Η Έπαυλη (Επίλογος)

Η ξύλινη πόρτα του Πανδοχείου άνοιξε διάπλατα. Το κατώφλι της πέρασε, με αργό και σταθερό βήμα, ένας ψηλός, επιβλητικός άντρας. Φορούσε κοστούμι, το οποίο είχε συνδυάσει με γραβάτα και γιλέκο. Τα μαλλιά του ήταν περιποιημένα και στρωμένα προς τα πίσω. Το ύφος του ήταν σοβαρό, αλλά το πρόσωπό του σου έδινε μία συμπαθητική κι οικεία αίσθηση.
Προχώρησε προς το μπαρ. Ο Πανδοχέας μόλις τον είδε, παράτησε ότι έκανε και στράφηκε προς το μέρος του. Ο ευθυτενής άντρας πλησίασε και κάθισε σε ένα από τα παραταγμένα σκαμπό μπροστά από την μπάρα.

«Τα πήγες πολύ καλά στην πρώτη σου δουλειά» δήλωσε ευχάριστα ο μυστηριώδης πελάτης.
«Είχα καλό δάσκαλο» απάντησε ο Πανδοχέας.

Ο λυγερόκορμος άντρας άφησε τον εαυτό του να κολακευθεί δείχνοντας το με ένα διακριτικό χαμόγελο.

«Ή απλά έχεις πάρει το ταλέντο του πατέρα σου» επισήμανε ο Δάσκαλός του και του έκλεισε το μάτι.
«Πάντα μετριόφρων» παρατήρησε ο Πανδοχέας.

«Πώς σου φάνηκε;»
«Εύκολη» παραδέχτηκε ο Εκπαιδευόμενος.

«Μην επαναπαύεσαι» τον συμβούλευσε, όπως πρέπει να κάνει κάθε Εκπαιδευτής. «Σου έδωσα μία απλή υπόθεση για αρχή» του εξήγησε. «Ένας τύπος που του άρεσαν τα παιχνίδια φαντασίας και πάντα ήθελε να ζήσει μία περιπέτεια, όπως αυτές που έπαιζε».

«Η έπαυλη πώς ταίριαξε στην ιστορία;» ρώτησε ο Πανδοχέας.

«Πάντα τον συνεπήραν οι ιστορίες με στοιχειωμένα κτίρια, ειδικά έπαυλη» του εξήγησε ο άντρας, ο οποίος είχε τον ρόλο του μέντορα. «Μπορεί να μην το παραδεχόταν αλλά τα φοβόταν περισσότερο απ’ όλα».

«Οπότε αντιμετώπισε τον μεγαλύτερό του φόβο» παρατήρησε ο Εκπαιδευόμενος.
«Ακριβώς!» επιβεβαίωσε με θαυμασμό ο Δάσκαλός του. «Είναι πολύ δύσκολο να έρθεις αντιμέτωπος και να νικήσεις τους φόβους σου».

«Και το πανδοχείο;» ρώτησε ο Εκπαιδευόμενος, αν κι υποπτευόταν την απάντηση.

«Το τελικό στάδιο στο οποίο εξιστορεί τα κατορθώματα του» του εξήγησε. «Επίσης στα παιχνίδια που έπαιζε κάθε καλή ιστορία ξεκινούσε και τελείωνε σε ένα πανδοχείο, κάτι σαν τελετουργικό» συμπλήρωσε. «Μ ’άρεσε κι η τελευταία πινελιά που πρόσθεσες» παραδέχτηκε, ευχαριστημένος, ο Εκπαιδευτής.

«Ήθελα να μάθει τι απέγινε ο αδερφός του, ο φανταστικός αδερφός του τουλάχιστον» εξήγησε ο Εκπαιδευόμενος. «Σκέφτηκα ότι θα τον ηρεμούσε ακόμα πιο πολύ να τελειώσει την ιστορία του».

«Και πολύ σωστά σκέφτηκες!» τον επικρότησε. «Ήταν κομβικό σημείο».

«Ευχαριστώ πολύ! Με τιμάει!»
«Αν συνεχίσεις έτσι σε βλέπω σίγουρα στους Αέναους!»
«Αλήθεια;»
«Φυσικά! Χρειαζόμαστε άτομα τα οποία μπορούν να καθοδηγήσουν μία
αδικοχαμένη ή βασανισμένη ψυχή στην ηρεμία κι όχι απλά στον Άλλον Κόσμο».

«Υπάρχουν ακόμα πολλές βασανισμένες ψυχές;»
«Μα φυσικά. Δεν είναι όσες ήταν στην εποχή του Σκοταδισμού, αλλά σκέψου
όλους τους βιασμούς, τις δολοφονίες κι όλα τα υπόλοιπα αίσχη που γίνονται στον κόσμο».

«Σωστά…» παραδέχτηκε ο Πανδοχέας. «Πώς ήταν η κατάσταση την εποχή εκείνη;»

«Τραγική...Η Ιερά Εξέταση μας δυσκόλεψε πάρα πολύ» εξήγησε ο επιβλητικός Δάσκαλος. «Αποφάσιζαν για τη Ζωή και τον Θάνατο οποιουδήποτε».

«Γιατί το έκαναν αυτό; Είχαν κάποιο απώτερο σκοπό εκτός από τον έλεγχο των μαζών και την απόκτηση εξουσίας;» θέλησε να μάθει ο νεοφερμένος μαθητής.

«Αλίμονο αν δεν είχαν» του απάντησε αυθόρμητα, σχεδόν απότομα. «Εμείς, ως Αέναοι, μπορεί να παραμένουμε θνητοί, αλλά έχουμε μακροζωία» εξήγησε. «Αυτοί απέτυχαν να γίνουν σαν εμάς, διότι δεν ενδιαφερόντουσαν πραγματικά για τις ψυχές των ανθρώπων. Οπότε, μετά από χρόνια έρευνας, βρήκαν ένα συγκεκριμένο τελετουργικό, το οποίο τους επέτρεπε να παίρνουν τα υπολειπόμενα χρόνια ζωής καθενός που καταδίκαζαν σε θάνατο».

«Άρα αυτοί ήταν οι πραγματικοί Μάγοι» συμπέρανε ο Εκπαιδευόμενος.
«Ακριβώς» συμφώνησε ο άντρας. «Και δίκαζαν τους υπόλοιπους για χρήση Μαγείας...Είναι εξωφρενικό».

«Εν τέλει, πώς τους αντιμετωπίσατε;»
«Δυστυχώς έχουμε και κάποιους περιορισμούς, οπότε δεν μπορούσαμε να τους κάνουμε κάτι. Αρκεστήκαμε στο να κάνουμε τη δουλειά μας, να καθοδηγούμε τις ψυχές».

«Τι περιορισμούς έχουμε;»
«Κρατάμε στα χέρια μας τη Ζωή και τον Θάνατο, αλλά δεν επιτρέπεται να πάρουμε την απόφαση για τον οποιονδήποτε» εξήγησε με σοβαρό ύφος ο Δάσκαλος.

«Αυτό όμως είναι άδικο» επαναστάτησε ο Πανδοχέας. «Να αποφασίζει ο οποιοσδήποτε κι εμείς όχι;»
«Ναι το ξέρω αλλά η μεγάλη δύναμη φέρει και μεγάλη ευθύνη».

«Δηλαδή;»
«Είμαστε Άνθρωποι. Εκτός από τη δύναμη που έχουμε, έχουμε κι ελεύθερη βούληση. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να σκοτώσουμε κάποιον, σωστά;»
«Σωστά».

«Θα σκότωνες κάποιον πριν από την ώρα του δημιουργώντας έτσι μία αδικοχαμένη ψυχή;» τον ρώτησε εύστοχα ο Εκπαιδευτής.
«Αν έτσι προστάτευα εκατομμύρια άλλες ψυχές, ναι».

«Ωραία. Θα τον καθοδηγούσες μετά, για να βρει την ηρεμία του;»
«Μετά από αυτά που έχει κάνει; Εννοείται όχι!».

«Σ’ αρέσει η δουλειά που κάνουμε;»
«Ναι, γι’ αυτό επίλεξα να την κάνω».

«Στην περίπτωση αυτήν όμως δεν θα την έχεις κάνει» κατέληξε ο δάσκαλός του. «Κάνε τη δουλειά σου, όχι των άλλων. Άσε τους άλλους να κάνουν τη δική τους ακόμα κι αν νομίζεις πως την κάνουν λάθος. Μη γίνεσαι υπερόπτης και νομίζεις ότι κάνεις τα πάντα καλύτερα από τους άλλους» τον συμβούλευσε.

«Μα...δεν είπα αυτό» διαμαρτυρήθηκε ο Πανδοχέας.

«Είπες όμως ότι θα αποφάσιζες για τον θάνατο κάποιου άλλου, χωρίς να είσαι αρμόδιος. Κι αυτός που είναι αρμόδιος;»
«Ναι;»
«Μόλις του πήρες τη δουλειά και του δήλωσες ότι δεν την έκανε σωστά γιατί έπρεπε να τον είχε πάρει αυτός» του εξήγησε και τον κοίταξε επεξεργαζόμενος τις αντιδράσεις του.

Ο Πανδοχέας τον κοίταξε σκεπτικός. Άνοιξε το στόμα, για να μιλήσει αλλά το ξαναέκλεισε χωρίς να βγει κάποιος ήχος από τις φωνητικές του χορδές.

«Έχεις δίκιο» παραδέχτηκε απρόθυμα στο τέλος. «Αλλά οι κανόνες είναι άδικοι» δήλωσε.

«Οι κανόνες είναι απλά κατευθυντήριες με σκοπό τη διατήρηση της ισορροπίας» εξήγησε ο Εκπαιδευτής. «Κι όσοι αποπειράθηκαν να μην τους ακολουθήσουν κατέληξαν Ιερά Εξέταση ή κάτι παρεμφερές».

«Κατάλαβα».

Ο ψηλός άντρας σηκώθηκε από τη θέση του.

«Ώρα να φύγω κι εγώ» δήλωσε. «Έχουν να γίνουν αρκετές δουλειές ακόμα».

Ο Πανδοχέας τον κοίταξε. Παρέμενε σκεπτικός. Ο μελαχρινός άντρας κίνησε προς την εξώπορτα, στάθηκε λίγο και παρατήρησε μια τελευταία φορά το χώρο.

«Μ’ αρέσει η διακόσμηση» δήλωσε χαμογελώντας.
«Ευχαριστώ» απάντησε ο Πανδοχέας, ο οποίος επανήλθε στην πραγματικότητα.

«Εις το επανειδείν» τον χαιρέτησε.
«Εις το επανειδείν» αντιχαιρέτισε ο Πανδοχέας.

Ο ευθυτενής άντρας άνοιξε την πόρτα. Βγήκε και την έκλεισε πίσω του αφήνοντας τον συνομιλητή του βυθισμένο στις σκέψεις του.

ΤΕΛΟΣ;