Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 3 - μέρος 1)

«Τι έπαθες;» τον ρώτησε απορημένος.
Το βλέμμα του Πολεμιστή γύρισε και κοίταξε κάπου πίσω από τον Πανδοχέα κι έμεινε εκεί. Το στόμα του είχε μείνει ελαφρώς ανοιχτό σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά χωρίς να βγαίνει κανένας ήχος από το λαρύγγι του. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα και παγωμένα, ατενίζοντας το κενό· παρόμοια με ενός ανθρώπου που
μόλις έχει πεθάνει.
«Είσαι καλά; Μίλα μου» προσπάθησε να του τραβήξει την προσοχή ο συνομιλητής του.
Καμία αντίδραση.
«Τι έγινε μετά; Τι είδες;»
«Ο άντρας αυτός…» ξεκίνησε να λέει δειλά κι η φωνή του ακουγόταν σαν ψίθυρος. «Ήταν ο αδερφός μου».
«Πώς;» ρώτησε έκπληκτος ο ακροατής του. «Αφού μου είπες ότι δεν τον βρήκες».
«Δεν… ξέρω» η φωνή του είχε αρχίσει να σπάει. «Είναι αδύνατον».
«Τι έγινε μετά;» τον παρότρυνε να συνεχίσει. «Μπορεί να θυμηθείς τι απέγινε και να τον βρεις, αν θυμάσαι που πήγε».
«Θυμάμαι τι έγινε» είπε με το αχανές βλέμμα και ρομποτική φωνή. «Είχε κλειστά τα μάτια του. Το διαμάντι λαμπύριζε κι οι φλέβες του γινόντουσαν πιο διακριτές, σαν να του ρουφούσε τη ζωή».
Ο Πανδοχέας δεν είπε τίποτα, μόνο περίμενε να ακούσει τη συνέχεια.
«Με μια γρήγορη ματιά παρατήρησα όλο το δωμάτιο. Ένιωθα το σκοτάδι του να με τραβάει σαν Άβυσσος. Σε μια στιγμή το διαμάντι φώτισε έντονα κι ο αδερφός μου έβγαλε μια κραυγή πόνου. Μια πράσινη ακτίνα εκτοξεύτηκε και μπήκε στο στήθος μιας γυναίκας, η οποία στεκόταν δίπλα του. Δεν ξέρω πόση ώρα ήταν εκεί, δεν την είχα παρατηρήσει. Γύρισε και με κοίταξε. Είχε απόκοσμο βλέμμα, το οποίο πρόδιδε ότι σίγουρα δεν ήταν άνθρωπος. Κίνησε προς το μέρος μου. Έφτασε αρκετά κοντά μου, για να ξεχωρίσω τα χαρακτηριστικά του προσώπου της...αυτό το πρόσωπο...αυτό το χαμόγελο…» σταμάτησε να μιλάει και το πρόσωπό του πήρε μια έντρομη έκφραση.
«Τι περίεργο είχε το πρόσωπο και το χαμόγελο της;» ρώτησε με περιέργεια ο Πανδοχέας.
«Τα είχα ξαναδεί…» αποκρίθηκε ο Πολεμιστής. «Και το πρόσωπο και το σατανικό χαμόγελο. Ήταν η ίδια κοπέλα που είδα στο καθιστικό».
«Αυτή που μιλούσε με τον Στρατηγό;» ρώτησε έκπληκτος ο Πανδοχέας.
«Ακριβώς αυτή…» επιβεβαίωσε ο Πολεμιστής. «Τρόμαξα, δεν ήξερα τι να κάνω, νόμιζα ότι ήμουν ήδη νεκρός ή θα ήμουν πολύ σύντομα» περιέγραφε έντρομος πια.
Ο πανδοχέας τον κοίταζε ανυπόμονος να μάθει τη συνέχεια. Παρέμεινε σιωπηλός για να μην τον διακόψει.
«Ήρθε μπροστά μου, άπλωσε το χέρι της και με χάιδεψε στο μάγουλο» συνέχισε να εξιστορεί με αχανές βλέμμα, σαν να μην ήταν πια στο πανδοχείο, αλλά μες στο ζοφερό δωμάτιο να ξαναζεί αυτήν τη στιγμή. «Με μια απότομη κίνηση με άρπαξε από τον λαιμό, με το ίδιο χέρι, πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό μου κι άρχισε να με μυρίζει».
«Ο φόβος σου μυρίζει υπέροχα. Θα είσαι ένα θεσπέσιο γεύμα» μου είπε και
το σαρδόνιο χαμόγελο της έγινε ακόμα πιο πλατύᐧ σχεδόν έφτανε στα αυτιά της.
«Με άφησε και γύρισε να φύγει. Με την άκρη του ματιού μου είδα κάτι να γυαλίζει στ’ αριστερά μου. Παρατήρησα καλύτερα και συνειδητοποίησα ότι ήταν το σπαθί μου, πεσμένο κάτω. Με μια γρήγορη κίνηση το άρπαξα κι όρμησα καταπάνω της» διηγείτο ο αρειμάνιος Πολεμιστής. «Η πρώτη μου επίθεση δεν την πέτυχε. Πρόλαβε να κάνει ένα μικρό βήμα δεξιά κι άπλωσε το χέρι της να με πιάσει. Της το απέκρουσα με το ξίφος μου, αλλά δεν της το έκοψαᐧ δυστυχώς. Την πέτυχα γερά και της χάρισα μία ωραία πληγή. Ούρλιαξε από τον πόνο κι αίμα διαχύθηκε στο πάτωμα, προς έκπληξή μου κόκκινο» πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. «Με μια κρυφή ελπίδα ότι μπορεί, αυτό το πλάσμα ό,τι κι αν ήταν, να πεθάνει της επιτέθηκα πάλι» πήρε μια ακόμα ανάσα. «Με τη λεπίδα σε οριζόντια κίνηση και τη βοήθεια της Θεάς Τύχης την πέτυχα στο λαιμό. Το κεφάλι της ξεκόλλησε από το υπόλοιπο σώμα, σαν να έκοψα ένα κομμάτι χαρτί στα δύο και κύλησε στα πόδια μου».
«Τόσο εύκολα;» απόρησε ο Πανδοχέας.
«Αν χτυπήσεις υπό κατάλληλη γωνία μπορείς να κάνεις πολλή περισσότερη ζημιά» εξήγησε ο Πολεμιστής. «Γι’ αυτό εκπαιδευόμαστε άλλωστε, αλλά είναι δύσκολο να σου βγει το τέλειο χτύπημα όταν είσαι στη μάχη. Σ’ αυτό στάθηκα τυχερός».
«Κατάλαβα» αποκρίθηκε ο Πανδοχέας. «Κι έτσι πέρασαν τα δύσκολα;»
«Όχι ακριβώς» απάντησε ο Πολεμιστής. «Τη στιγμή που πέθανε ό,τι ήταν αυτό, ο αιωρούμενος αδερφός μου έπεσε στο έδαφος κι έγινε σκόνη. Το έδαφος άρχισε να δονείται κι ολόκληρο το σπίτι να σείεται. Προσπάθησα να φτάσω κοντά του, αλλά ένα μεγάλο κομμάτι από το ταβάνι ξεκόλλησε κι έπεσε στο σημείο όπου βρισκόταν. Δεν είχα άλλη επιλογή οπότε έτρεξα κατευθείαν στην πόρτα του δωματίου, είχε μόνο μία. Την άνοιξα, αλλά γύρισα για μια στιγμή και τον κοίταξα. Δίπλα του ήταν πεσμένο το διαμάντι, ανάμεσα στη σκόνη και λαμπύριζε ακόμα. Σκέφτηκα, για μια στιγμή, να το πάρω, αλλά ένα άλλο κομμάτι από το ταβάνι ξεκόλλησε και προσγειώθηκε πολύ κοντά μου. Δεν το διακινδύνευσα και βγήκα από το δωμάτιο προς το χωλ με τον καναπέ. Ήξερα που ήμουν οπότε έτρεξα στη σκάλα και κατέβηκα στο ισόγειο. Η Έπαυλη γκρεμιζόταν οπότε έτρεξα, με όση αντοχή μου είχε απομείνει και βγήκα έξω. Αφού είχα απομακρυνθεί γύρισα και κοίταξα. Δεν πέρασε πολύς χρόνος και το κτίσμα κατέρρευσε ολοσχερώς, αφήνοντας πίσω του μόνο χαλάσματα».
«Παρατρίχα» παρατήρησε ο Πανδοχέας.
«Ναι» συμφώνησε ο Πολεμιστής. «Είχα βρει τον αδερφό μου και τον είχα αφήσει να πεθάνει» του ξέφυγε ένας λυγμός.
«Έκανες ότι μπορούσες» τον παρηγόρησε ο συνομιλητής του. «Σκέψου τι πέρασες, για να τον βρεις κι αν κρίνω απ’ αυτά που μου λες, ο αδερφός σου, πολύ πιθανόν, ήταν πέραν βοήθειας».
Η πραγματικότητα αυτή δεν άρεσε καθόλου στον Πολεμιστή. Στο πίσω μέρος
του μυαλού του υπήρχε ακόμα η ελπίδα ότι μπορούσε να τον σώσει.
«Τουλάχιστον εσύ έζησες, για να πεις την ιστορία του» συμπλήρωσε ο Πανδοχέας. «Τελείωσες φαντάζομαι».
«Δεν είμαι σίγουρος…» αποκρίθηκε ο αφηγητής.
«Τι εννοείς;»
«Το τελευταίο που θυμάμαι είναι να στέκομαι έξω από την γκρεμισμένη Έπαυλη κι άκουσα μια φωνή πίσω μου».
«Κάτι ξέχασες…» μου είπε. «Γύρισα να κοιτάξω κι ανάμεσα σε ένα θάμνο ξεχώρισα δύο σμαραγδένια μάτια».
Το βλέμμα του αποσπάστηκε από τον ακροατή του κι απέμεινε να κοιτάζει το κενό· για ακόμα μια φορά.