Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 2 - μέρος 2)

«Αφού κατάφερα να συνέλθω, συνέχισα να εξερευνώ» συνέχισε να αφηγείται. «Πέρασα τη δίφυλλη πόρτα του δωματίου που βρισκόμουν και μπήκα στο επόμενο. Ήταν τετράγωνο κι είχε ένα χτιστό τζάκι πάνω στον απέναντι τοίχο. Συνοδευόταν από ένα καθιστικό, το οποίο αποτελούνταν από δύο πολυθρόνες, ένα τραπέζι κι ένα τραπεζάκι δίπλα στο μπράτσο της μίας πολυθρόνας. Στ’ αριστερά του δωματίου είχε μία ακόμα δίφυλλη πόρτα, η οποία οδηγούσε στο μπαλκόνι. Μπροστά της στεκόταν ένας άντρας…»
«Τι εννοείς;» τον διέκοψε ο έκπληκτος Πανδοχέας. «Ζωντανός;»
«Εκ πρώτης όψεως φαινόταν ολοζώντανος, αλλά δεν με παρατήρησε καν όταν μπήκα και δεν ήμουν και τόσο ήσυχος» σταμάτησε την αφήγησή του, για να πιει μια σταλιά μπίρα ακόμα. «Όπως τον παρατηρούσα, άκουσα μία γυναικεία φωνή πίσω μου και βήματα προς το μέρος μου. Γύρισα να δω και μια γυναίκα ήρθε καταπάνω μου και…» κόμπιασε λίγο και συνέχισε. «Πλησίασε τόσο πολύ που τα χείλη μας κόντεψαν να ενωθούν, αλλά δεν συνέβη ποτέ αυτό. Τη στιγμή που ήρθαμε σε επαφή, δεν ήρθαμε σε επαφή…»
«Πώς έγινε αυτό;» απόρησε ο Πανδοχέας.
«Τη στιγμή της επαφής, το πρόσωπό της πέρασε μέσα από το δικό μου σαν ένα ρεύμα αέρα» κατάφερε κι εξέφρασε ένα από τα πιο περίεργα και τρομακτικά πράγματα που του είχαν συμβεί ποτέ στη ζωή του. «Φυσικά, από την τρομάρα μου δεν μπορούσα ν’ αντιδράσω. Μόνο γύρισα δειλά και τους κοιτούσα που μιλούσαν. Δεν συγκράτησα τίποτα από τη συζήτησή τους, εκτός από το γεγονός ότι αυτός ήταν κάποιου είδους Στρατηγός» ήπιε την πιο μεγάλη γουλιά απ’ όσες είχε πιει μέχρι τώρα. «Το χειρότερο συνέβη μετά όμως…»
«Υπάρχει και χειρότερο;» ρώτησε έκπληκτος ο Πανδοχέας.
«Στο τέλος της συζήτησής τους αγκαλιάστηκαν κι όπως βρισκόντουσαν ο ένας στα χέρια του άλλου, η γυναίκα γύρισε, με κοίταξε και χαμογέλασε. Ένα σατανικό χαμόγελο που ακόμα και τώρα, αν κλείσω τα μάτια μου, το βλέπω μπροστά μου».
«Σε κοίταξε;» ρώτησε έκπληκτος ο Πανδοχέας.
«Ακριβώς» δήλωσε ο Πολεμιστής. «Και περιττό να σου πω ότι ένιωσα την ψυχή μου να βγαίνει από το σώμα μου».
«Και τι έκανες;»
«Το έβαλα στα πόδια!» παραδέχτηκε, ακόμα τρομαγμένος, ο Πολεμιστής. «Έτρεχα χωρίς να ξέρω που πηγαίνω, μέχρι που ανέβηκα τη σκάλα κι έφτασα στον επάνω όροφο» έκανε μια παύση κι ήπιε μια γουλιά, για να δροσίσει τον ξηρό λαιμό του και να ηρεμήσει λίγο, αλλά δεν τα κατάφερε. «Στο τέλος της σκάλας άρχιζε ένας διάδρομος με αρκετές πόρτες. Κατάλαβα ότι ήταν τα δωμάτια των ενοίκων της Έπαυλης, όταν ακόμα κατοικούνταν. Σταμάτησα να πάρω μια ανάσα, μετά από αυτή την εμπειρία και παίρνοντας δυνάμεις, συνέχισα να εξερευνώ, ελπίζοντας να
μη συναντήσω πάλι κάτι παρόμοιο. Τα έψαξα όλα…!»
«Βρήκες κάποιο στοιχείο που να οδηγεί στον αδερφό σου;»
«Δυστυχώς όχι» απάντησε ο απογοητευμένος Πολεμιστής.
Αυτήν τη φορά ήταν ο Πανδοχέας που ήπιε λίγο από την μπίρα του.
«Από την απέναντι μεριά του διαδρόμου απλωνόταν ένα μεγάλο χωλ με έναν καναπέ από τη μία πλευρά και μία δίφυλλη πόρτα απέναντί του» πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. «Πήγα λοιπόν προς την πόρτα. Ενώ διέσχιζα τον διάδρομο είδα μία μισάνοιχτη πόρτα, την οποία δεν είχα δει πιο πριν κι η οποία οδηγούσε σε ένα ακόμα δωμάτιο. Από μέσα ακουγόταν μουσική. Στάθηκα κι αφουγκράστηκα καλύτερα κι ήταν ένα παιδικό νανούρισμα» σταμάτησε για μια στιγμή. «Ήξερα ότι δεν έπρεπε να μπω, αλλά η περιέργεια είναι ένα από τα βασικά μου ελαττώματαᐧ οπότε έσπρωξα την πόρτα και μπήκα. Αν κι είχε κρεβάτι, όπως και τα υπόλοιπα, θύμιζε πιο πολύ γραφείο. Είχε όντως ένα, το οποίο συνοδευόταν από μία καρέκλα. Στην απέναντι γωνία του δωματίου είχε μία πολυθρόνα και πάνω της στρογγυλοκαθόταν η πορσελάνινη κούκλα…»
«Αυτή που είδες στο ισόγειο;» γούρλωσε τα μάτια ο Πανδοχέας.
«Ακριβώς αυτή…» επιβεβαίωσε ο Πολεμιστής. «Τα σμαραγδένια μάτια με κοίταζαν για ακόμα μια φορά, αλλά δεν ήταν αυτό το χειρότερο…»
«Ποιο ήταν;» ρώτησε αποσβολωμένος ο Πανδοχέας.
«Καθώς την κοιτούσα ακούστηκε ένας ήχος σαν κάτι να κοντεύει να σπάσει. Η πορσελάνη γύρω από το στόμα της άρχισε να παραμορφώνεται έως ότου σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. Δεν ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι είδα καλά, οπότε πλησίασα. Έφτασα αρκετά κοντά και το χαμόγελο έγινε πιο πλατύ κι εμφανές. Τρόμαξα κι έκανα απότομα προς τα πίσω, αλλά δεν ήμουν αρκετά γρήγορος. Πίσω από την πλάτη της πολυθρόνας κι ανάμεσα στα μαξιλάρια, είχε κρυμμένο ένα μεγάλο μαχαίρι. Το άδραξε με το πορσελάνινο χέρι της και με ένα σάλτο χίμηξε κατά πάνω μου. Ίσα που πρόλαβα να την πιάσω με τα χέρια μου, πριν μου το καρφώσει στο πρόσωπο. Την πέταξα πίσω, αλλά προσγειώθηκε με τα πόδια της πάνω στην πλάτη της πολυθρόνας. Μου ξαναχίμηξε. Αυτήν τη φορά πρόλαβα και τράβηξα το σπαθί μου και της κατάφερα ένα δυνατό χτύπημα στον αέρα. Έπεσε κάτω και πριν προλάβει να σηκωθεί της έριξα άλλα δύο, τα οποία φάνηκαν να την πόνεσαν, αλλά όχι αρκετά. Σηκώθηκε και μου όρμησε για ακόμα μια φορά. Δεν πρόλαβα να σηκώσω το σπαθί, παρά μόνο το χέρι μου για προστασία. Κατάφερε και μου έριξε δύο μαχαιριές» εκείνη τη στιγμή πρόταξε το αριστερό του χέρι κι έδειξε τις δύο πληγές, οι οποίες ήταν ακόμα ματωμένες. «Την πέταξα πίσω και δεύτερη φορά και της όρμησα πάλι. Το χτύπημά μου ήταν αρκετά δυνατό και την εκτόξευσα πάνω στον τοίχο. Ξανασηκώθηκε κι ετοιμάστηκα για την επόμενη επίθεσή της. Δεν επιτέθηκε όμως... Με κοίταξε με το σατανικό της βλέμμα, έκανε ένα βήμα προς τα πίσω και χάθηκε μέσα στη σκιά που σχημάτιζε η γωνία του τοίχου».
«Τι εννοείς; Έτσι απλά έφυγε;»
«Κι εμένα αυτή ήταν η απορία μου, οπότε περίμενα μήπως αντεπιτεθεί, αλλά
όσο κι αν περίμενα τίποτα δεν έγινε» αποκρίθηκε ο Πολεμιστής.
«Τι έκανες μετά;»
«Αφού μου πήρε κάποια ώρα να συνέλθω από τη μάχη και κυρίως από την τρομάρα, συνέχισα να εξερευνώ» απάντησε. «Είχα αφήσει δύο πόρτες από τη μεριά του διαδρόμου που περιηγήθηκα, οι οποίες ήταν κλειστές και μακάρι να μην τις είχα ανοίξει ποτέ, διότι...τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται».
«Τι άλλα “ωραία” είχε;»
«Η πόρτα στο τέλος του διαδρόμου οδηγούσε στην κουζίνα όπου υπήρχε ένα πόλντεργεϊστ».
«Πόλντεργκεϊστ;» απόρησε ο ακροατής του.
«Ναι» αποκρίθηκε ο Πολεμιστής. «Το οποίο είχε τη μορφή ενός ντουλαπιού κι ήλεγχε τα κουζινομάχαιρα, τα οποία εκτόξευσε καταπάνω μου. Φυσικά για να ζω ακόμα κατάφερα και ξέφυγα» του ξέφυγε ένα γέλιο, πιο πολύ ανακούφισης. «Κι η δεύτερη κλειστή πόρτα ήταν το λουτρό, το οποίο είχε μία μπανιέρα στο κέντρο. Μες στην μπανιέρα ήταν ένας άνθρωπος. Στην αρχή σκέφτηκα, με μια κρυφή ελπίδα, ότι θα μπορούσα να τον ρωτήσω πληροφορίες. Όταν τον παρατήρησα καλύτερα συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν ζωντανός. Δεν έμοιαζε στον αδερφό μου και μετά απ’ όσα είχα δει στο κτίσμα αυτό, απλά έκλεισα την πόρτα» παραδέχτηκε.
«Σωστή κίνηση» συμφώνησε ο Πανδοχέας. «Ποιος ξέρει σε τι άλλο μπορεί να είχες μπλεχτεί».
«Δεν τη γλύτωσα όμως…»
«Τι εννοείς; Δεν έφυγες κατευθείαν από κει μέσα μετά απ’ όλα αυτά;» εξέφρασε το αυτονόητο.
«Δυστυχώς όχι» παραδέχτηκε, για ακόμα μια φορά, ο αφηγητής. «Είμαι πολύ πεισματάρης χαρακτήρας. Είναι το μεγαλύτερο προτέρημα και ταυτόχρονα ελάττωμά
μου».
«Αυτό είναι αλήθεια. Το πείσμα έχει αποβεί μοιραίο σε πολλές περιπτώσεις» παρατήρησε ο Πανδοχέας.
«Πήγα λοιπόν από την άλλη μεριά του διαδρόμου» συνέχισε να εξιστορεί ενώ ο Πανδοχέας έπινε μια γουλιά μπίρα. «Βρέθηκα σε ένα μεγάλο δωμάτιο αναμονής. Στα δεξιά είχε τη δίφυλλη πόρτα που προανέφερα και στ’ αριστερά. Κολλητά στον τοίχο, ήταν τοποθετημένος ένας τριθέσιος καναπές, στον οποίο καθόταν ένα κοριτσάκι» πήρε μια βαθιά ανάσα για να προετοιμαστεί. «Το κοριτσάκι κρατούσε μια κούκλα» βαριανάσαινε στην ανάμνηση. «και νομίζω μπορείς να καταλάβεις ποια κούκλα…»
«Ήταν σίγουρα η ίδια;»
«Ναι και το επιβεβαίωσα».
«Πώς;»
«Καθώς παρατηρούσα μία την κούκλα και μία το κοριτσάκι, πάνω στο λευκό φουστάνι του σχηματίστηκαν κηλίδες από αίμα. Το κοριτσάκι άρχισε να ουρλιάζει από τον πόνο κι η κούκλα κρατούσε το ίδιο μεγάλο μαχαίρι. Γύρισε και με κοίταξε με τα σμαραγδένια της μάτια» ο φόβος είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό του. «Και καθώς το κοριτσάκι έπεσε κάτω, η κούκλα μού χίμηξε ξανά».
«Και τι έκανες;»
«Το επόμενο που θυμάμαι είναι να κατεβαίνω τρέχοντας τα σκαλιά, ώσπου κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι πάνω στον πανικό μου είχα προσπεράσει τον κάτω όροφο κι είχα φτάσει στο υπόγειο. Δεν ήξερα καν ότι είχε, αφού δεν είχε προσέξει τα σκαλιά όταν πρωτοπήγα στην καταραμένη αυτή έπαυλη» πήρε μια ανάσα. «Βρέθηκα, λοιπόν, μπροστά σε μια ανοιχτή, σιδερένια πόρτα. Μπήκα μες στο δωμάτιο και την έκλεισα. Έμεινα δέκα λεπτά ακίνητος, κολλημένος με την πλάτη μου πάνω της, μέχρι να συνέλθω. Μόλις επανήλθα στην πραγματικότητα προσπάθησα να την ανοίξω, αλλά δεν μπορούσα. Δεν φαινόταν να έχει φρακάρει, απλά δεν άνοιγε με τίποτα ό,τι κι αν έκανα, σαν κάποιος να την είχε κλειδώσει. Δεν είχε όμως κλειδαριά και τότε ο φόβος μου άρχισε να γίνεται τρόμος…»
Έπιασε το ποτήρι του, το έφερε στο στόμα του, αλλά δεν ήπιε κατευθείαν. Έμεινε ακίνητος, χαμένος μέσα στις σκέψεις του για μια στιγμή, που γι’ αυτόν φάνηκε μία αιωνιότητα. Δεν ήπιε καθόλου, άφησε το ποτήρι και συνέχισε να εξιστορεί.
«Γύρισα να κοιτάξω όλο το δωμάτιο, μήπως βρω κάποιον τρόπο ν’ ανοίξω την πόρτα. Το θέαμα ήταν ολίγον αηδιαστικό. Υπήρχαν κομμένα ανθρώπινα μέλη μέσα σε κουβάδες. Είχαν αριθμούς γραμμένους επάνω τους. Ένα γραφείο στα δεξιά με αρκετά χαρτιά πεταμένα εδώ κι εκεί, σε όλη την επιφάνειά του. Στο κέντρο του δωματίου, είχε ένα τεράστιο πάγκο πάνω στον οποίο βρισκόταν ένα πτώμα. Του έλειπαν διάφορα μέλη, όπως χέρια και πόδια. Έψαξα πάνω στο γραφείο, μήπως βρω κάτι σχετικό. Βρήκα μία σελίδα, η οποία είχε σχεδιασμένο ένα ανθρώπινο σώμα. Πριν προλάβω να τη διαβάσω το δωμάτιο άρχισε να γεμίζει με αέριο. Κοίταξα να δω από που προέρχεται και παρατήρησα κάτι τρύπες στον τοίχο, τις οποίες δεν είχα δει πάνω στη βιασύνη μου. Αγχώθηκα καθώς κυρίευε το δωμάτιο με μεγάλη ταχύτητα. Έβαλα το χέρι μου και κάλυψα το στόμα και τη μύτη μου, όπως μπόρεσα. Δεν κρατήθηκα πολύ και πήρα μια βαθιά ανάσα» κόμπιασε για μια στιγμή. «Όλα γύρω μου άρχισαν να περιστρέφονται. Ζαλίστηκα, μαύρισαν όλα κι έπεσα κάτω».
«Λιποθύμησες;»
«Απ’ ότι φαίνεται…» αποκρίθηκε ο Πολεμιστής. «Δεν ξέρω πόσες ώρες ήμουν λιπόθυμος, αλλά όταν ξύπνησα βρισκόμουν σε ένα μεγάλο δωμάτιο, το οποίο είχε κατακλυστεί από ένα πράσινο φως. Προερχόταν από ένα πράσινο διαμάντι, το οποίο βρισκόταν στο στέρνο ενός...άντρα» το βλέμμα του πάγωσε πάνω στον ακροατή του. «Ο οποίος αιωρούνταν το κέντρο του δωματίου» σταμάτησε να μιλάει.