθέρωσα το ένα μου χέρι από το κράτημά του και χάιδεψα το μάγουλό του.

«Φοβάμαι» μουρμούρισα.

Ο Λαχάρ έπλεξε τα χέρια του γύρω από τη μέση μου, φέρνοντάς μας πιο κοντά.

«Γι’ αυτό είμαι εγώ εδώ. Αλιάνα θα είμαι για πάντα εδώ. Το εννοώ. Ό, τι και αν συμβεί. Δε θα σε αφήσω να πάθεις τίποτα. Δε θα σε χάσω. Δε θα σε πάρει καμιά χαζή σφραγίδα μακριά από εμένα. Όχι όσο ζω».

Τα λυτά του μαλλιά χάιδεψαν το πρόσωπό μου, κάνοντάς με να κλείσω τα μάτια για λίγο. «Δε θα πάω πουθενά Λαχάρ» υποσχέθηκα μπλέκοντας τα δάχτυλά μου μέσα στα μαλλιά του.

Τα γλυκά του χείλη δεν άφησαν τα δικά μου να ξεστομίσουν άλλα λόγια. Χάριζαν τη βεβαιότητα. Υπόσχονταν πως όλα θα πάνε καλά. Πίστευαν σε εμένα. Σε εμάς. Και δε θα άφηνα τίποτα να χαθεί. Όχι τώρα.

Άφησα το χέρι του Λαχάρ μόλις στάθηκα στο στενό που οδηγούσε στο σπίτι του πατέρα μου. Ένα μικρό χρυσαφένιο σπιτάκι που φαινόταν φτιαγμένο από την ίδια άμμο που πατούσαμε, έτοιμο να διαλυθεί με λίγο αέρα και νερό.

Τον κοίταξα και εκείνος έγνεψε χαμογελαστός. Ξεροκατάπια και στράφηκα στην πόρτα χτυπώντας την. Μετά περίμενα σκάβοντας ένα μικρό λακκουβάκι στο έδαφος με το πόδι μου. Ίσως δεν ήταν κανείς στο σπίτι. Θα περνούσαμε άλλη στιγμή.

Με το που γύρισα να φύγω, η ξύλινη πόρτα άνοιξε και στο άνοιγμά της φάνηκε ο έκπληκτος Χακάν. Κοίταξε μια εμένα και μια τον Λαχάρ που ήρθε δίπλα μου χαμογελώντας και κουνώντας το χέρι σου σε ένα φιλικό χαιρετισμό.

«Αλιάνα...; Πρίγκιπα Λαχάρ;» ρώτησε ταραγμένος και αμέσως υποκλίθηκε.

«Α, μα δεν υπάρχει λόγος για τυπικότητες κύριε. Μπορούμε να περάσουμε; Η Αλιάνα θα ήθελε πολύ να σας μιλήσει» απάντησε ο Λαχάρ.

«Ν-Ναι... Να μιλήσω» κατάφερα να αρθρώσω.

Το βλέμμα του Χακάν γλύκανε και άνοιξε την πόρτα διάπλατα κάνοντάς μας χώρο.

«Μα φυσικά. Το σπίτι μου είναι και δικό σας σπίτι».

«Ευχαριστούμε» ψιθύρισα και πέρασα το κατώφλι του σπιτιού. Προσπερνώντας τον πατέρα μου δεν κατάφερα να αγνοήσω το βαθύ κόψιμο στο αυτί του. Σημάδι από την πάλη του με την μητέρα. Πήρα αμέσως το βλέμμα μου από εκεί και στράφηκα μπροστά.

Το σπιτάκι αν και μικρό ήταν αρκετά ευρύχωρο. Τη μια γωνία την κατελάμβανε μια μικρή εστία, ενώ όλες τις υπόλοιπες πλευρές τις έπιαναν πάγκοι γεμάτοι με διάφορα σκεύη και μικροί αποθηκευτικοί χώροι. Στο κέντρο υπήρχε ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι με τέσσερις καρέκλες. Λίγο πιο πέρα από την εστία βρίσκονταν δυο άλλα ανοίγματα, πιθανότατα των προσωπικών δωματίων.

Η γυναίκα του Χακάν ετοίμαζε εκείνη την ώρα το φαγητό και μόλις γύρισε και μας αντίκρισε της έπεσε η ξύλινη κουτάλα από τα χέρια. Σκούπισε βιαστικά τα χέρια της στην ποδιά της και αμέσως υποκλίθηκε. Φώναξε κάτι και το μικρό κοριτσάκι που είδα νωρίτερα έτρεξε στο δωμάτιο. Γούρλωσε τα μάτια του μόλις είδε τον πρίγκιπα και ακολούθησε το παράδειγμα της μητέρας της.

Ο Λαχάρ τους μίλησε στη γλώσσα τους και αμέσως ύψωσαν το κεφάλι τους και ίσιωσαν τον κορμό τους. Ο Χακάν πήγε κοντά στη γυναίκα του και άρχισε να της μιλά. Εκείνη με κοίταξε γεμάτη έκπληξη και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα αμέσως μετά. Έτρεξε προς το μέρος μου και με αγκάλιασε σφιχτά. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω όταν μου ψιθύρισε κάτι ξένο. Κοίταξα τον Λαχάρ με την άκρη του ματιού μου.

«Σου είπε, καλώς ήρθες στο σπίτι» μου είπε και χαμογέλασε πλατιά.

Η καρδιά μου σφίχτηκε και έφερα δειλά-δειλά τα χέρια μου στην πλάτη της γυναίκας για να ανταποδώσω τη σφιχτή αγκαλιά. Έπειτα η γυναίκα με έκανε πίσω και έφερε το ένα της χέρι στο κέντρο του στήθους της.

«Σαμάλ» είπε.

«Αλιάνα» αποκρίθηκα.

Η Σαμάλ χαμογέλασε και τα γαλάζια της μάτια φωτίστηκαν. Έσπρωξε λίγα από τα μαλλιά μου πίσω από το πρόσωπό μου και μετά γύρισε να κοιτάξει τον Χακάν, αφήνοντας τα μακριά ξανθά της μαλλιά να κινούνται σαν μετάξι πάνω στην πλάτη της. Του είπε κάτι και εκείνος γέλασε. Τον κοίταξα περίεργη και βιάστηκε να εξηγήσει:

«Λέει πως έχουμε το ίδιο πεισματάρικο βλέμμα»

Μια γλυκιά θέρμη διαπέρασε όλο μου το σώμα και η καρδιά μου σκίρτησε από χαρά. Ξαφνικά, ένα ελαφρύ τράβηγμα στην παντελόνα μου με έκανε να κοιτάξω προς τα κάτω. Το μικρό κοριτσάκι σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε. Γονάτισα μπροστά της ώστε να είμαστε στο ίδιο ύψος και περίμενα.

«Καλίμ» είπε απλώνοντας το χέρι της προς το μέρος μου.

«Αλιάνα» είπα και εγώ και έπιασα το μικρό και απαλό της χεράκι.

Τα μάτια της είχαν το ίδιο χρώμα με το φυσιολογικό δικό μου και τα μαλλιά της είχαν μια πιο ανοιχτή απόχρωση των δικών μου. Γνώριζα για πρώτη φορά την ετεροθαλή αδερφή μου. Είχα μια αδερφή.

Χωρίς να το καλοσκεφτώ την αγκάλιασα και εκείνη άρχισε να γελάει και έφερε τα μικρά της χέρια στην πλάτη μου, θάβοντας το κεφάλι της στο λαιμό μου. Κοίταξα τον πατέρα μου που μας παρατηρούσε και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει τα δάκρυά του. Ήρθε κοντά μας και γονάτισε και εκείνος για να μας αγκαλιάσει, ενώ δεν άργησε να τον ακολουθήσει και η Σαμάλ.

Για πρώτη φορά ένιωθα πως ήμουν στο σπίτι μου. Είχα οικογένεια.

Ο Λαχάρ είχε φύγει, αφήνοντάς μας μόνους στην ευφορία της ευτυχίας. Μετά από τους εναγκαλισμούς η Σαμάλ άρχισε τις ετοιμασίες του τραπεζιού, με την μικρή Καλίμ να την ακολουθεί και να την βοηθά όπου μπορούσε. Ο Χακάν προσφέρθηκε να μου δείξει το υπόλοιπο σπίτι και μόλις μπήκαμε στο δωμάτιο αυτού και της Σαμάλ, κατευθύνθηκε σε ένα μικρό μπαούλο. Αφού έψαξε αρκετά, σηκώθηκε όρθιος και ήρθε προς το μέρος μου κρατώντας ένα στρογγυλό μενταγιόν. Το κρατούσε σφιχτά μέσα στην παλάμη του, φοβούμενος μήπως σπάσει. Είχε επάνω του χαραγμένα πολλά ρόδα που σχημάτιζαν ένα στεφάνι και στο κέντρο του είχε το γράμμα ‘Α’.

«Για την Αλιάνα» ψιθύρισε και πίεσε ένα μικρό κουμπάκι στην κορυφή του μενταγιόν. Ακούστηκε ένα μικρό κλικ και εκείνο άνοιξε αποκαλύπτοντας μια μικρή καστανόξανθη τουφίτσα «Είναι δικό σου. Θα στο δίναμε στα επόμενα γενέθλιά σου. Μα... Δεν προλάβαμε» είπε και έκλεισε το πορτάκι του μενταγιόν.

«Μετά το θάνατο της μητέρας σου, δεν ήξερα τι να κάνω. Αποφάσισα πως θα ήταν καλύτερα να απομακρυνθώ για μια μέρα και θα ξαναγυρνούσα το ίδιο βράδυ. Ανεύθυνο, το ξέρω. Αλλά τι να έκανα; Φοβόμουν τι θα αντίκριζα. Και εσύ δεν έφταιγες σε τίποτα. Η Σολέν άρχισε να χάνει το μυαλό της μετά από λίγο καιρό. Δεν μπορούσε να συνηθίσει το ιδιαίτερο μάτι σου. Στους γείτονες έλεγε πως είσαι συνέχεια άρρωστη και δεν σε εμφάνιζε πουθενά. Όσο μεγάλωνες θυμάμαι τα παράπονά σου που δεν σε αφήναμε να βγεις και να παίξεις με τα άλλα παιδιά. Μα όλοι ξέρουμε τι σημαίνει να έχεις δυο διαφορετικά μάτια. Θα σε κατηγορούσαν πως είσαι μάγισσα και θα σε εκτελούσαν».

Ο Χακάν έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του. Φαινόταν τόσο ευάλωτος και θλιμμένος. Εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω. Απλά άκουγα και περίμενα υπομονετικά. Ήθελα να μάθω τα πάντα.

«Όταν γύρισα αργά το βράδυ βρήκα το σπίτι μας καμένο. Έψαξα για ώρες μέσα στις στάχτες και βρήκα τους μαυρισμένους σκελετούς σας σκορπισμένους μέσα στο χάος. Το μυαλό μου θόλωσε και είχα σχεδόν τρελαθεί. Έτρεξα στο παλάτι και πέρασα με δυσκολία τους φρουρούς για να ζητήσω ακρόαση με τη Βασίλισσα. Ο μόνος που μου απάντησε ήταν ο Σύμβουλος Άριμαν, λέγοντας πως οι γείτονες είχαν καλέσει τους φρουρούς αφού άκουσαν ουρλιαχτά από το σπίτι. Μου είπε πως σε είχαν εκτελέσει με την κατηγορία της μάγισσας και της μητροκτόνου.Που ήμουν εγώ τότε; Που ήμουν να σε σώσω; Να σε πάρω μακριά και να ξεκινήσουμε μια καινούρια ζωή; Έφτασα καθυστερημένα και τα έχασα όλα. Γύρισα πίσω για σένα Αλιάνα. Θα σε έπαιρνα μαζί μου και θα φεύγαμε. Θα εξαφανιζόμασταν».

Ο Χακάν έπεσε με φόρα πάνω στο κρεβάτι και το σώμα του άρχισε να τραντάζεται από τους λυγμούς και μερικά πνιχτά αναφιλητά. Ο κόμπος στο στομάχι μου λύθηκε μαζί με τα γόνατά μου.

«Τόσα χρόνια σε έψαχνα παντού. Τόσο καιρό νόμιζα πως είχες πεθάνει. Πως με παράτησες και έφυγες αφήνοντάς με πίσω να πεθάνω. Δεν έχεις ιδέα τι πέρασα αυτά τα δέκα χρόνια. Τι έκανα για να ζήσω... Νόμιζα πως δεν με ήθελες πια. Πως ήσουν καλύτερα μόνος σου. Ακόμη με κατηγορείς για το θάνατό της».

Ο Χακάν έπεσε και εκείνος στα γόνατά του μπροστά μου και έπιασε το πρόσωπό μου με τα χέρια του.

«Όχι, όχι. Δεν σε κατηγορώ για τίποτα».

«Μα πριν...».

«Άκουσέ με. Δεν φταις εσύ γλυκό μου παιδί. Η μητέρα σου δεν ήταν καλά. Είχε τρελαθεί. Δεν παίζεις με τα πνεύματα και τις ψυχές. Δεν κάνεις συμφωνίες μαζί τους. Δεν ευθύνεσαι για το θάνατό της. Μόνη της πήρε τη ζωή της. Δεν φταις εσύ, Αλιάνα μου».

Πόσο καιρό… Πόσο καιρό περίμενα να ακούσω αυτά τα λόγια. Αυτά που θα με απελευθέρωναν.

Παραδοθήκαμε και οι δυο σε ένα γοερό κλάμα και δεν αφήσαμε λεπτό ο ένας τα χέρια του άλλου. Τα αφήσαμε πίσω. Τα πάντα. Την παλιά ζωή. Έμεινε πίσω. Εκεί που ανήκει. Είχαμε την ευκαιρία για μια νέα. Μαζί αυτή τη φορά. Σαν οικογένεια.

Ella Sarlot