Το Μαύρο Διαμάντι (Κεφάλαιο 20: Η Αρχή της Εκπαίδευσης)

Γύρισε απότομα και αντίκρισε ένα αγόρι στην ηλικία του περίπου, με μαύρα κοντά μαλλιά και μαύρα ρούχα να στέκεται πάνω σε ένα βράχο από πάνω τους, ενώ κοιτούσε άγρια τον Μιχάλη.

«Έλεος, ρε Νίκο» του είπε η κοπέλα, «ένα παιδί που μου ζήτησε ο Ζεραήλ να πάω στον ξενώνα»

Εκείνος πήδηξε από το βράχο στο σημείο ακριβώς μπροστά από τον Μιχάλη, με αποτέλεσμα να βρεθεί λίγα εκατοστά μπροστά του κοιτάζοντάς τον με άγριο και εριστικό ύφος. Ο Μιχάλης ξεπέρασε το αρχικό ξάφνιασμα και ανταπέδωσε το άγριο βλέμμα.

«Σταμάτα πια» του φώναξε η κοπέλα σπρώχνοντάς τον μακριά από τον Μιχάλη, «συγγνώμη για αυτό» είπε στον Μιχάλη γυρίζοντας προς αυτόν, «απλά ζηλεύει λίγο παραπάνω από όσο θα έπρεπε»

«Εντάξει, δεν πειράζει» αποκρίθηκε εκείνος, μόλις σκέφτηκε πως ίσως ο τύπος αυτός ανησυχούσε παραπάνω λόγω της κατάστασης στη χώρα, «δε χρειάζεται όμως να φοβάσαι εμένα» είπε στο αγόρι που ονομαζόταν Νίκος.

«Το ελπίζω»

«Κι εγώ»

«Θα έρθω κι εγώ μαζί σας, τότε» ανακοίνωσεο Νίκος.

«Έλα» του είπε ο Μιχάλης ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους του, πριν προλάβει να πει οτιδήποτε η κοπέλα, που κοιτούσε τώρα τον φίλο της με άγριο και αυστηρό ύφος.

Έτσι, οι τρεις τους ξεκίνησαν προς τον ξενώνα, με τον Νίκο να μπαίνει στη μέση, κρατώντας έτσι σε απόσταση την κοπέλα από τον Μιχάλη. Πέρασαν δίπλα από το κτήριο που έμοιαζε με μικρό θεραπευτήριο και συνέχισαν για λίγο την πορεία τους προς ένα σημείο όπου αραίωναν τα σπίτια. Σταμάτησαν μετά από λίγο σε μια καλύβα λίγο διαφορετική από τις άλλες, αφού είχε λευκό χρώμα από έξω και ήταν λίγο μεγαλύτερη από τις υπόλοιπες.

«Φτάσαμε» είπε η κοπέλα, που φαινόταν πως ήταν εκνευρισμένη, «θα σου δείξουν που να πας οι υπεύθυνοι εκεί μέσα. Εγώ θα έρθω να σε πάρω αύριο το πρωί. Θα τα πούμε τότε». Μόλις τελείωσε άλλαξε κατεύθυνση και απομακρύνθηκε.

Ο Νίκος τον κοίταξε για λίγο άγρια και μετά την ακολούθησε χωρίς να πει τίποτα. Τους είδε να χάνονται σιγά-σιγά, με την κοπέλα να περπατά αρκετά γρήγορα και το αγόρι να την ακολουθεί, ενώ ταυτόχρονα της μιλούσε. Χωρίς όμως εκείνη να του απαντά. Ο Μιχάλης γέλασε στιγμιαία και μετά στράφηκε στον ξενώνα.

Χτύπησε την πόρτα και περίμενε. Μετά από λίγο άνοιξε και από πίσω εμφανίστηκε μία γυναίκα, μέσης ηλικίας, με κοντά σγουρά και γκρίζα μαλλιά, φορώντας μία γκρίζα ποδιά επίσης. Τον κοίταξε περίεργα, σαν να απορούσε με την παρουσία του.

«Με στέλνει ο Ζεραήλ να μείνω εδώ»

Η γυναίκα έκανε ένα νεύμα σαν να του έλεγε πως κατάλαβε και του έκανε νόημα να μπει μέσα. Εκεί υπήρχε ένας μικρός κυκλικός χώρος, τον οποίο περιέβαλαν διάφορες ξύλινες πόρτες πάνω στους άδειους λευκούς τοίχους. Τον οδήγησε σε μία που βρισκόταν στα δεξιά και μπήκε μέσα ανοίγοντάς τη με ένα σπρώξιμο, με τον Μιχάλη πάντα πίσω της. Εκεί βρέθηκαν σε έναν διάδρομο, όπου δεξιά και αριστερά υπήρχαν και άλλες πόρτε. Έφτασε μέχρι τέρμα αριστερά, όπου άνοιξε την πόρτα που υπήρχε εκεί.

Τον ενημέρωσε πως θα μένει εκεί και πού θα μπορούσε να γευματίσει. Έπειτα αποχώρησε, αφήνοντάς τον μόνο. Το δωμάτιο δεν ήταν κάτι κάτι ιδιαίτερο. Έμοιαζε πολύ με το δωμάτιο του πανδοχείου στο οποίο είχε κάτσει για μία μέρα όταν ταξίδευε με τον Όμηρο, με ένα τραπέζι και ένα κομοδίνο, χωρίς όμως να διαθέτει παράθυρο. Υπήρχε και μία άλλη πόρτα, που οδηγούσε στην τουαλέτα. Αυτό που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν να κάνει ένα μπάνιο και να ξαπλώσει να κοιμηθεί, έως την επόμενη μέρα. Ήταν ήδη εξαντλημένος από την ανάβαση, αλλά και από όσα έμαθε σήμερα. Χρειαζόταν μια καλή ξεκούραση μετά από όλα αυτά.

Η υπεύθυνη εκεί του έφερε μετά από λίγο κάποια ρούχα και εσώρουχα, ενώ λίγο μετά έκανε μπάνιο και κατέληξε εξαντλημένος στο κρεβάτι. Μπροστά στην κούρασή του δεν υπολόγιζε ούτε την πείνα του, την οποία όμως είχε μάθει να ελέγχει μετά την παραμονή του στο Χίελθ, όπου είχε φάει ελάχιστα. Ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν και σε λίγο βυθίστηκε σε έναν ωραίο και γλυκό ύπνο.

Την επόμενη μέρα που ξύπνησε πρέπει να ήταν νωρίς το πρωί. Ένιωθε πια ξεκούραστος και βγήκε μετά από λίγο έξω από το δωμάτιό του για να ζητήσει λίγο φαγητό, μιας και πεινούσε πάρα πολύ. Βγαίνοντας από το διάδρομο στην κεντρική κυκλική αίθουσα, παρατήρησε από ένα από τα παράθυρα πως ο ήλιος ανέτειλλε εκείνη τη στιγμή. Κάπου σε ένα σημείο της αίθουσας καθόταν μία γυναίκα, η οποία έστρεψε το βλέμμα της πάνω του. Της ζήτησε λίγο φαγητό και εκείνη τον οδήγησε στην πόρτα που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την είσοδο, όπου υπήρχε ένας χώρος με λίγα προχειροφτιαγμένα τραπέζια. Κάθισε σε μια ξύλινη καρέκλα, ενώ εκείνη του έφερε ένα πιάτο που περιείχε φέτες ψωμί με μέλι και ένα πήλινο ποτήρι με γάλα.

Αφού έφαγε μέχρι να ικανοποιήσει την πείνα του, έφυγε από εκεί και κάθισε για λίγο στην αίθουσα, όπου είδε και άλλους ανθρώπους να κυκλοφορούν, είτε έμεναν εκεί είτε ανήκαν στο προσωπικό του ξενώνα που τους βοηθούσε . Υπήρχαν διάφοροι άνδρες και γυναίκες, με καλά ή φθαρμένα ρούχα, διαφόρων ηλικιών. Σε όλους έβλεπε πάντως τη θλίψη και την απόγνωση στο ύφος που είχαν, καθώς περπατούσαν αμίλητοι και με σκυμμένο το κεφάλι.

Το θέαμα αυτό ήταν τόσο δυσάρεστο που δεν άντεξε να το βλέπει άλλο και βγήκε από τον ξενώνα. Στάθηκε έξω και ανέπνευσε τον καθαρό αέρα της περιοχής, ενώ στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς τη λίμνη. Σταμάτησε στην όχθη της και παρατήρησε τα διάφορα πτηνά που επέπλεαν πάνω της, ενώ στη συνέχεια κοιτούσε τους ανθρώπους που κυκλοφορούσαν στο χωριό. Η κακή διάθεση που είχαν φαινόταν από μακριά, από το γεγονός ότι περπατούσαν γρήγορα, ήταν ανήσυχοι, δε μιλούσαν σε κανέναν και πρόσεχαν πολύ τι συνέβαινε γύρω τους, σαν να φοβόντουσαν μήπως κάποιος τους επιτεθεί. Όλο αυτό χαλούσε την όμορφη εικόνα της περιοχής, κάνοντας και την καλή διάθεση του Μιχάλη να εξανεμιστεί.

«Καλημέρα» άκουσε κάποια να λέει.

Γύρισε ξαφνιασμένος και αντίκρισε την κοπέλα που τον οδήγησε χθες στον ξενώνα. Εκείνη του έκανε νόημα να την ακολουθήσει προς την αντίθετη τώρα κατεύθυνση από αυτήν που είχαν περπατήσει χθες, δηλαδή προς την καλύβα του Ζεραήλ.

«Τόσο κακή διάθεση έχουν κάθε μέρα οι άνθρωποι εδώ;» τη ρώτησε μετά από λίγο.

«Ναι, δυστυχώς. Οι περισσότεροι είναι κυνηγημένοι που βρήκαν εδώ καταφύγιο. Πολλοί από τους αυτούς έχουν χάσει δικούς τους ανθρώπους, αλλά και με τους κατοίκους είναι παρόμοια η κατάσταση. Δύσκολα θα δεις κάποιον πια να γελάει. Ήσουν άτυχος που βρέθηκες αυτήν την εποχή εδώ»

«Όχι και τόσο. Εδώ τουλάχιστον δεν υπάρχουν Χιζέρκα να σου λένε τι να κάνεις»

«Σωστό και αυτό»

Τον άφησε έξω ακριβώς από την καλύβα του Ζεραήλ και έφυγε. Εκείνος χτύπησε δυο φορές και μετά περίμενε. Η πόρτα άνοιξε μετά από λίγο και μετά μπήκε μέσα, με την πόρτα να κλείνει απότομα και δυνατά πίσω του. Ο Ζεραήλ καθόταν μέσα στη γνωστή θέση του, ενώ πάνω στο τραπέζι ο Μιχάλης παρατήρησε ένα φθαρμένο βιβλίο και ένα μικρό μπουκάλι που περιείχε ένα λευκό υγρό, το οποίο έμοιαζε με γάλα. Πριν προλάβει να τον κοιτάξει, ο Ζεραήλ έκανε μία κίνηση με το χέρι του, δείχνοντας με μερικά δάχτυλά του το μπουκάλι, το οποίο εκτοξεύτηκε αμέσως μετά προς τον Μιχάλη, ο οποίος το έπιασε την τελευταία στιγμή, πριν τον χτυπήσει.

«Πιες το»

«Τι είναι αυτό;»

«Κάτι που θα σε θεραπεύσει. Τελείωνε»

Είχε μία αηδιαστική γεύση, σαν να έπινε υγρό σίδερο με λεμόνι από πάνω. Ένιωσε τα μάτια του να δακρύζουν από τη δυσφορία του και κοντοστάθηκε μια στιγμή, πριν το κλείσει και πάλι με το πώμα. Την επόμενη στιγμή εξαφανίστηκε ως δια μαγείας, στην κυριολεξία, από τα χέρια του.

«Ας ξεκινήσουμε» είπε ο ηλικιωμένος άνδρας, «έχεις μάθει μερικά βασικά πράγματα σε αυτά που αποκαλούν σχολεία οι θνητοί, επομένως δε θα σπαταλήσουμε χρόνο εκεί. Θα ξεκινήσουμε κατευθείαν με τον έλεγχο της μαγείας μέσα σου, από την αυτοσυγκέντρωση. Καταλαβαίνεις τι πρέπει να κάνεις;»

«Να εστιάσω τη σκέψη μου στον εαυτό μου, ξεχνώντας όλα τα υπόλοιπα;»

«Αυτό ακριβώς. Καν’ το τώρα».

Ο Μιχάλης προσπάθησε να κάνει αυτό που του είπε. Είχε προσπαθήσει και παλαιότερα να κάνει κάτι παρόμοιο, αφού τον έκανε να ηρεμεί αυτό, αλλά τώρα ήταν κάπως πιο δύσκολο. Είχε πολλά προβλήματα να σκεφτεί και η συγκέντρωση στον εαυτό του μόνο εύκολη δεν ήταν. Έκανε όμως μια προσπάθεια, όπου έδειξε να τα καταφέρνει καλύτερα από ότι περίμενε. Αυτό κράτησε για λίγη ώρα.

«Καλή προσπάθεια, αλλά όχι ικανοποιητική» σχολίασε ο Ζεραήλ, «από εδώ και πέρα θα προσπαθείς κάθε βράδυ πριν κοιμηθείς και κάθε πρωί μόλις ξυπνήσεις. Ας δούμε όμως πόσο κοφτερό είναι το μυαλό σου. Μιας και είσαι από χώρα θνητών και βρέθηκες εδώ πριν λίγο καιρό, πες μου τι σου φάνηκε περίεργο, που συμβαίνει και τώρα;»

«Σχετικά με τι;» ρώτησε ο Μιχάλης, που όλα εκεί του φαινόταν περίεργα.

Ο Ζεραήλ τον κοίταξε με άγριο βλέμμα. «Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, ποιο είναι το περίεργο;»

Ο Μιχάλης τον κοίταξε παραξενεμένος. Δεν του ερχόταν κάτι στο μυαλό. Ο άνδρας συνέχιζε να παίζει, δίχως να του δίνει πια σημασία. Κατέβασε το βλέμμα του, με το μυαλό του στα λόγια του Ζεραήλ.

Τότε κοκάλωσε. Αναρωτήθηκε πως ήταν δυνατόν να μην το έχει συνειδητοποιήσει όλο αυτό τον καιρό.

«Το ότι μπορώ και καταλαβαίνω τι λέτε, όπως κι εσείς εμένα, σαν να μιλάμε την ίδια γλώσσα»

Ο Ζεραήλ ξεφύσησε ήρεμα, χωρίς να πει τίποτα. Μίλησε μετά από λίγο. «Από εδώ και πέρα θα σκέφτεσαι πιο πολύ και πιο ανοιχτά»

«Πώς είναι δυνατόν όμως να μιλάμε την ίδια γλώσσα;»

«Ποιος σου είπε ότι μιλάμε την ίδια γλώσσα; Αυτό είναι απλώς ένα από τα πιο εντυπωσιακά φαινόμενα της Ζερκαλίας και των ικανοτήτων των δημιουργών της. Όταν δημιουργήθηκε, εδώ ήρθαν μάγοι από όλο τον κόσμο, που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες και με κάποιον τρόπο έπρεπε να συνεννοούνται. Όλοι όσοι βρίσκονται λοιπόν εδώ, μπορούν να μιλάνε με τους άλλους και να του καταλαβαίνουν, άσχετα με το τι γλώσσα μιλάει ο καθένας»

«Απίστευτο»

«Για κάποιον σαν κι εσένα είναι, αλλά για κάποιον έξυπνο και ικανό μάγο είναι λογικό και προφανές»

Έσκυψε και πάλι κάτω το κεφάλι, αφού ο άνδρας είχε αρχίσει και πάλι τις προσβολές σε βάρος του. Πήρε μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να ηρεμήσει και να συνεχίσει ψύχραιμα το μάθημα που έκαναν.

«Για δοκίμασε τώρα την αυτοσυγκέντρωση»

Παναγιώτης Βάβαλος