Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 1 - μέρος 2)

«Όπως προανέφερα έχω έναν μικρότερο αδερφό» ξεκίνησε να διηγείται και έκανε μια μικρή παύση, για να πιει μία γουλιά από το ποτήρι του. «Από μικροί ήμασταν αχώριστοι. Εκπαιδευτήκαμε μαζί, αν και σε διαφορετικά όπλα. Κάναμε σκανταλιές μαζί και φυσικά τρώγαμε και την αντίστοιχη τιμωρία, μαζί. Όλα μαζί. Για να καταλάβεις, κάποια στιγμή είχαμε και την ίδια κοπέλα» δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και του ξέφυγε ένα γέλιο. «Μεγαλώνοντας αρχίσαμε να αναλαμβάνουμε και δουλειές μαζί».
«Κυριολεκτικά σε όλα μαζί, δηλαδή» παρατήρησε ο Πανδοχέας.
«Ναι κι όχι».
Ο Πανδοχέας τον κοίταξε απορημένος.
«Αναπόφευκτα υπήρξαν και κάποιες στις οποίες δεν ήμασταν μαζί» εξήγησε ο αφηγητής. «Αλλά πάντα στέλναμε γράμματα, ο ένας στον άλλον».
«Τι γράμματα;»
«Αναφορά της αποστολής. Ο προορισμός κι η διαδρομή, την οποία θα ακολουθούσαμε, ώστε να γνωρίζει ο άλλος που να ψάξει σε περίπτωση ανάγκης» εξήγησε.
«Κατάλαβα» είπε ο ακροατής του. «Πώς όμως γνωρίζατε αν ο άλλος βρίσκεται σε ανάγκη;» θέλησε να μάθει.
«Δεν θα μπορούσαμε να το γνωρίζουμε, φυσικά. Δεν έχουμε τηλεπάθεια» απάντησε ο αφηγητής. «Εκτιμούσε ο καθένας τον χρόνο που θα του πάρει η αποστολή και το ανέφερε στο γράμμα. Αν περνούσε αυτό το περιθώριο, πράγμα το οποίο έχει γίνει ουκ ολίγες φορές, σήμαινε ότι η αποστολή είναι πιο δύσκολη, οπότε χρήζει βοηθείας» εξήγησε.
«Πόσο περιθώριο έδωσε γι’ αυτή την αποστολή;»
«Μαζί με το ταξίδι περίπου ένα μήνα».
«Πόσος καιρός έχει περάσει; Έδωσες κι εσύ κάποιες μέρες περιθώριο;»
«Όχι δεν έδωσα. Η αποστολή του τον οδήγησε πολύ πιο μακριά απ’ όσο έπρεπε, οπότε δεν το διακινδύνευσα» εξήγησε ο Πολεμιστής.
«Σωστή κίνηση» παραδέχτηκε ο Πανδοχέας. «Συνέχισε όμως, μη σε διακόπτω» τον παρότρυνε με περιέργεια να μάθει τη συνέχεια.
«Δεν με πειράζει» δήλωσε ο Πολεμιστής. «Άλλωστε αυτό μου δείχνει ότι με ακούς και δεν με βλέπεις απλώς να ανοιγοκλείνω το στόμα μου».
Ο Πανδοχέας έγνεψε ως ένδειξη ευχαρίστησης.

«Ξεκίνησα, λοιπόν, το ταξίδι μου» συνέχισε να εξιστορεί. «Χρειάστηκα μία εβδομάδα, περίπου, για να βρεθώ στις παρυφές του Δάσους. Δεν ήταν πολύς ο δρόμος, αλλά σε κάποια σημεία ήταν αρκετά κακοτράχαλος» σταμάτησε, για να δροσίσει λίγο το στόμα του και συνέχισε. «Πορεύτηκα ανάμεσα στα δέντρα κι έβαζα σημάδια, με σκοπό να γνωρίζω, θυμηθώ, για να το πω πιο σωστά, αν έχω ξαναπεράσει από κάποιο σημείο. Τα σημάδια φυσικά ήταν διαφορετικά, ώστε να ξέρω και πότε πέρασα».
«Έξυπνο» παρατήρησε ο Πανδοχέας. «Να φανταστώ ότι σου έτυχε;».
«Αλίμονο αν δεν μου τύχαινε σε ένα τέτοιο μέρος, το οποίο εξερευνώ για πρώτη φορά» παραδέχτηκε ο Πολεμιστής. «Τρεις ημέρες και νύχτες περιπλανιόμουν, ώσπου την τέταρτη, νωρίς το πρωί, παρατήρησα ένα από τα σημάδια μου. Συγκεκριμένα ήταν το σημάδι, το οποίο είχα βάλει όταν πρωτομπήκα στο πυκνό Δάσος, οπότε κατάλαβα ότι ήμουν πάλι στην αρχή».
«Τι έκανες γι’ αυτό;»
«Τι άλλο μπορούσα να κάνω από το να ξεκινήσω πάλι, αλλά από διαφορετικό μονοπάτι αυτήν τη φορά».
«Άλλαξε κάτι;»
«Δυστυχώς όχι» δήλωσε απογοητευμένος. «Μετά από τρεις ημέρες περιπλάνησης, την τέταρτη ήμουν πάλι στην αρχή».
«Χμ…ενδιαφέρον» παρατήρησε ο Πανδοχέας.
«Ναι και περίεργο» αποκρίθηκε ο Πολεμιστής. «Γι’ αυτόν τον λόγο σκέφτηκα να βγω έξω από το Δάσος και να μπω από άλλη πλευρά, μήπως έχω καλύτερη τύχη» έβγαλε έναν αναστεναγμό, κάνοντας μια μικρή παύση. «Ακολούθησα λοιπόν τον δρόμο από τον οποίο είχα έρθει. Τα φυτά ήταν πιο πυκνά και πιο πολλά. Είχαν γεμίσει αγκάθια σε τέτοιο σημείο, ώστε κάποια στιγμή δεν μπορούσα καν να περάσω» κάθισε λίγο σκεπτικός. «Ήταν λες κι όλο το μέρος να μη με άφηνε να φύγω».
Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από την μπίρα του, τόσο μεγάλη ώστε φάνηκε ο πάτος του ποτηριού.
«Μπορείς να μου φέρεις άλλη μία;»
«Ναι, φυσικά».
Ο Πανδοχέας σηκώθηκε, πήρε τα ποτήρια και πήγε πίσω από πάγκο. Γέμισε πρώτα του πελάτη του και μετά συμπλήρωσε και στο δικό του. Επέστρεψε στο τραπέζι ανυπόμονος να ακούσει τη συνέχεια της ιστορίας.
«Ευχαριστώ» του είπε ο Πολεμιστής.
«Για συνέχισε, τι έκανες μετά;»
«Το μοναδικό πράγμα που μπορούσα, συνέχισα να εξερευνώ. Έψαχνα είτε για μία έξοδο, αν υπήρχε, είτε για την Έπαυλη».
«Μετά από όλο αυτό που πέρασες;» απόρησε ο Πανδοχέας.
«Ναι, δεν είμαι άτομο που τα παρατάει εύκολα» παραδέχτηκε ο Πολεμιστής.
«Να ξέρεις, θαυμάζω την επιμονή σου!» δήλωσε ο Πανδοχέας.
«Σ’ ευχαριστώ!» αποκρίθηκε ο συνομιλητής του. «Περιπλανήθηκα, λοιπόν, δύο μέρες ακόμα. Είχα απελπιστεί, αλλά για κάποιο λόγο συνέχιζα» εξήγησε ο γενναίος Πολεμιστής.
«Το ένστικτο της επιβίωσης» παρατήρησε ο Πανδοχέας.
Ο Πολεμιστής ένευσε καταφατικά και συνέχισε.
«Την τρίτη ημέρα συνέβη κάτι, το οποίο μου φάνηκε ακόμα πιο περίεργο» παρατήρησε το ενδιαφέρον στο πρόσωπο του συνομιλητή του. «Λίγο μετά το σούρουπο βρέθηκα σε ένα τρίστρατο. Εκεί άκουσα μια φωνή. Με οδηγούσε σε ένα από τα τρία μονοπάτια. Καταλαβαίνεις ότι ήταν μεγάλο σοκ να ακούσω ανθρώπινη φωνή μετά από μιάμιση εβδομάδα, οπότε την ακολούθησα ενθουσιασμένος» σταμάτησε, για να παρατηρήσει τον ενθουσιασμένο συνομιλητή του ακόμα περισσότερο. «Ακολούθησα το μονοπάτι για μία ώρα περίπου έως ότου με οδήγησε σε ένα τεράστιο, πέτρινο κτίσμα, το οποίο θύμιζε σπίτι ενός πάμπλουτου ανθρώπου. Είχε πολλά παράθυρα, αλλά ήταν σκοτεινά και δεν μπορούσα να δω μέσα, όσο κι αν πλησίασα. Προσπάθησα να ανοίξω τη δίφυλλη πόρτα ήταν όμως κλειδωμένη κι όσο κι αν την έσπρωξα δεν κουνήθηκε ούτε χιλιοστό. Προσπάθησα ακόμα και να τη διαρρήξω, χωρίς αποτέλεσμα».
«Γιατί ήθελες να μπεις; Δεν φοβήθηκες μπροστά σε ένα τέτοιο θέαμα;»
«Φυσικά και φοβόμουν, αλλά το ένστικτο μου μου έλεγε ότι εκεί μέσα θα έβρισκα κάποιον άνθρωπο ή τουλάχιστον αυτό ήθελα να πιστεύω».
«Και βρήκες;»
«Στο παρελθόν ίσως να έβρισκα…»
«Μιλάς με γρίφους».
«Θα καταλάβεις τι εννοώ μόλις ολοκληρώσω την ιστορία».
«Δεκτόν, συνέχισε» είπε με ένα πλατύ χαμόγελο ο Πανδοχέας.
«Μετά από πολλή προσπάθεια να την ανοίξω, το πήρα απόφαση ότι ήταν ανώφελο. Κίνησα λοιπόν να φύγω. Με την άκρη του ματιού μου παρατήρησα στο παράθυρο, δίπλα στην πόρτα, ένα ζευγάρι σμαραγδένια μάτια να με κοιτάνε. Τρόμαξα φυσικά και παραπάτησα. Γύρισα να φύγω και τότε άκουσα την πόρτα να ξεκλειδώνει και να ανοίγει με ένα αργό τρίξιμο. Γύρισα και κοίταξα. Τα σμαραγδένια μάτια είχαν εξαφανιστεί κι η πόρτα έχασκε ορθάνοιχτη κι ένιωθα να με προσκαλεί να μπω μέσα».