Το Σπίτι της Φελίτσια Ορσεόλο, του Δημήτρη Κουμαριανού

Ο Ιάσωνας ξύπνησε πολύ νωρίς. Σήμερα είναι μία σημαντική μέρα για κείνον. Θα πήγαινε να δει το σπίτι των ονείρων του, ολοκληρωμένο στην πρώτη φάση. Ο εργολάβος είχε πει ότι το εξωτερικό και τα χωρίσματα ήταν έτοιμα. Έλειπε η διακόσμηση του εσωτερικού που θα ακολουθούσε όταν είχε τα χρήματα, αφού θα έπαιρνε την έγκριση από την Τράπεζα για το δάνειο.

Όλα ξεκίνησαν πριν τέσσερα περίπου χρόνια, όταν ο Ιάσωνας φοιτητής τότε της Αρχιτεκτονικής Αθηνών, είχε αναλάβει μία εργασία για την μεσαιωνική τεχνοτροπία αρχοντικών κατοικιών της Βενετίας. Ψάχνοντας στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη, στον τομέα που αφορούσε στην Βενετία για βιβλία σχετικά με την εργασία του, έπεσε πάνω σε ένα βιβλίο για την Φελίτσια Ορσεόλο, γυναίκα του Δόγη Πέτρου του Πρώτου. Μέσα στο βιβλίο και άσχετα μ΄ αυτό, υπήρχε στα Ιταλικά ένα χειρόγραφο που περιέγραφε το χτίσιμο ενός μεσαιωνικού αρχοντικού. Στην φαντασία του ο Ιάσωνας άρχισε να δημιουργεί το σχέδιο του σπιτιού, του σπιτιού της Φελίτσια Ορσεόλο όπως το ονόμασε.

Γνώστης της Ιταλικής γλώσσας ως λάτρης της γειτονικής χώρας, διάβασε το κείμενο και η ιδέα να σχεδιάσει ένα τέτοιο σπιτιού τον γοήτευσε. Μάλιστα ολοκληρώνοντας την εργασία του στον καθηγητή Αντωνόπουλο, του ζήτησε να αναλάβει τον σχεδιασμό του αρχοντικού ως διπλωματική εργασία, όπως και έγινε.

Το σχέδιο που έφτιαξε ο Ιάσωνας ήταν ενός πολύ όμορφου σπιτιού, με παράθυρα γοτθικού ρυθμού και διακοσμημένα με γλυπτά κεφάλια λιονταριών, σύμβολο της Γαληνότατης Δημοκρατίας.

Μπροστά είχε ένα μπαλκόνι με κολώνες με κιονόκρανα που στήριζαν δοκούς διακοσμημένους με προτομές του Δόγη και της Φελίτσια. Το συγκεκριμένο σχέδιο δε, βραβεύτηκε σε διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό.

Ο Ιάσωνας ήταν τόσο ενθουσιασμένος με το αρχοντικό, που του έγινε έμμονη ιδέα, σε βαθμό να θέλει να αναλάβει την κατασκευή του. Ονειροπόλος σε μεγάλο βαθμό, δεν πτοήθηκε ούτε από την γνώμη του φίλου του Παύλου, Πολιτικού Μηχανικού, ο οποίος του εξηγούσε ότι η συγκεκριμένη κατασκευή θα είχε στατικό πρόβλημα με τα συγκεκριμένα υλικά που περιέγραφε το έγγραφο που είχε βρει στην Βιβλιοθήκη. Τα σπίτια στην Βενετία, του εξηγούσε ο Παύλος, επειδή πρέπει να στέκονται στην λάσπη των καναλιών είναι φτιαγμένα από ελαφρά υλικά, τα οποία στην ξηρά δεν θα μπορούσαν να αντέξουν ούτε ένα σεισμό μέτριας κλίμακας.

Εκείνος όμως ήθελε να πραγματοποιήσει το όνειρό του, «Το Σπίτι της Φελίτσια Ορσεόλο», όπως το είχε φανταστεί και με τα υλικά που περιέγραφε το έγγραφο που είχε βρει στη βιβλιοθήκη. Για να το υλοποιήσει μάλιστα είχε μαζέψει κάποια χρήματα εργαζόμενος το τελευταίο έτος που φοιτούσε στο Πολυτεχνείο αλλά και κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του Θητείας. Αποφάσισε να χτίσει το αρχοντικό σε ένα άδειο οικόπεδο που είχε η γιαγιά του στον Άγιο Στέφανο. Και ο καθηγητής του επίσης, είχε εκφράσει τις αμφιβολίες του για το εγχείρημα, αλλά ο Ιάσωνας ήταν ανένδοτος.



Ο Ιάσωνας ήταν ενθουσιασμένος. Επιτέλους έφτασε η μέρα που θα έβλεπε το όνειρό του να παίρνει σάρκα και οστά. Πόση δουλειά και πόσα ξενύχτια! Θυμάται αμέτρητα βράδια να τον κρατάει ξάγρυπνο ο πυρετός της δημιουργίας. Πόσες φορές δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι για να πάει στο γραφείο να σημειώσει μία ιδέα σχετική με το δημιούργημά του. Όλα αυτά θυμόταν καθώς έπαιρνε το πρωινό του. Είχε σηκωθεί από πολύ νωρίς, μιας και η ανυπομονησία του να δει το έργο του και να το μοιραστεί με τους φίλους και συνεργάτες του ήταν μεγάλη. Βιαζόταν να ετοιμαστεί. Χρειαζόταν και σαράντα λεπτά για να πάει μέχρι το κτίριο. Σκέφτηκε με χαρά ότι θα ήταν μαζί του δύο πολύ σημαντικοί για κείνον άνθρωποι. Ο φίλος του Παύλος, Πολιτικός Μηχανικός και η φωνή της λογικής για τον Ιάσωνα σε όλα τα χρόνια της κοινής τους πορείας, και ο καθηγητής του στο Πολυτεχνείο.

Σηκώθηκε να πάει προς το δωμάτιό του για να ντυθεί. Στον διάδρομο ένιωσε αρχικά μία ζαλάδα και αμέσως μετά ένα κούνημα. Ήταν σεισμός χωρίς άλλο. Δεν κράτησε πάνω από 5-6 δευτερόλεπτα, αλλά του φάνηκε αιώνας όπως συνήθως γίνεται σ΄ αυτές τις περιπτώσεις. Μόλις τέλειωσε το ντύσιμό του χτύπησε το κινητό του. Ήταν ο εργολάβος.

«Ιάσωνα καλημέρα. Είμαι στο έργο!» είπε φανερά ανήσυχος.

«Συμβαίνει κάτι; Σε ακούω κάπως περίεργα».

«Έλα γρήγορα» απάντησε ο εργολάβος.

Η φωνή του κοφτή και απότομη δεν άφηνε περιθώρια για άλλες κουβέντες. Η ώρα ήταν 8 και το ραντεβού με τον εργολάβο ήταν στις εννέα και μισή ενώ λίγο αργότερα θα ερχόταν και ο Καθηγητής με τον Παύλο. Ο εργολάβος έμενε εκεί κοντά αλλά το γεγονός ότι πήγε τόσο νωρίς τον παραξένεψε. Κινήθηκε γρήγορα προς το αυτοκίνητο, μπήκε και το έβαλε μπροστά. Η κίνηση στους δρόμους ήταν πολλή. Πάντα είχε κίνηση τέτοια ώρα μιας και ο κόσμος πάει στην δουλειά του, αλλά σήμερα λόγω και του σεισμού ήταν περισσότερη. Το ραδιόφωνο έλεγε για τον σεισμό. «τέσσερα κόμμα έξι Ρίχτερ, με επίκεντρο την θαλάσσια περιοχή του Ευβοϊκού κόλπου πενήντα δύο χιλιόμετρα βόρειο-ανατολικά της Αθήνας. Και δυνατός σχετικά και κοντά στην Αθήνα σκέφτηκε. Δεν ήταν περίεργο να βγάλει τον κόσμο στους δρόμους. Εκείνη την στιγμή πέρασε μία τρομερή σκέψη από το μυαλό του. Η φωνή του εργολάβου ήταν αρκετά ανήσυχη. Δεν ήθελε να το σκέφτεται, απλά πάτησε το γκάζι και άρχισε να κινείται ανάμεσα στα άλλα αυτοκίνητα αλλάζοντας συνεχώς λωρίδες προκειμένου να φτάσει όσο γίνεται γρηγορότερα. Η αγωνία του είχε φτάσει στο κατακόρυφο, ενώ πάλευε να βγάλει τις αρνητικές σκέψεις από το μυαλό του.



Το «Σπίτι της Φελίτσια Ορσεόλο» ήταν πίσω από μία ανηφόρα. Καθώς πλησίαζε είδε στο τέρμα της ανηφόρας, εκτός από το αυτοκίνητο του εργολάβου, και αυτά του Παύλου και του Καθηγητή. Τι έκαναν εδώ τέτοια ώρα σκέφτηκε. Με αυτά στο μυαλό του έφτασε δίπλα στα άλλα αυτοκίνητα. Κοίταξε προς το σπίτι και πάγωσε! Πήρε μία δυο βαθιές ανάσες και βγήκε από το αυτοκίνητο. Ο εργολάβος και οι άλλοι δύο άντρες που είχαν στο μεταξύ ειδοποιηθεί από τον πρώτο, γύρισαν προς το μέρος του και τον κοίταξαν. Ο Ιάσωνας άρχισε να τρέχει προς το μέρος που μέχρι πριν λίγη ώρα έστεκε το σπίτι. Τώρα ήταν ένας σωρός από μπάζα και μόνο το κλιμακοστάσιο έστεκε ακόμα. Φτάνοντας, ο Ιάσωνας γονάτισε και έβαλε το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια του ξεσπώντας σε κλάματα. Το όνειρο των νεανικών του χρόνων είχε καταρρεύσει κυριολεκτικά. Ήταν ο μόνος που πίστεψε ότι αρκεί η αγάπη για την δουλειά του, η φαντασία του και οι ικανότητές του ως Αρχιτέκτονα για το πραγματοποιήσει. Οι άλλοι πιο ρεαλιστές του έλεγαν να μην το προσπαθήσει. Και τώρα τόσος κόπος και χρήματα είχαν σωριαστεί στο χώμα. Αυτό που πονούσε περισσότερο όμως ήταν το γκρεμισμένο όνειρό του. Για έναν ανεξήγητο λόγο το συγκεκριμένο εγχείρημα τον είχε συνεπάρει.

Αφού έμειναν κάποια ώρα να τον κοιτούν περίλυποι, ο Παύλος από την μία και ο εργολάβος από την άλλη τον σήκωσαν από το χώμα και τον οδήγησαν στο αυτοκίνητό του. Ο Παύλος έκανε μερικά βήματα προς τον καθηγητή ο οποίος ακολουθούσε λίγο πιο πίσω και στάθηκαν και οι δύο κάποια μέτρα πιο μακριά από το αυτοκίνητο που βρισκόταν ο Ιάσωνας συντετριμμένος.



«Του είχα πει ότι δεν θα στεκόταν μ αυτά τα υλικά σε αυτό το έδαφος» είπε ο καθηγητής. «Αλλά εκείνος ήταν μαγεμένος από το σπίτι αυτό. Ήθελε να φτιάξει ακριβώς το ίδιο όπως θα το έφτιαχναν στον δέκατο αιώνα. Δεν με άκουσε».

«Κανέναν δεν άκουσε» Είπε ο Παύλος. «Η στατική μελέτη που έκανα έδειχνε τι θα συμβεί. Αλλά εκείνος είχε κάποιο είδος έρωτα με το σπίτι αυτό, και όπως όλοι γνωρίζουμε, κάθε έρωτας σε μεθά. Τον γνωρίζω χρόνια, έτσι ήταν πάντα. Ρομαντικός και ονειροπόλος».

«Επικίνδυνο στοιχείο χαρακτήρα για μηχανικό».

«Ναι αλλά απαραίτητο για τον Ιάσωνα, για να υπάρχει και να δημιουργεί!»

Και με τα λόγια αυτά προχώρησαν προς το αυτοκίνητο του Ιάσωνα.


 

Αυτός δεν χρειάζεται όπιο. Έχει το χάρισμα της ονειροπόλησης.

Αναΐς Νιν Γαλλίδα συγγραφέας (1903-1977)