Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 3 - μέρος 2)


«Τι έπαθες; Γιατί σταμάτησες;» ρώτησε με περιέργεια ο Πανδοχέας.
Δεν πήρε απάντηση.
«Τι έγινε μετά; Ήταν πάλι η κούκλα; Πάλεψες μαζί της;» ξαναρώτησε αλλά πάλι καμία απάντηση.
Ο Πολεμιστής γύρισε και τον κοίταξε.
«Δεν...δεν θυμάμαι» ψέλλισε δειλά μετά από μερικές στιγμές. «Το επόμενο που θυμάμαι είναι να περιφέρομαι στο δάσος κοντά στην Έπαυλη και λίγο μετά να βρίσκω το πανδοχείο» το σκέφτηκε λίγο. «Ίσως αν πάω πάλι πίσω να θυμηθώ τι συνέβη» σηκώθηκε όρθιος πριν τελειώσει τη φράση του. «Κοντά είναι έτσι κι αλλιώς, νομίζω».
Πήρε το ξίφος του, το έδεσε στη ζώνη του και πήγε στην πόρτα. Την άνοιξε κι ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του. Γύρισε κι είδε τον Πανδοχέα. Είχε σηκωθεί από την καρέκλα του και στεκόταν πίσω του. Το πρόσωπό του ήταν διαφορετικό, πολύ πιο ήρεμο. Δεν έδινε πια την εντύπωση του ανυπόμονου ακροατή.
«Περίμενε» τον συμβούλευσε. «Για να βγεις έξω θα πρέπει να βγούμε μαζί, αλλιώς οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές».
«Τι εννοείς;»
«Θα σου πω όλη την αλήθεια, αλλά πρέπει πρώτα να σε ρωτήσω κάτι».
«Πες μου».
«Είσαι έτοιμος να τη δεχτείς, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή;»
Ο Πολεμιστής έγειρε το κεφάλι προς τα κάτω και παρέμεινε σκεπτικός για λίγο. Πέρασαν λίγα λεπτά και σήκωσε το βλέμμα του, για να συναντήσει του Πανδοχέα.
«Είμαι έτοιμος» δήλωσε αποφασιστικά.
Στην πραγματικότητα είχε πολύ άγχος τι εννοούσε με την «αλήθεια» και φοβόταν, αλλά είχε και την περιέργεια να μάθει τι είχε γίνει.
«Ωραία...πάμε».
Περάσανε κι οι δύο το κατώφλι και βγήκαν έξω. Το δάσος απλώθηκε πελώριο μπροστά τους. Οι θάμνοι ήταν τόσο πυκνοί ώστε δεν μπορούσε κάποιος να περάσει ανάμεσα. Τα δέντρα υψώνονταν επιβλητικά και κάλυπταν αρκετό κομμάτι του ουρανού, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να καταλάβεις τι ώρα ήταν.
Ένα μικρό μονοπάτι σχηματιζόταν μπροστά από το πανδοχείο. Το ακολούθησαν για μερικά λεπτά μέχρι που έγινε πιο πλατύ και τους οδήγησε στα συντρίμμια της Έπαυλης. Απ’ έξω ήταν μαζεμένα πέντε άτομα, από τα οποία τρία εξέταζαν τα χαλάσματα. Οι άλλοι δύο ήταν πιο πέρα πάνω από κάτι, το οποίο δεν μπορούσαν να διακρίνουν. Ο ένας ήταν γονατιστός κι ο άλλος όρθιος με σκυφτό το κεφάλι. Ο Πολεμιστής προσπάθησε να παρατηρήσει καλύτερα. Σε μια στιγμή γούρλωσε τα μάτια και παραπάτησε προς τα πίσω.
«Εγώ είμαι αυτός;»
Ο τρόμος είχε επανέλθει στα μάτια του κι αυτήν τη φορά πολύ χειρότερος.
Οι δύο άντρες κοίταζαν έναν τρίτο άντρα, ξαπλωμένο. Φορούσε πανοπλία και παραδίπλα ήταν πεσμένο, στο έδαφος, το σπαθί του.
«Είμαι νεκρός;»
Ο Πανδοχέας απλά τον κοίταξε.
«Η κούκλα;» ρώτησε ο Πολεμιστής.
«Νομίζω είναι ώρα να επιστρέψουμε, αλλιώς θα βρεθούμε κι οι δύο σε πολύ άσχημη κατάσταση».
Ο Πολεμιστής στάθηκε λίγο να κοιτάζει κι εν τέλει συμφώνησε με ένα νεύμα. Γύρισαν κι οι δύο κι ακολούθησαν το μονοπάτι που τους οδήγησε πίσω στο πανδοχείο. Μπήκαν μέσα αλλά κανείς τους δεν έκλεισε την πόρτα.
«Κάθισε» του πρότεινε ο Πανδοχέας δείχνοντάς του την καρέκλα, στην οποία καθόταν προ ολίγων λεπτών.
Κάθισε κι ο ίδιος στην καρέκλα του μετά απ’ αυτόν. Τον παρατήρησε που καθόταν σκεπτικός.
«Σίγουρα έχεις πολλές απορίες» δήλωσε εύστοχα. «Πρέπει να καταλάβεις όμως ότι δεν μπορώ να στις απαντήσω όλες. Είναι κατανοητό κι αποδεκτό;»
«Απόλυτα» του απάντησε με σιγουριά ο Πολεμιστής.
«Ωραία» δήλωσε ευχαριστημένος. «Επειδή όμως, όπως είπα, είναι πολλές οι ερωτήσεις, γι’ αυτό θα θέσω όριο στις τρείς και μετά θα μου επιτρέψεις να σου κάνω κι εγώ μία. Είσαι σύμφωνος;»
«Ναι» του απάντησε.
«Οπότε κάνε μου την πρώτη σου ερώτηση».
Σκέφτηκε λίγο και ρώτησε.
«Είμαι σίγουρα νεκρός ή είμαι στο μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου;»
«Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι» δήλωσε ο Πανδοχέας. «Είσαι σίγουρα νεκρός, δεν μπορείς να επιστρέψεις στη ζωή».
«Κατάλαβα…» είπε απογοητευμένος ο Πολεμιστής, αφού εξαλείφθηκε κι η τελευταία του ελπίδα.
«Η δεύτερη ερώτηση μου λοιπόν» δήλωσε. «Όλο αυτό, το πανδοχείο, το δάσος, αυτά που είδα, είναι αληθινό;»
«Ενδιαφέρουσα ερώτηση» δήλωσε ο Πανδοχέας. «Όλο αυτό είναι ένα αποκύημα της φαντασίας σου. Είναι φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να νιώσεις οικείος και να αποδεχτείς την κατάσταση πιο εύκολα» του εξήγησε. «Πάρε για παράδειγμα τους άλλους πελάτες» του έδειξε τα υπόλοιπα τραπέζια, αλλά κανείς δεν καθόταν. «Όταν πρωτοήρθες είχε κι άλλους πελάτες, ενώ τώρα όχι. Εξαφανίστηκαν όταν συνειδητοποίησες την πραγματικότητα» έκανε μια παύση. «Παρόλο που όλο είναι μες στο μυαλό σου, γιατί το κάνει λιγότερο αληθινό;»
Η ερώτηση ήταν ρητορική κι έβαλε σε περισσότερες σκέψεις τον συνομιλητή του. Του είχε απομείνει μόνο μία ερώτηση. Μετά από αρκετή σκέψη ρώτησε.
«Ποιος είσαι;»
«Εξαιρετικά!» αναφώνησε ο Πανδοχέας. «Είμαι αυτός που βοηθάει τις ψυχές να μεταβούν στην επόμενη φάση της μεταθανάτιας ζωής, είμαι ο μεταφορέας».
«Και τώρα, αφού μου έκανες και την τελευταία σου ερώτηση, είναι η σειρά μου να σε ρωτήσω» του δήλωσε κι αυτός συμφώνησε. «Έχεις δύο επιλογές, η πρώτη είναι να γυρίσεις στο δάσος και σε όποια περιπέτεια θέλεις να συμμετέχεις, βυθισμένος στη θλίψη για τον χαμό του αδερφού σου. Η δεύτερη είναι να μου πληρώσεις την μπίρα και να σε οδηγήσω στον Άλλο Κόσμο» κοίταζε επίμονα, με τα παγωμένα μάτια του, τον Πολεμιστή χωρίς καν να βλεφαρίζει. «Ποια θα είναι η επιλογή σου;» κατέληξε.
Ο Πολεμιστής πήρε αρκετό χρόνο, για να το σκεφτεί· δεν ήταν εύκολη απόφαση. Όσο κι αν προσπαθούσε να το επεξεργαστεί, δεν το χωρούσε ο νους του. Αρνιόταν να το συνειδητοποιήσει. Πάντα ήταν προετοιμασμένος για την όποια κατάληξη, αλλά τώρα που βρισκόταν αντιμέτωπος με τις συνέπειες συνειδητοποιούσε ότι ποτέ δεν ήταν πραγματικά έτοιμος να πεθάνει· πόσο μάλλον να επιλέξει το που θα πάει.
Εν τέλει όμως, μετά από πολλή σκέψη, δεν κατάλαβε καν πόση ώρα είχε περάσει μέχρι να μιλήσει, του έδωσε απάντηση. Έβαλε το χέρι του στο πουγκί του, έβγαλε ένα χρυσό νόμισμα και το κράτησε, χωρίς να το δώσει στον Πανδοχέα.
«Το να αποχωριστώ τον αδερφό μου είναι το πιο δύσκολο πράγμα που θα μπορούσε να μου τύχει» έκανε μια μακρόσυρτη παύση. «Αλλά εφόσον είμαι νεκρός κι είναι κι αυτός, ίσως να βρεθούμε κάποια στιγμή, κάπου» άπλωσε το χέρι του, «Οπότε…» κι έδωσε στον Πανδοχέα την αμοιβή του.
Την πήρε χαμογελώντας, όχι κοροϊδευτικά, αλλά με ευχαρίστηση.
«Είναι σημαντικό κάποιος να προχωράει μπροστά, όπου κι αν είναι αυτό» του είπε πρόσχαρα.
Ο Πολεμιστής ένιωσε ηρεμία κι αγαλλίαση και το σώμα του τόσο ανάλαφρο, που νόμιζε ότι αιωρούνταν.
«Σ’ ευχαριστώ για όλα. Ακόμα κι αν ήταν όλα στη φαντασία μου κι ήταν απλά μία περιπέτεια από ένα παιχνίδι, ήταν εξαιρετικό!»
Το σώμα του σιγά σιγά εξαϋλώθηκε και σαν καπνός σκορπίστηκε στο χώρο, μέχρι που δεν είχε μείνει κανένα ίχνος του. Ο Πανδοχέας σηκώθηκε, μάζεψε τα ποτήρια και τα πήγε στο νεροχύτη, πίσω από το μπαρ και τα τοποθέτησε μέσα. Γύρισε, ακούμπησε τα χέρια του πάνω στην μπάρα ελαφρώς σκυφτός και ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Σήκωσε το κεφάλι του, κοίταξε την άδεια καρέκλα και χαμογέλασε...