Ο Οίκος των Δράκων ΙΙ (Κεφάλαιο 15)

Ορόρα


Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες η Ορόρα είχε βρεθεί στο σπίτι της Ντεσμέρας. Από τότε που ο Ντέβαν και η Κίρα είχαν φύγει δεν είχε κανέναν για να μιλήσει. Ο Νάριαν ήταν νεκρός, η Νερίσσα την απεχθανόταν, και η Κάλικ δεν ήταν το άτομο στο οποίο πήγαινες για να συζητήσεις σοβαρά θέματα. Ένιωθε μόνη. Μπορεί η Ντεσμέρα να μην ήταν στην κορυφή της λίστας με τα αγαπημένα της πρόσωπα, αλλά και πάλι ήταν πιο εύκολο να μιλήσει σε εκείνη παρά στον Αίρυς. Άλλωστε, χρειαζόταν πληροφορίες που μόνο εκείνη μπορούσε να της δώσει.

Η συνάντηση με τη Νερίσσα την απασχολούσε ακόμα. Αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να πει στην Ντεσμέρα πως της είχε δώσει το κολιέ της, αλλά αποφάσισε ότι θα ήταν καλύτερο να μην το κάνει. Παρά τα όσα είχαν συμβεί ανάμεσα στους γονείς της ήξερε πως ένα μικρό κομμάτι της Ντεσμέρας, κρυμμένο τόσο βαθιά μέσα της που ίσως κι εκείνη να αγνοούσε την ύπαρξή του, νοιαζόταν ακόμα για τον άντρα που είχε αγαπήσει κάποτε, ακόμα κι αν αυτός ο άντρας δεν υπήρχε πια.

«Ήρθε ένα γράμμα από την Νταχάρα σήμερα το πρωί» είπε, καθώς έπαιρνε την κούπα με το ζεστό τσάι από τα χέρια της Θεραπεύτριας. «Ο Άρχοντας Κάσρελ κάλεσε τους Ντρόγκομιρ στη γιορτή της μικρής Λυσσάντρας».

«Μια προσφορά ειρήνης;» αναρωτήθηκε η Ντεσμέρα με μια δόση υποψίας στη φωνή της και κάθισε στη θέση της δίπλα στο τζάκι.

«Μάλλον μια προσβολή» αποκρίθηκε η Ορόρα και ήπιε μια μεγάλη γουλιά, αγνοώντας το κάψιμο στη γλώσσα της. «Η πρόσκληση απευθυνόταν στον Ντέβαν. Είναι λες και ο Κάσρελ αναγνωρίζει εκείνον ως Άρχοντα του Οίκου, αγνοώντας τον άρχοντα-πατέρα μας».

Η έκφραση του πατέρα της, όταν είχε διαβάσει τη σχετική πρόσκληση, θυμόταν ότι την είχε τρομάξει. Τα μάτια του έκαιγαν σαν δυο γαλάζιες δίδυμες φλόγες, το σαγόνι του ήταν τόσο σφιγμένο που η Ορόρα είχε αναρωτηθεί αν τα δόντια του θα θρυμματίζονταν από την πίεση, και οι φλέβες στον λαιμό του πάλλονταν. Έμοιαζε με έναν εξαγριωμένο λύκο, που είχε γυμνώσει απειλητικά τα δόντια του και ήταν έτοιμος να ξεσκίσει τα πάντα. Εκείνη τη στιγμή κανείς δεν είχε τολμήσει τα κουνηθεί ούτε να μιλήσει, η ησυχία που είχε απλωθεί στην αίθουσα ήταν τόσο έντονη, λες και όλοι κρατούσαν τις ανάσες τους, σαν να φοβόντουσαν πως ακόμα και αυτός ο μικρός ήχος θα έστρεφε την προσοχή του Άρχοντα πάνω τους. Και ο άμοιρος αγγελιοφόρος που είχε φέρει το γράμμα τώρα βρισκόταν μέσα σε ένα από τα κελιά του κάστρου.

Η Ορόρα προσευχόταν να μην στραφεί ο πατέρας της ενάντια στον Ντέβαν. Η πρόσκληση είχε φέρει στην επιφάνεια υποψίες που ήδη υπήρχαν, αφού από καιρό ο Αίρυς είχε αρχίσει να αμφισβητεί την αφοσίωση του γιου του. Οι σχέσεις τους ισορροπούσαν σε τεντωμένο σχοινί λόγω της Κίρας και αυτό το γράμμα είχε έρθει για να ρίξει λάδι στη φωτιά.

«Αυτοί οι δυο δεν πρόκειται να αλλάξουν ποτέ» μουρμούρισε η Ντεσμέρα, με το βλέμμα της καρφωμένο στις φλόγες στο τζάκι. «Ακόμα κατηγορούν ο ένας τον άλλο για τον θάνατο της Ροσλίν Ρίχακ. Αυτή η φωτιά σιγόκαιγε εδώ και χρόνια. Φαντάζομαι πως ήταν θέμα χρόνου μέχρι να ξαναφουντώσει και να βγουν τα πράγματα εκτός ελέγχου»

Η Ορόρα παρατήρησε μια θλίψη στο βάθος των χρυσών ματιών της που αντανακλούσαν το φως της φωτιάς και τώρα έλαμπαν με ένα ζωηρό πορτοκαλί χρώμα. Η προηγούμενη απορία της βγήκε ξανά στην επιφάνεια, αν η Ντεσμέρα νοιαζόταν ακόμα για τον Αίρυς και η αναφορά στη χαμένη αγαπημένη του της προκαλούσε θλίψη, αλλά ο λόγος που την είχε οδηγήσει εκεί σήμερα ήταν άλλος.

«Μπορείς να μου πεις για τη Σύναξη του Ελεάζαρ;» τη ρώτησε και ήπιε άλλη μια γουλιά από το τσάι της.

«Τι θες να μάθεις;»

«Τα πάντα» απάντησε επιτατικά. Το σχέδιο του πατέρα της ήταν να περάσει από την Οροσειρά της Υρκόνια και να επιτεθεί στην Νταχάρα από τα νότια τη στιγμή που θα ήταν περισσότερο ευάλωτοι. Αυτό θα τους έφερνε αντιμέτωπους με τις μάγισσες, κάνοντας τες το πρώτο και πιο επείγον πρόβλημα που θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να κάνουν στην άκρη και να αφήσουν έναν στρατό να περάσει από την περιοχή τους, και ήταν πολύ πιο επικίνδυνες από τους απλούς στρατιώτες. Ήθελε να ξέρει ποιος είναι ο εχθρός της, τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες του.

«Ο Ελεαζάρ παίρνει τη δύναμή του από τους αριθμούς του. Χιλιάδες μάγοι ζουν στην Οροσειρά και ανάμεσα τους υπάρχουν Αλχημιστές, Μεταμορφιστές, Θεραπευτές, ακόμα και μερικές Μάντισσες»

«Και πώς μπορεί να τους ελέγχει όλους;»

«Είναι χωρισμένοι σε Συνάξεις, με αρχηγούς που τους οργανώνουν και τους διοικούν, αλλά όλοι τους λογοδοτούν στον Ελεαζάρ, όπως κάνουν οι μάγισσες του Δάσους των Ψιθύρων με τη Ραζιγιέ. Θα δουν τον στρατό μίλια προτού τους πλησιάσει και, πίστεψέ με, έχουν τα μέσα για να αντεπιτεθούν. Ακόμα κι αν ο Αίρυς καταφέρει να περάσει, ο στρατός του θα βγει αποδυναμωμένος από τη συμπλοκή»

Αυτό φοβόταν κι εκείνη. Τι θα γινόταν αν οι εχθροί τους - και οι Ντρόγκομιρ είχαν καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να δημιουργήσουν πολλούς όλα αυτά τα χρόνια- έβρισκαν την ευκαιρία για να τους επιτεθούν και να επεκτείνουν λίγο τα σύνορα τους;

«Πες μου για τον Ελεαζάρ» την παρακάλεσε, και η Ντεσμέρα της εξήγησε πρόθυμα:

«Τον ανέθρεψαν για να γίνει ηγέτης. Είναι απόλυτος με τους νόμους του και δεν ανέχεται καμία παράβαση ή ανυπακοή. Όπως δε θα ανεχθεί και καμία καταπάτηση της περιοχής του…» είπε, και η Ορόρα θυμήθηκε τους Ορεσίβιους στις Σπηλιές των Οστών, πως είχαν προτιμήσει να παραδοθούν και να ορκιστούν υποταγή στη Ραζιγιέ παρά να επιστρέψουν στον Ελεαζάρ.

«Ο άρχοντας πατέρας μου πιστεύει πως, αν οι μάγισσες μάς επιτεθούν, μπορεί να τις νικήσει, όπως είχαν κάνει οι Ντρόγκομιρ παλαιότερα… Από τότε που έχει σπάσει η κατάρα, νομίζει πως είχε γίνει ανίκητος».

«Διαφορετικός καιρός και διαφορετικές συνθήκες τότε, διαφορετικός καιρός και διαφορετικές συνθήκες τώρα»

«Και η Ραζιγιέ; Τι στάση πιστεύεις πως θα κρατήσει;» τη ρώτησε ξανά η Ορόρα, και η Ντεσμέρα έμεινε σκεφτική για λίγο.

«Η Ραζιγιέ μπορεί να εκτιμάει τον Ντέβαν, αλλά μη πιστέψεις ούτε για μια στιγμή ότι θα ενωθεί με τους Ντρόγκομιρ ενάντια στους όμοιούς της. Δε θα απέκλεια μια συμμαχία με τον Ελεαζάρ, αν νιώσει ότι απειλείται».

Η Ορόρα αναστέναξε σιγανά. Ήλπιζε να ακούσει ότι η Ραζιγιέ θα παρέμενε ουδέτερη, αλλά θα έπρεπε να έχει μάθει μέχρι τώρα πως οι μάγισσες υπερασπίζονταν όλα τα εδάφη τους. Είχαν ξεριζωθεί από τα σπίτια τους μια φορά στο παρελθόν και δεν ήταν διατεθειμένες να αφήσουν την ιστορία να επαναληφθεί.

«Και ο Ραίγκαρ; Οι εχθροί μας έχουν μια τάση να στρέφουν την προσοχή τους πάνω του. Αν τον σκοτώσουν είναι ο πιο εύκολος τρόπος να μας αποδυναμώσουν…» προβληματίστηκε η Ορόρα, κι ένα ρίγος τη διαπέρασε με αυτή τη σκέψη. Τι είχε κάνει ο ανιψιός της για να βρίσκεται πάντα στο κέντρο των συγκρούσεων; Ήταν μόνο ένα μωρό...

«Δε θα το χαρακτήριζα εύκολο. Ο εγγονός μου έχει γύρω του τόσους ανθρώπους που θα τον υπερασπιστούν ενάντια σε οποιαδήποτε απειλή, δε θα ανησυχούσα για την ασφάλειά του. Η Ραζιγιέ τον έκανε μέλος της Σύναξής της τη μέρα που γεννήθηκε, που σημαίνει πως οι Ημισέληνοι έχουν δώσει όρκο να τον προστατεύουν σαν να ήταν ένας από τους δικούς τους. Εσείς οι υπόλοιποι είστε που πρέπει να φοβάστε» αποφάνθηκε η μεγάλη γυναίκα και η νεαρή κοπέλα ξανάσανε. Τουλάχιστον ο Ραίγκαρ δεν κινδύνευε, αυτό ήταν μια παρηγοριά.

«Ήθελα να σε ρωτήσω και κάτι άλλο» ξεκίνησε να λέει, αλλάζοντας το θέμα. «Υπάρχει μια κοπέλα που ξέρω και είναι έγκυος. Τουλάχιστον πέντε φεγγάρια, νομίζω. Είναι χλομή, συνεχώς εξαντλημένη, και αρρωσταίνει συχνά».

«Ποια είναι αυτή η κοπέλα;».

«Δεν έχει σημασία… Έχει κάτι σοβαρό;».

«Αν τα πράγματα είναι έτσι, όπως τα περιγράφεις, τότε η πείρα μου μού λέει πως αυτά είναι σημάδια ότι το σώμα της είναι αδύναμο και το μωρό που κουβαλάει παίρνει τη δύναμή της για να μεγαλώσει. Πιθανότατα να μην επιβιώσει από τη γέννα»

Καημένε Έντγκαρ, ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε. Μπορεί να παρίστανε τον σκληρό και η Ορόρα ήθελε ακόμα να τον δείρει, αλλά μπορούσε να δει ότι αγαπούσε εκείνη την κοπέλα...

«Και αν έχει μια μάγισσα μαζί της¨, όταν θα έρθει το μωρό;».

«Τότε τα πράγματα αλλάζουν. Αυτή η κοπέλα είναι φίλη σου;».

«Δεν είμαι σίγουρη ακόμα… Πρέπει να φύγω» κατέληξε, αλλά κάτι της έλεγε ότι θα επέστρεφε σύντομα. Το μόνο σίγουρο ήταν πως έπρεπε να μιλήσει με τον Έντγκαρ και την Αμελί. Σήμερα κιόλας...



Περίμενε μέχρι να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν την έβλεπε και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού. Ο ήλιος βρισκόταν ψηλά στον ουρανό και πολλοί κυκλοφορούσαν στους γύρω δρόμους, το θέαμα της Ορόρας Ντρόγκομιρ να μπαίνει στο σπίτι μιας χωρικής δε θα περνούσε απαρατήρητο.

Η Αμελί άνοιξε την πόρτα και κοίταξε ξαφνιασμένη τη νεαρή Ντρόγκομιρ που στεκόταν στο κατώφλι της. «Αρχόντισσά μου» είπε, κάνοντας μια μικρή υπόκλιση, και χαμήλωσε το βλέμμα της. «Παρακαλώ, πέρασε μέσα!»

Έκανε στην άκρη για να την αφήσει να περάσει και έκλεισε γρήγορα την πόρτα. Η Ορόρα έλυσε τον μανδύα της και τον άφησε στην κρεμάστρα δίπλα στην πόρτα.

«Δε χρειάζεται να κρατάμε τους τύπους, αν και είναι ωραίο να βλέπω πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που έχουν τρόπους. Εξάλλου, είμαι θεία του μωρού που περιμένεις. Πώς αισθάνεσαι σήμερα;»

«Καλά, αρχόντισσά μου»

«Ορόρα»

«Δεν μπορώ να σε αποκαλώ με το όνομά σου, αρχόντισσά μου. Δε θα ήταν πρέπον»

«Αποκαλείς τον Έντγκαρ άρχοντά μου;»

«Όχι, αλλά...»

«Τότε μπορείς να αποκαλείς και εμένα Ορόρα. Έλα να καθίσουμε»

Την παρατήρησε, καθώς πήγαιναν προς το καθιστικό. Ήταν περίπου ένα κεφάλι πιο κοντή από εκείνη -αν και η Ορόρα ήταν γενικά πιο ψηλή από τις περισσότερες γυναίκες-, αλλά υπήρχε κάτι αέρινο στις κινήσεις της και περπατούσε με χάρη παρά τη φουσκωμένη κοιλιά της. Είχε αφήσει κάτω τα μαλλιά της και η Ορόρα πρόσεξε με ενδιαφέρον ότι δεν ήταν το απλό καστανόξανθο που νόμιζε ότι είχαν, όταν τα είχε δει πλεγμένα, αλλά είχαν διάφορες αποχρώσεις του ξανθού, από το σκούρο του μελιού μέχρι το ανοιχτό ξανθό της ηλιαχτίδας. Η Αμελί κάθισε αργά στον καναπέ και ακούμπησε τα χέρια της προστατευτικά πάνω στην κοιλιά της. Υπήρχαν σκιές κάτω από τα καστανά μάτια της, αλλά λίγο από το χρώμα είχε επιστρέψει στα μάγουλά της.

«Τρέφεσαι σωστά;» τη ρώτησε και κάθισε δίπλα της.

«Ναι, αρχ... Ναι»

«Ξεκουράζεσαι;»

Η Αμελί ένευσε καταφατικά. «Σταμάτησα να δουλεύω πριν από λίγους μήνες, οπότε δεν έχω κάτι για να με κουράζει»

«Ο Έντγκαρ σου ζήτησε να σταματήσεις;»

«Είπε πως θα μας φροντίζει εκείνος και πως δε χρειάζεται να ράβω. Αλλά σκοπεύω να επιστρέψω στη δουλειά, όταν το μωρό θα μεγαλώσει λίγο»

«Γιατί; Μπορείς να ζήσεις μια εξασφαλισμένη ζωή, με υπηρέτες να φροντίζουν για τις δικές σου ανάγκες και του παιδιού σου. Είμαι σίγουρη πως ο Ένγκαρ...»

Η Αμελί σήκωσε το κεφάλι της και για πρώτη φορά την κοίταξε κατάματα. «Δε βλέπω το παιδί μου ως ένα μέσο για να εξασφαλιστώ» είπε, και η Ορόρα μπορούσε να δει στο βλέμμα της πως τα λόγια της την είχαν προσβάλει. Αλλά μπορούσε να δει και κάτι άλλο, περηφάνια και δυναμισμό, λες και η ντροπαλή κοπέλα είχε εξαφανιστεί και στη θέση της είχε έρθει μια άλλη γυναίκα.

«Ούτε είμαι με τον Έντγκαρ για αυτόν τον λόγο. Από τα δεκατρία μου φροντίζω μόνη μου τον εαυτό μου και ποτέ δεν έψαξα για έναν άντρα ώστε να βολευτώ. Γι' αυτό δεν πρόκειται να αφήσω το ράψιμο, επειδή αυτό με βοήθησε να επιβιώσω, και ακόμα κι αν ο Έντ αποφασίσει να εξαφανιστεί και να μην ξανακοιτάξει πίσω ποτέ, εγώ θα βρω έναν τρόπο να μεγαλώσω το παιδί μου» πρόσθεσε, και η Ορόρα ένιωσε έναν νέο σεβασμό για τη νεαρή γυναίκα που καθόταν δίπλα της.

«Δυσκολεύομαι να καταλάβω πως ο ξάδελφός μου βρήκε μια κοπέλα σαν κι εσένα…»

«Χαμηλής καταγωγής;» ρώτησε η Αμελί, και μια χροιά ντροπής τρύπωσε ξανά μέσα στη φωνή της.

«Τίμια» της απάντησε και έπιασε το λεπτοκαμωμένο χέρι της. «Ευγενική. Καλή. Δεν ξέρω τι συμφωνία έκανε με τους Θεούς αυτός ο κακότροπος, εγωιστής, αντιπαθητικός άνθρωπος, για να του στείλουν κάποια σαν κι εσένα…»

«Ο Έντ δεν είναι έτσι. Η συμπεριφορά του είναι λίγο... παρεξηγήσιμη, αλλά μπορεί να γίνει πολύ τρυφερός και γενναιόδωρος και ζεστός, όταν θέλει…» αντιτάθηκε με σιγουριά η Αμελί. Η Ορόρα δυσκολευόταν να το πιστέψει, αλλά ποια ήταν εκείνη για να πει σε μια ερωτευμένη γυναίκα ότι ο αγαπημένος της δεν ήταν τόσο τέλειος όσο πίστευε;

«Είμαι περίεργη, πώς γνωριστήκατε εσείς οι δυο;» συνέχισε ωστόσο την κουβέντα.

«Είναι μεγάλη ιστορία» αποκρίθηκε η Αμελί με μια ελαφριά αμηχανία που προσπάθησε να κρύψει.

«Έχω χρόνο της είπε, και βολεύτηκε καλύτερα στη θέση της για να δώσει έμφαση στα λόγια της, ενώ τα μάγουλα της Αμελί κοκκίνισαν και χαμήλωσε το βλέμμα της.

«Λοιπόν... Πριν από δυο χρόνια συναντηθήκαμε τυχαία στην αγορά. Για την ακρίβεια έπεσε πάνω μου. Ήταν πολύ αγενής εκείνη τη μέρα»

Αυτό ακούγεται σαν τον Έντγκαρ, σκέφτηκε η Ορόρα.

«Σου μίλησε άσχημα;»

Το κοκκίνισμα της Αμελί έγινε πιο έντονο. «Εγώ τον έβρισα» ομολόγησε, και παρατηρώντας τα σηκωμένα φρύδια και την έκπληκτη έκφραση της νεαρής Ντρόγκομιρ πρόσθεσε: «Εκείνη η μέρα ήταν πολύ δύσκολη για μένα…»

Κι ήταν έτοιμη να συνεχίσει, όμως την ίδια στιγμή οι δύο γυναίκες άκουσαν την πόρτα του σπιτιού να ανοίγει. Τα βαριά βήματα του Έντγκαρ αντήχησαν στον διάδρομο και ο νεαρός Ντρόγκομιρ εμφανίστηκε στην είσοδο του σαλονιού, και το πρόσωπο της Αμελί έλαμψε μόλις τον είδε. Μόλις όμως αντιλήφθηκε την παρουσία της Ορόρας, τα μάτια του στένεψαν και η έκφραση που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του ήταν σαν να είχε δαγκώσει κάτι ξινό.

«Πρέπει να σου αρέσει πολύ αυτό το σπίτι, ξαδέλφη» έκανε ενοχλημένος, αλλά το συνηθισμένο δηλητήριο που έσταζαν τα λόγια του έλειπε από τη φωνή του. «Αφού απ’ ό,τι φαίνεται, περνάς περισσότερο χρόνο εδώ απ’ ό,τι εγώ»

«Είναι πράγματι ένα πολύ άνετο σπίτι» αποκρίθηκε εκείνη και σηκώθηκε όρθια για να πάει κοντά στον ξάδελφό της. «Όμως φοβάμαι πως ο λόγος της επίσκεψής μου είναι άλλος. Η αλήθεια είναι πως σε περίμενα. Θέλω να μιλήσω και στους δυο σας…»

«Αν προσπαθείς να χρησιμοποιήσεις την Αμελί για να με χειραγωγήσεις, ώστε να συμμετάσχω στο σχέδιο σου, σου ορκίζομαι ότι θα σε κάνω να το μετανιώσεις» την απείλησε χαμηλόφωνα ο Έντγκαρ.

«Άσε τις απειλές, γιατί δεν περνάνε σε εμένα! Αυτό που θέλω να σας πω δεν έχει καμία σχέση με αυτό το θέμα. Προσπαθώ να σε βοηθήσω, αχάριστε!»

Δε θα του άρεσε η πρόταση της να στείλει την Αμελί στο Δάσος των Ψιθύρων για να είναι δίπλα στην Ντεσμέρα μέχρι να γεννήσει, και ήξερε πως η πικρόχολη διάθεσή του τους μήνες που θα ακολουθούσαν θα ήταν μια δοκιμασία για να μην τον δολοφονήσει. Αλλά αν η δυσαρέσκειά του ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουν για να εξασφαλίσουν ότι η ζωή της Αμελί και του παιδιού δεν κινδύνευαν, ας ήταν. Ακόμα και κάποιος τόσο ξεροκέφαλος όσο εκείνος θα καταλάβαινε πως αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει.

Ο Έντγκαρ άνοιξε το στόμα του για να της απαντήσει εκτοξεύοντας κάποια προσβολή, αλλά ένα ξαφνιασμένο επιφώνημα από τον καναπέ τους έκανε να γυρίσουν τα κεφάλια τους και να κοιτάξουν την Αμελί που κρατούσε την κοιλιά της και με τα δυο της χέρια. Χωρίς να χάσει στιγμή, ο Έντγκαρ έτρεξε στον καναπέ και γονάτισε μπροστά της.

«Τι είναι;» τη ρώτησε τρομαγμένος. «Έπαθε κάτι το μωρό;»

Αντί να του απαντήσει, η Αμελί έπιασε το χέρι του και το ακούμπησε πάνω στη φουσκωμένη καμπύλη του στομαχιού της. Η μπερδεμένη έκφραση στο πρόσωπο του Έντγκαρ μαρτυρούσε πως δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε, αλλά ξαφνικά τα γαλάζια μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Είχε νιώσει την πρώτη κλοτσιά του παιδιού του, συνειδητοποίησε η Ορόρα, νιώθοντας σαν εισβολέας σε μια ιδιωτική στιγμή που ανήκε μόνο σε αυτούς τους δυο.

Ο Έντγκαρ γύρισε αργά το κεφάλι του προς το μέρος της και την κοίταξε. Πρώτη φορά τον έβλεπε τόσο... Δεν ήξερε τι λέξη να χρησιμοποιήσει. Συγκλονισμένο; Συγκινημένο; Έμοιαζε με έναν τυφλό που είχε βρει το φως του και έβλεπε για πρώτη φορά την ομορφιά αυτού του κόσμου.

«Θα το κάνω» της είπε, αιφνιδιάζοντάς την. «Θα κάνω ό,τι μου πεις» επανέλαβε, και έπειτα στράφηκε ξανά προς την Αμελί, πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά του, προσεχτικά, λες και ήταν φτιαγμένα από λεπτή πορσελάνη και φίλησε τις αρθρώσεις των δαχτύλων της.

«Δε θα φύγω ποτέ από δίπλα σας» της υποσχέθηκε, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι δε θα πολεμούσε δίπλα στον Αίρυς...



Φαίη