Λάρκχαλ, Λονδίνο 12 Ιουνίου 2025
Μια ασυνήθιστα ζεστή, ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα, οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν στην παιδική χαρά κατέκλυζαν το Όασις Νέιτσουρ Γκάρντεν. Ανάμεσα στους επισκέπτες ήταν η Χόουπ, η τετράχρονη κόρη της DS Πέιτζ Ρόουζεουν, που έπαιζε με την κούκλα της, μια μικρή κούκλα με ροζ μαλλιά και ένα φόρεμα με πολύχρωμα λουλούδια, στη τσουλήθρα.
Η Μάρτα Χάουσμαν, η νταντά της, καθόταν σε ένα παγκάκι, απορροφημένη στο κινητό της. Για λίγα δευτερόλεπτα, το βλέμμα της χάθηκε στην οθόνη, και όταν το επέστρεψε, η Χόουπ είχε εξαφανιστεί. Ούτε μια φωνή. Ούτε ένα κλάμα. Τίποτα. Η καρδιά της Μάρτα χτύπησε δυνατά. «Χόουπ;!» φώναξε με πανικό. Έψαχνε σαν τρελή γύρω.
Κανένα ίχνος. Η καρδιά της Μάρτα άρχισε να χτυπάει σαν να ήταν μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Μέσα σε απίστευτο πανικό πληκτρολόγησε τον αριθμό έκτακτης ανάγκης «911 Χρειάζεστε βοήθεια;» ρώτησε μια ευγενική άγνωστη κυρία. «Ναι γρήγορα στο Όασις Νέιτσουρ Γκάρντεν χάθηκε ένα τετράχρονο κοριτσάκι είμαι η νταντά της. Γρήγορα!!» ούρλιαξε.
Αφού έδωσε τις απαραίτητες πληροφορίες στο τηλέφωνο έκλεισε και κάλεσε την Πέιτζ. Έπρεπε να την ειδοποιήσει πρώτη σκέφτηκε προς στιγμήν. Έτσι ίσως ο μηχανισμός των αστυνομικών αρχών θα κινούταν γρηγορότερα. Άλλωστε κόρη αστυνομικού του Στόκγουελ χάθηκε.
*
Ενώ βρισκόμουν στο γραφείο κρυμμένη πίσω από φακέλους υποθέσεων ένα χτύπημα στο κινητό με έβγαλε από τις σκέψεις μου. Η οθόνη έγραφε Μάρτα νταντά. Ένα τηλεφώνημα που δεν περίμενα να λάβω. «Μάρτα τι συμβαίνει;» φώναξα ενώ ακουγόταν βαβούρα από την άλλη πλευρά της γραμμής. «Η Χόουπ δεν… δεν… Λυπάμαι πολύ» είπε κλαίγοντας. «Τι εννοείς;» φώναξα γεμάτη άγχος. «Η Χόουπ χάθηκε».
Αυτές οι τρεις λέξεις τρύπωσαν με μανία στο μυαλό μου και με έκαναν να μείνω σαν στήλη άλατος για λίγα δευτερόλεπτα. Όλος ο θόρυβος που κυριαρχούσε στο αστυνομικό τμήμα που βρισκόμουν, έμοιαζε σαν βουητό από μανιασμένες μέλισσες που τσιμπούσαν το αυτί μου. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που ένιωθα να διαπερνά το στήθος μου.
«Πες μου ότι δεν είναι αλήθεια» είπα, ενώ η φωνή μου έτρεμε. Και όμως συνέβη… Μέσα σε δευτερόλεπτα έμαθα που έπρεπε να πάω και πήρα τα πράγματα μου.
Άφησα όπως όπως το λευκό γραφείο με τη δερμάτινη μαύρη καρέκλα, με τον κέρσορα σε αναμονή. Η εικόνα του αναστατωμένου γραφείου, με τον υπολογιστή που εξακολουθούσε να φωτίζει το γρανίτη του γραφείου, έγινε θολή καθώς το άφηνα πίσω μου τρέχοντας, με το μυαλό μου να ουρλιάζει από τον πανικό.
Μια ασυνήθιστα ζεστή, ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα, οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν στην παιδική χαρά κατέκλυζαν το Όασις Νέιτσουρ Γκάρντεν. Ανάμεσα στους επισκέπτες ήταν η Χόουπ, η τετράχρονη κόρη της DS Πέιτζ Ρόουζεουν, που έπαιζε με την κούκλα της, μια μικρή κούκλα με ροζ μαλλιά και ένα φόρεμα με πολύχρωμα λουλούδια, στη τσουλήθρα.
Η Μάρτα Χάουσμαν, η νταντά της, καθόταν σε ένα παγκάκι, απορροφημένη στο κινητό της. Για λίγα δευτερόλεπτα, το βλέμμα της χάθηκε στην οθόνη, και όταν το επέστρεψε, η Χόουπ είχε εξαφανιστεί. Ούτε μια φωνή. Ούτε ένα κλάμα. Τίποτα. Η καρδιά της Μάρτα χτύπησε δυνατά. «Χόουπ;!» φώναξε με πανικό. Έψαχνε σαν τρελή γύρω.
Κανένα ίχνος. Η καρδιά της Μάρτα άρχισε να χτυπάει σαν να ήταν μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Μέσα σε απίστευτο πανικό πληκτρολόγησε τον αριθμό έκτακτης ανάγκης «911 Χρειάζεστε βοήθεια;» ρώτησε μια ευγενική άγνωστη κυρία. «Ναι γρήγορα στο Όασις Νέιτσουρ Γκάρντεν χάθηκε ένα τετράχρονο κοριτσάκι είμαι η νταντά της. Γρήγορα!!» ούρλιαξε.
Αφού έδωσε τις απαραίτητες πληροφορίες στο τηλέφωνο έκλεισε και κάλεσε την Πέιτζ. Έπρεπε να την ειδοποιήσει πρώτη σκέφτηκε προς στιγμήν. Έτσι ίσως ο μηχανισμός των αστυνομικών αρχών θα κινούταν γρηγορότερα. Άλλωστε κόρη αστυνομικού του Στόκγουελ χάθηκε.
*
Ενώ βρισκόμουν στο γραφείο κρυμμένη πίσω από φακέλους υποθέσεων ένα χτύπημα στο κινητό με έβγαλε από τις σκέψεις μου. Η οθόνη έγραφε Μάρτα νταντά. Ένα τηλεφώνημα που δεν περίμενα να λάβω. «Μάρτα τι συμβαίνει;» φώναξα ενώ ακουγόταν βαβούρα από την άλλη πλευρά της γραμμής. «Η Χόουπ δεν… δεν… Λυπάμαι πολύ» είπε κλαίγοντας. «Τι εννοείς;» φώναξα γεμάτη άγχος. «Η Χόουπ χάθηκε».
Αυτές οι τρεις λέξεις τρύπωσαν με μανία στο μυαλό μου και με έκαναν να μείνω σαν στήλη άλατος για λίγα δευτερόλεπτα. Όλος ο θόρυβος που κυριαρχούσε στο αστυνομικό τμήμα που βρισκόμουν, έμοιαζε σαν βουητό από μανιασμένες μέλισσες που τσιμπούσαν το αυτί μου. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που ένιωθα να διαπερνά το στήθος μου.
«Πες μου ότι δεν είναι αλήθεια» είπα, ενώ η φωνή μου έτρεμε. Και όμως συνέβη… Μέσα σε δευτερόλεπτα έμαθα που έπρεπε να πάω και πήρα τα πράγματα μου.
Άφησα όπως όπως το λευκό γραφείο με τη δερμάτινη μαύρη καρέκλα, με τον κέρσορα σε αναμονή. Η εικόνα του αναστατωμένου γραφείου, με τον υπολογιστή που εξακολουθούσε να φωτίζει το γρανίτη του γραφείου, έγινε θολή καθώς το άφηνα πίσω μου τρέχοντας, με το μυαλό μου να ουρλιάζει από τον πανικό.
