Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18.1.21

Η Νεκροφιλημένη (Κεφάλαιο 40 - Η σφραγίδα)

Ένα απαλό, προσεκτικό χάδι κατά μήκος της σπονδυλικής μου στήλης με έκανε να ανατριχιάσω και να μισανοίξω τα μάτια μου. Τα χέρια μου ήταν χωμένα κάτω από το παχύ μαξιλάρι και έτριψα το πρόσωπό μου πάνω του πριν γυρίσω στη μορφή που βρισκόταν ανασηκωμένη δίπλα μου.

Τα μάτια του Λαχάρ παρατηρούσαν την κάθε μου κίνηση και ένα στραβό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του. Στηριζόταν στο ένα του μπράτσο και τα λυτά μαλλιά του χύνονταν μπροστά στο στήθος του και στην πλάτη του. Το ελάχιστο φως που έμπαινε στο δωμάτιο από τις μισόκλειστες κουρτίνες του χάριζε μια άλλη πνοή. Ήταν σαν ψεύτικος. Χαμογέλασα.
Αμέσως εκείνος πέρασε το άλλο του χέρι πάνω από την πλάτη μου και ανασηκώθηκε περισσότερο ώστε να με κλείνει ανάμεσα στα μπράτσα του. Τα χείλη του ακούμπησαν το αυτί μου και ψιθύρισαν: «Καλημέρα». Ύστερα τα μετακίνησε στο σβέρκο μου φιλώντας τον, προκαλώντας μου γέλιο. Το δέρμα μου είχε ανατριχιάσει από την ανάσα του που με γαργαλούσε.

«Καλημέρα» γουργούρισα θάβοντας το κεφάλι μου στο μαξιλάρι πριν γυρίσω το σώμα μου ανάσκελα. Τα μάτια μου βρήκαν τα δικά του αμέσως. Μείναμε να κοιταζόμαστε για λίγο, ώσπου ο Λαχάρ δεν άντεξε άλλο και όρμησε στα χείλη μου.

«Απλά δεν μπορώ να αντισταθώ» παραδέχτηκε πάνω στα μισάνοιχτα χείλη μου.

«Είσαι κάποιο είδους ζώου και δεν μπορείς να συγκρατηθείς;» ρώτησα γελώντας με το σχόλιό μου.

«Θες να σου υπενθυμίσω τα χθεσινά;».

Η θέρμη που κατέλαβε όλο μου το κορμί συγκεντρώθηκε στο πρόσωπό μου και το ένιωσα να φλέγεται. Ο πρίγκιπας απομάκρυνε το πρόσωπό του από το δικό μου και με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.

«Κοκκίνισες;».

Οι παλάμες μου ανέβηκαν στο πρόσωπό μου αμέσως, κρύβοντάς το «Εσύ φταις για όλα!».

Το τρανταχτό γέλιο του με έκανε να ντραπώ ακόμα περισσότερο και αφού τον έριξα από πάνω μου, κατέβηκα βιαστικά από το κρεβάτι με το σεντόνι τυλιγμένο γύρω μου. Στη θέα του γυμνού του κορμιού ξεροκατάπια και προσπάθησα να κοιτάξω κάπου αλλού. Κάπου αλλού εκτός από το καλοσχηματισμένο του σώμα. Ξερόβηξα και μαζεύοντας τα ρούχα μου κατευθύνθηκα προς το δωμάτιο του λουτρού.

Μόλις άγγιξα το πόμολο το γέλιο του Λαχάρ κόπηκε και γύρισα ξαφνιασμένη να τον κοιτάξω. Κατέβηκε από το κρεβάτι και στάθηκε μπροστά μου.

«Θα μου επιτρέψεις να σε συνοδέψω;».

«Φοβάσαι μήπως πάθω τίποτα;» ρώτησα καχύποπτη.

«Και αυτό».

Χαμογέλασα όταν το βλέμμα του μου παρέδωσε αυτό που πραγματικά εννοούσε

«Θα είσαι φρόνιμος».

Ο Λαχάρ πλησίασε και άλλο ώσπου τα σώματά μας σχεδόν ακουμπούσαν το ένα το άλλο. Η ζεστασιά που είχε αναπτυχθεί γύρω μας δεν άφηνε το μυαλό να σκεφτεί ορθά και την καρδιά να ηρεμήσει. Τα δάχτυλά μου ήθελαν να εξερευνήσουν και άλλο το κορμί του και η ανάσα μου αποζητούσε τη δική του.

«Δεν υπόσχομαι τίποτα» ψιθύρισε πριν πιάσει το σεντόνι και το λύσει από πάνω μου.

Μόλις που πρόλαβα να αλλάξω ρούχα όταν μπήκε με φόρα στο δωμάτιό μου μια θυμωμένη Άιλις. Ο Χάρου ταραγμένος άρχισε να χτυπά τα φτερά του και έκρωξε δυνατά. Τον πλησίασα για να τον ηρεμήσω και χάιδεψα το κεφαλάκι του. Τελευταία τον είχα παραμελήσει. Ίσως τον έπαιρνα μαζί μου την επόμενη φορά να γνωρίσει την μικρή μου αδερφή.

«Δεν το πιστεύω! Δεν το δέχομαι!» φώναξε χωρίς να σταματήσει να γυρίζει γύρω-γύρω στο δωμάτιο.

«Τι ακριβώς;» ρώτησα παραξενεμένη, γυρίζοντας προς το μέρος της.

Η Άιλις σταμάτησε τον τρελό βηματισμό και έκατσε στο κρεβάτι μου μουτρωμένη.

«Βγήκα για ένα βραδινό περίπατο με τον πρίγκιπα Κάιν και στο τέλος της βραδιάς δεν έκανε καμιά απολύτως κίνηση να με αποχαιρετήσει με ένα φιλί. Έστω στο μάγουλο!».

«Α ώστε έτσι... Μπορεί να σέβεται τα όριά σου. Εξάλλου είσαι πριγκίπισσα και δεν είστε παντρεμένοι για να κάνετε τέτοια πράγματα δημοσίως» Αναρωτιόμουν πόσα πράγματα είχα καταπατήσει με τον Λαχάρ χθες και... Σήμερα. Είχα περάσει το πιο όμορφο βράδυ της ζωής μου με τον Λαχάρ. Ήθελα να ήταν η νύχτα ακόμη πιο μεγάλη για να ζήσω τα πάντα από την αρχή. Να πάγωνα το χρόνο για να μην ξεχάσω κανένα συναίσθημα και καμία αίσθηση. Ένιωσα τόσο ζωντανή και τόσο μοναδική. Μα ο θάνατος δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό μου. Μαύριζε τα πάντα στο διάβα της αβεβαιότητας. Άραγε τι με περίμενε; Έσπρωξα αυτές τις σκέψεις στο πίσω μέρος του μυαλού μου και έκατσα δίπλα στην Άιλις.

«Ναι, αλλά δεν μας έβλεπε κανείς» είπε με φωνή γεμάτη παράπονο.

«Γιατί δεν του το λες; Μίλησέ του πριν φύγει από το δωμάτιό του και...» δεν πρόλαβα να τελειώσω την πρότασή μου και η πριγκίπισσα είχε ήδη εξαφανιστεί. Ξεφύσησα και έπεσα πίσω στο κρεβάτι μου.

Κοίταξα τον Χάρου που είχε κρύψει το κεφάλι του μέσα στο φτερό του. Τι θα γινόταν αυτός αν εγώ πέθαινα; Δεν θα ήθελα να μείνει μόνος του. Με τον Λαχάρ είχε αναπτύξει μια σχέση και θα ήταν το ιδανικότερο ταίρι για εκείνον.

«Είναι δύσκολα τα πράγματα παλιόφιλε».

Ένα ελαφρύ χτύπημα στην ανοιχτή πόρτα με έκανε να ανασηκωθώ απότομα. Στο άνοιγμα στεκόταν ο Λαχάρ και δεν φαινόταν τόσο χαρούμενος.

«Μας ζητούν στην αίθουσα του θρόνου. Οι ιερείς και οι αρχηγοί των φυλών κλήθηκαν στον Ιερό Ναό της Ινάλ».

«Πόσο μένει ακόμα για την Μπλε Σελήνη;» ρώτησα με την ανάσα μου να σκάβει τα πνευμόνια μου. Είχα ξεχαστεί εντελώς.

«Μια βδομάδα».

Είχαμε συγκεντρωθεί μπροστά από τους Γέροντες που διάβαζαν την σιωπή μας. Περίμεναν και περίμεναν, μέχρι η καρδιά μου να σπάσει από την αγωνία. Οι αρχηγοί των τεσσάρων φυλών μαζί με τους ιερείς τους είχαν παραταχθεί σε μια σειρά μπροστά μας, ενώ εγώ με τον Λαχάρ στεκόμασταν λίγο πιο πίσω τους.

Από την στιγμή που μπήκαμε στον Ιερό Ναό η Κάλιντα είχε σιωπήσει και σχεδόν δεν την ένιωθα να υπάρχει μέσα μου. Το κλίμα ήταν βαρύ και συνέχεια με γυρόφερναν παράξενες σκέψεις, πιο απαισιόδοξες και τετελεσμένες. Το μυαλό μου δεν σκεφτόταν ορθά και μερικές στιγμές νόμιζα πως η όρασή μου θόλωνε. Ίσως ήταν αυτή η παράξενη μυρωδιά που πλανιόταν στον αέρα. Μερικά παράξενα λόγια γύριζαν στο νου μου και δεν είχα ιδέα τι σήμαιναν. Κρατήθηκα από το χέρι του Λαχάρ προσπαθώντας να διατηρήσω την ανάσα μου σταθερή. Τι μου συνέβαινε;

«Αλιάνα, είσαι καλά;» ρώτησε ανήσυχος και έσκυψε κοντά μου.

«Μμ...ναι ναι. Μα οι φωνές. Τα λόγια. Τι σημαίνουν;».

«Τα λόγια;».

«Δεν τα ακούς;».

«Αλιάνα τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκε και ακούμπησε το μέτωπό μου με το ελεύθερο χέρι του «Μα εσύ καίγεσαι στον πυρετό! Πρέπει να διακόψω τη συνάντηση».

«Είναι σημαντικό. Θα περάσει. Δεν είναι τίποτα» έσφιξα με δύναμη το μπράτσο του.

Την διαφωνία του την διέκοψαν οι ψαλμοί των Γερόντων και ένα εκτυφλωτικό γαλάζιο φως που έλουσε τον χώρο. Ένιωσα το κεφάλι μου να πάλλεται και ξαφνικά ο πόνος αυξήθηκε. Τόσο που σχεδόν με γονάτισε, αλλά κατάφερα να κρατηθώ και να σταθώ όρθια. Όσο το κεφάλι μου παλλόταν, τόσο το φως φαινόταν όλο και πιο δελεαστικό. Γλίστρησα από το κράτημα του Λαχάρ και περνώντας ανάμεσα από τους υπόλοιπους βγήκα μπροστά και τα μάτια μου εντόπισαν το αντικείμενο που έβγαζε όλο αυτό το φως.

Ήταν μια γαλάζια πέτρα, με σκαλισμένο επάνω της ένα χρυσό τριαντάφυλλο που το περιέβαλε το αγκαθωτό στέλεχός του, ενώ κάτω από αυτό βρισκόταν μια λεπτή χρυσή βελόνα με το σχέδιο να μοιάζει σαν σκήπτρο. Όσο πιο πολύ παρατηρούσα την πέτρα τόσο πιο πολύ αναγνώριζα το σκαλισμένο σχέδιο.

Η ιερή σφραγίδα, η σφραγίδα του...

Το ουρλιαχτό μου ξέσκισε την σιωπή και τις ψαλμωδίες. Οι Γέροντες στράφηκαν προς το μέρος μου ανέκφραστοι, μα απειλητικοί. Από μακριά άκουγα την φωνή του Λαχάρ να με φωνάζει, μα δεν άκουγα. Δεν μπορούσα να την ελέγξω.

Η καλύπτρα έπεσε από το καταραμένο μάτι μου. Ήταν ελεύθερη.

«Δεν θα σας αφήσω να μου την πάρετε!» ούρλιαξε η Κάλιντα και αμέσως στράφηκε στους υπόλοιπους που παρευρίσκονταν στο χώρο. Όλοι έκαναν ένα βήμα πίσω μόλις ήρθαν αντιμέτωποι με τα γαλάζια της μάτια και κανείς δεν τόλμησε να ξεσπαθώσει.

«Τι στο όνομα των Θεών είστε εσείς; Τι πλάσματα είστε;» η Κάλιντα γύρισε στους Γέροντες με φοβισμένα μάτια.

Βρισκόταν σε ένα χώρο που της θύμιζε την πρώτη φορά που είχε πατήσει σε αυτό το καταραμένο σημείο. Τότε προσπάθησαν να την φυλακίσουν και να την χρησιμοποιήσουν. Ήθελαν να υποφέρει και να τιμωρεί. Να είναι ένα ελεγχόμενο όπλο. Έπρεπε να φύγει από εκεί μέσα. Να εξαφανιστεί.

Οι Γέροντες δεν μίλησαν, δεν της απάντησαν, δεν την κοίταξαν. Απλά στέκονταν εκεί με την σφραγίδα ανάμεσά τους.

«Δε θα μου την πάρετε! Πάλεψα για αυτήν τόσα χρόνια! Δεν θα τελειώσουν όλα έτσι!».

Μια τρανταχτή φωνή τρύπησε το μυαλό της και την έκανε να σιωπήσει. Εκείνη έψαξε να δει από πού ακούστηκε. Ποιος την διέταξε να σταματήσει. Όλοι εκεί μέσα ήταν εχθροί τους. Όλοι ήθελαν να τις φυλακίσουν. Να τις σκοτώσουν. Ο προδότης βρισκόταν ανάμεσά τους και κανείς δεν τον είχε καταλάβει. Ποιος ήταν; Ποιος υποκρινόταν τόσο καλά; Τα σχέδιά της ανατρέπονταν και το χάος θα ξεσπούσε. Δεν έπρεπε να μείνει άλλο εκεί. Θα έφευγε και θα γυρνούσε μετά από άλλα 20 έτη, στη νέα Σελήνη. Ως τότε θα κρατούσε την Αλιάνα ζωντανή και μακριά από το κάθε κακό. Θα έβρισκε άλλο τρόπο να...

«Κάλιντα;» την φώναξε κάποιος.

Ο Λαχάρ. Ο πρίγκιπας.

Εκείνη τον κοίταξε λυπημένη. Ήταν η πρώτη φορά που άφηνε τα συναισθήματά της ελεύθερα και δεν μπορούσε να αποδώσει την ζωντάνια τους και την καταστροφή που της προκαλούσαν. Την έκαναν να πονάει ξανά. Φανέρωναν τις αληθινές της προθέσεις. Και αυτό δεν το ήθελε. Είχε μπλεχτεί με την Αλιάνα και ένιωθε τον αντίκτυπο των δικών τη συναισθημάτων. Την κυρίευε η απόγνωση.

Ο πρίγκιπας έκανε ένα βήμα μπροστά προσπαθώντας να την πλησιάσει. Η Κάλιντα χωρίς δεύτερη σκέψη έβγαλε το στιλέτο από το θηκάρι του έτοιμη να αμυνθεί.

«Μην με πλησιάζεις. Για το καλό σου και το δικό της» τον προειδοποίησε. Μα εκείνος έκανε πως δεν άκουσε. Προχωρούσε αργά και σταθερά με τα χέρια υψωμένα μπροστά του.

Οι υπόλοιποι ήταν έτοιμοι να επιτεθούν με τον αρχηγό των Θραχάρ να ψάχνει για ένα άνοιγμα ώστε να καταφέρει να την θάψει πάλι μέσα στην Αλιάνα. Ο κύκλος γύρω της έσφιγγε και δεν είχε άλλο χρόνο. Άφησε το σώμα της να γίνει καπνός ώστε να περάσει πάνω από τους εχθρούς της. Έτρεξε ως την πόρτα της σωτηρίας. Αν έβγαινε από εκεί όλα θα διορθώνονταν. Άπλωσε το χέρι της στο βαρύ πόμολο.

Ξαφνικά τινάχτηκε πίσω σα να την χτύπησε κεραυνός και το κεφάλι της χτύπησε το λείο έδαφος. Η όρασή της σκοτείνιαζε και δεν ήξερε γιατί. Κάποιος τράβηξε το χέρι της και μαζί με αυτό τραβούσε και το κορμί της. Αναμνήσεις παλιές που είχε θάψει την χτύπησαν. Την οδηγούσαν ξανά στο θάνατό της.

Φωνές ακούγονταν παντού και γρήγορα βήματα. Η μυρωδιά της σκόνης και του καπνού μπλέχτηκαν μεταξύ τους και την εμπόδιζαν να ανασάνει. Ή ίσως έφταιγε το κράτημα στο λαιμό της. Το χέρι του Γέροντα είχε πιάσει τον λεπτό της λαιμό και την είχε σηκώσει στον αέρα. Κάτι της ψιθύρισε και εκείνη το κατάλαβε.

Μα ήταν πλέον αργά.

Ο Γέροντας έφερε το άλλο ροζιασμένο χέρι του στο πρόσωπό της, σβήνοντας το φως της, κρύβοντάς της τον κόσμο. Ύστερα την άφησε να πέσει από το κράτημά του στο κρύο έδαφος.

Και έψαχνα, έψαχνα να βρω που ήμουν. Γιατί δεν έβλεπα; Τι είχε γίνει;

«Λαχάρ;» φώναξα στο μαυρισμένο τοπίο και άπλωσα τα χέρια μου στο κενό. Προσπάθησα να σηκωθώ μα τα πόδια μου τρέκλισαν κάτω από το βάρος μου. Το πίσω μέρος του κεφαλιού μου πονούσε.

Κάποιος με έπιασε πριν σωριαστώ και τινάχτηκα μακριά από το ξένο κράτημα. Μα ο άγνωστος δεν τα παράτησε.

«Αλιάνα εγώ είμαι! Ο Λαχάρ. Σε παρακαλώ, μη με φοβάσαι» είπε και μόνο τότε τράβηξα το χέρι του κοντά μου.

«Λαχάρ δεν μπορώ να δω. Τι έγινε; Γιατί δεν μπορώ να δω;».

«Ηρέμησε… θα σου τα εξηγήσω όλα όταν γυρίσουμε στο κάστρο».

Η ηχώ της φωνής των Γερόντων έκανε το έδαφος από κάτω μας να τρέμει. Κράτησα σφιχτά τον Λαχάρ και προσπάθησα να πάω όσο πιο κοντά του γινόταν.

«Δεν γίνεται αυτό! Δεν φταίει σε τίποτα!» φώναξε ο Λαχάρ και με προσεκτικές κινήσεις με έφερε πίσω από την πλάτη του.

«Λαχάρ, ως βασιλιάς σου, σε διατάζω να την αφήσεις! Οι Γέροντες μίλησαν. Θα μείνει εδώ μέχρι την ημέρα της τελετής» είπε ο βασιλιάς της Ινάλ και ο λόγος του ήταν σταθερός, σοβαρός και απειλητικός.

Με φοβούνταν. Τι είχα κάνει;

«Θα είναι κλεισμένη σε ένα κελί και θα ζει σα φυλακισμένη; Μα δεν αποτελεί κίνδυνο πλέον! Το βλέπεις και εσύ ο ίδιος!» συνέχισε να μαλώνει ο Λαχάρ.

«Λαχάρ, μην συνεχίζεις αυτή τη συζήτηση και μην αγνοείς τις διαταγές μου. Η Αλιάνα ξέρει τί κίνδυνο αποτελεί και θα μείνει εδώ. Είναι καλύτερα για εκείνη και για όλους μας. Εσύ έπρεπε να το έχεις καταλάβει καλύτερα από όλους».

Έσφιξα την πουκαμίσα του μέσα στα δάχτυλά μου και τον έσπρωξα μπροστά, απομακρύνοντάς τον από κοντά μου.

«Λαχάρ, δεν ξέρω τι συνέβη, αλλά εγώ το προκάλεσα ό, τι και αν ήταν. Άκουσε τον πατέρα σου και τους Γέροντες. Θα ξαναβρεθούμε σύντομα» είπα προσπαθώντας να χαμογελάσω, μα απέτυχα οικτρά.

Δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του μα καταλάβαινα πως είχε σκύψει το κεφάλι του και πολεμούσε το δίλημμα μέσα του. Μα πάντα πρώτη ήταν η πατρίδα και πριν απ' όλα το βασίλειο. Σε αυτά λογοδοτούσε.

Ένα μικρό χτύπημα στην πλάτη και μια γλυκιά φωνή με έστρεψε στην αντίθετη κατεύθυνση και την ακολούθησα πιστά. Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Περίμενα να χάσω τα πάντα.

Έτσι δεν είναι, Κάλιντα;

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, η όρασή μου είχε επιστρέψει. Δεν ήξερα αν είχε περάσει μια μέρα ή περισσότερες. Βρισκόμουν σε ένα μικρό δωμάτιο, χωρίς παράθυρα και μόνο ένα δαυλό να με φωτίζει δειλά. Κρατώντας με στο σκοτάδι δεν ρίσκαραν την εμφάνιση της Κάλιντα. Έφερα τα χέρια μου μπροστά μου μα δυο αλυσίδες τα κρατούσαν δεμένα κοντά στο σώμα μου και κάθε φορά που τα τίναζα οι αλυσίδες βάφονταν στιγμιαία γαλάζιες.

Ο χώρος μύριζε περίεργα, όπως ο υπόλοιπος ναός. Σαν καμένο τριαντάφυλλο με θυμάρι. Η μυρωδιά πλανιόταν στο μικρό δωμάτιο μαζί με την κλεισούρα και την μούχλα. Έπεσα στο πλάι προσπαθώντας να συνηθίσω το σκοτάδι. Κλειδωμένη μέσα εδώ, όσο και να ήθελα να διαγράψω τις σκέψεις μου, εκείνες δεν με άφηναν ήσυχη. Μπορούσα να ακούσω την καρδιά μου που χτυπούσε δυνατά και το τριβέλισμα της φωτιά που χόρευε πάνω στο δαυλό.

Ξάφνου ακούστηκε ένα τρίξιμο μιας πόρτας που ανοίγει. Μα δεν κατάφερα να δω από πού προερχόταν. Το σκοτάδι ήταν άπλετο και εισέβαλε σε όλο το χώρο σβήνοντας το δαυλό μου. Αμέσως τραβήχτηκα στον τοίχο και σηκώθηκα όρθια προσπαθώντας να αφουγκραστώ τον αχνό ήχο βημάτων. Τα μάτια μου προσπαθούσαν να διαλύσουν το σκοτάδι και ο γρήγορος ήχος της καρδιάς μου με αποσυντόνιζε.

«Ποιος είναι εκεί;» ρώτησα με σπαστή φωνή.

Φοβόμουν.

Ένιωθα πως το σκοτάδι με πλησίαζε και μια δίνη άνοιγε το στόμα της να με καταπιεί. Ένιωθα αδύναμη και τρομοκρατημένη.

Μια φωνή σκάλωσε στο αυτί μου και μια ζεστή ανάσα με έκανε να αναριγήσω από τον φόβο.

«Με συγχωρείς, μα θέλω να μιλήσω στην κόρη μου».

Και μετά; Τίποτα.
 
 
Ella Sarlot