Τα Τέσσερα Στοιχεία 2: Έμιλυ (Κεφάλαιο 11)


Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Η υπόλοιπη εβδομάδα κυλάει με τον ίδιο τρόπο. Οι γονείς μου έρχονται καθημερινά στο σπίτι και επιβλέπουν την κατάσταση, ενώ συγχρόνως τακτοποιούν διάφορες υποθέσεις του στοιχείου μας μέσω της Οριάνα που βρίσκεται στο στρατηγείο του Νερού. Η Σαμάνθα έχει αρχίσει να αποστασιοποιείται από εμένα, το ίδιο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, αλλά κυρίως ο Ναθάνιελ μετά από προειδοποίηση των γονιών μου ότι απαγορεύεται ακόμη και να με κοιτάει. Η αλήθεια είναι ότι παρότι στην αρχή πεθυμούσα τους γονείς μου και στεναχωριόμουν που βρίσκονταν μακριά…τώρα, θέλω να φύγουν. Να φύγουν και να πάψουν επιτέλους να μπλέκονται στη ζωή μου…
   Ωστόσο πέρα από αυτά, αναγκάστηκα να τους πω για την αλλαγή χρώματος των ματιών μου και ότι είχα μαλώσει με τον Ναθάνιελ, αλλά φυσικά αποκρύπτοντας ένα μεγάλο μέρος της αλήθειας, το φιλί. Αιτιολόγησα την επιθυμία μου να έρθει ο πατέρας μου, λέγοντας ότι απλά τσακωθήκαμε με τον Ναθάνιελ επειδή μου απαγόρευσε να βγω απ’ το σπίτι.
  Γενικά, η ζωή μου αυτές τις πέντε μέρες έχει πάρει τον κατήφορο. Είμαι συνέχεια με τους γονείς μου, μακριά από εκείνους που για σχεδόν τρεις εβδομάδες ήταν η οικογένειά μου και ολόκληρη η καθημερινότητά μου. Και το κυριότερο…μου λείπει ο Ναθάνιελ, και όσο κι αν δεν θέλω να το παραδεχθώ, ζηλεύω. Ζηλεύω γιατί είναι συνεχώς έξω απ’ το σπίτι, κάθε φορά με διαφορετική κοπέλα. Το βράδυ τον ακούω που σκουντουφλάει πάνω στις καρέκλες λόγω της ποσότητας αλκοόλ που έχει καταναλώσει και με το ζόρι κρατιέμαι να μην βγω απ’ το δωμάτιο και να τον χαστουκίσω. Ναι, να τον χαστουκίσω που συμπεριφέρεται έτσι και μεθάει συνεχώς προκαλώντας κακό στον εαυτό του και πόνο σε εμένα. Μακάρι να γινόταν κάτι και να άλλαζαν τα πράγματα. Να μην ήμουν εγώ η Έμιλυ Αζόρ και εκείνος να μην ήταν μέλος της Φωτιάς…

Και με τις τρεις τελείες, κλείνω το ημερολόγιο και το βάζω μέσα στη βαλίτσα μου, που ευτυχώς έχει μια μικρή κλειδαριά για να το κρατάει ασφαλή από περίεργους σαν τον Ναθάνιελ. Έπειτα ανοίγω την πόρτα και βγαίνω απ’ το δωμάτιο για να πάω στους γονείς μου. Είπαν ότι πιθανότατα σήμερα θα φύγουν και πραγματικά πιάνω συνεχώς τον εαυτό μου να εύχεται να το κάνουν. Θέλω τόσο απεγνωσμένα να μείνω λίγο μόνη με τον Ναθάνιελ, χωρίς να φοβάμαι μήπως μας δουν.
  «Γεια, μαμά» λέω όταν τη βλέπω να κάθεται στον καναπέ διαβάζοντας με προσοχή κάτι χαρτιά.
  Κουνάει το κεφάλι δίχως να μου απαντήσει, κίνηση που υποδηλώνει πως έχει πολύ δουλειά για να ασχοληθεί μαζί μου. Ίσως τώρα να είναι η ευκαιρία να μπω στο δωμάτιο του Ναθάνιελ. Εφόσον ο πατέρας μου λείπει και η μητέρα μου έχει δουλειά, κανείς δεν θα με καταλάβει. Θα μπω και θα βγω απαρατήρητη.
  Ωστόσο τη στιγμή που κάνω μεταβολή, έτοιμη να πραγματοποιήσω το σχέδιο μου, η μητέρα μου μιλάει. «Για πού το έβαλες;» ρωτάει.
  Ξεφυσάω επιδεικνύοντάς της την ενόχλησή μου. «Στο δωμάτιό μου. Μπορώ;» λέω πιο επιθετικά απ’ όσο περίμενα.
  Η μητέρα μου έχει πάψει πλέον να ασχολείται με τα χαρτιά και με κοιτάζει με τα χέρια σταυρωμένα και βλέμμα ανεξιχνίαστο. «Όχι» λέει, δεν μπορείς, γιατί και οι δύο ξέρουμε ότι δεν σκοπεύεις να πας εκεί».
  Θυμός έχει αρχίσει να συσσωρεύεται στο στήθος μου επιθυμώντας ολοένα και περισσότερα να ξεσπάσει. Παίρνω μια βαθιά εισπνοή και εμποδίζοντας τα συναισθήματά μου να πάρουν το πάνω χέρι, λέω: «Δηλαδή; Που σκόπευα να πάω πέρα απ’ το δωμάτιο μου; Αφού ούτος ή άλλως η Σαμάνθα και τα μικρά λείπουν».
   «Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ. Μέσα βρίσκεται μόνο ο Ναθάνιελ». Ο θυμός ξαφνικά μετατρέπεται σε ανησυχία. Είναι πλέον ολοφάνερο ότι οι γονείς μου έχουν καταλάβει ότι κάτι τρέχει ανάμεσά μας και προσπαθούν να το εμποδίσουν χωρίς να χρειαστεί να με πάρουν από εδώ. Ίσως αντί να θυμώνω και να δείχνω συνεχώς πόσο που μου λείπει, να πρέπει να τους δείξω ότι στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει τίποτα. Και ο μόνος τρόπος να γίνει κάτι τέτοιο είναι…
   «Μαμά, δεν με ενδιαφέρει ο Ναθάνιελ. Δεν ξέρω τι πιστεύετε εσύ και ο μπαμπάς, αλλά εγώ δεν ενδιαφέρομαι για κανέναν άλλο πέρα απ’ τον Λούκ, τον παιδικό και μοναδικό μου φίλο».
  Με κοιτάζει με ανασηκωμένα φρύδια, φανερά έκπληκτη. «Τον Λούκ; Μα ο Λούκ είναι σαν αδερφός σου».
  «Ναι, και εγώ έτσι τον θεωρούσα, ώσπου μου είπε πως έχει αισθήματα για εμένα». Ο Λούκ είναι γιός της Οριάνα και ο μοναδικός φίλος που είχα ποτέ. Γεννηθήκαμε την ίδια χρονιά και μεγαλώσαμε μαζί. Ακόμη κι όταν βρισκόμουν στο στρατόπεδο της Φωτιάς, εκείνος με επισκεπτόταν καθημερινά. Όλο όσα είπα είναι αλήθεια. Ο Λούκ με φίλησε λίγο καιρό πριν φύγω απ’ το στρατόπεδο του Νερού, αλλά εγώ δεν νιώθω το ίδιο. Προσπάθησα να του το πω, αλλά δεν τα κατάφερα, δεν θέλω να τον πληγώσω και προφανώς η φυγή μου τον έχει καταρρακώσει.
  Η μητέρα μου ανασηκώνει τους ώμους και απ’ την έκφραση του προσώπου της καταλαβαίνω ότι την έχω αφήσει άφωνη.
  «Δεν το περίμενα» λέει έπειτα από λίγο.
  «Και εγώ δεν περίμενα ποτέ ότι θα πιστεύατε πως θα πρόδιδα το στοιχείο μας με το να ερωτευτώ έναν επαναστάτη» λέω όσο πιο ανάλαφρα μπορώ, αλλά μέσα μου έχει ξεσπάσει θύελλα. Μισώ να λέω ψέματα.
   Η μητέρα μου με κοιτάζει για ακόμη μια φορά ανέκφραστη. Φαίνεται να αναλογίζεται τα λόγια μου. Τελικά λέει: «Εντάξει λοιπόν, θα μιλήσω στον πατέρα σου. Θα του πω πως δεν τρέχει τίποτα με εσένα και τον νεαρό μέσα και…θα προσπαθήσω να κανονίσω μια επίσκεψη για τον Λούκ».
  Όχι, όχι, όχι τον Λούκ έδω! Θέλω να φωνάξω, αλλά συγκρατιέμαι. Πρέπει να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Και στο κάτω-κάτω τι μπορεί να συμβεί ανάμεσα τον ευέξαπτο και ατίθασο Λούκ και τον οξύθυμο και ταυτόχρονα συγκρατημένο Ναθάνιελ;
  «Ωραία» λέω αποκρύπτοντας τις σκέψεις μου, «σε ευχαριστώ, μαμά».
  Περνάει το χέρι της γύρω απ’ τη μέση μου και με χτυπάει απαλά στην πλάτη.
  «Τίποτα, αγάπη μου» λέει.

***
Ένα Μήνα Μετά

«Μπαμπά!» ουρλιάζω με όλη μου τη δύναμη, «Μπαμπά, σταμάτα θα τον σκοτώσεις!!».
  Τα μάγουλά μου είναι ποτισμένα με δάκρυα, η φωνή μου κοντεύει να κλείσει από τις τσιρίδες και τα ουρλιαχτά μου. Είμαι πεσμένη στη λάσπη, με τη βροχή να πέφτει καταρρακτωδώς και τις εχθρικές της ψιχάλες να επιτίθενται στο πρόσωπό μου. Η σκηνή που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μου, κάθε άλλο παρά ψεύτικη είναι. Ο πατέρας μου γρονθοκοπεί  τον Ναθάνιελ στο πρόσωπο, τον κλοτσάει στο στομάχι και όταν πια τον έχει ρίξει σχεδόν αναίσθητο στο έδαφος, του κατασπαράζει τα πλευρά.
  Κάθε μέλος του κορμιού μου αδυνατεί να ανταποκριθεί, έχει παραλύσει. Απλώς κοιτάζω τον πατέρα μου να χτυπάει αλύπητα το αγόρι μου. Κοιτάζω μέσα απ’ τα βουρκωμένα μάτια μου και εκλιπαρώ να σταματήσει.
  «Σε ικετεύω, σταμάτα» ψελλίζω και το τελευταίο ψήγμα ελπίδας με εγκαταλείπει.
  Ρίχνω μια τελευταία ματιά προς το μέρος τους. Ο Ναθάνιελ δεν κουνιέται…Ο Ναθάνιελ δεν κουνιέται! Η εικόνα του μου δίνει όσο κουράγιο χρειάζομαι για αν σηκωθώ. Παραπαίοντας τρέχω κατά πάνω στον πατέρα μου. «Σταμάταααα!» ουρλιάζω ξανά και πέφτω πάνω του. Δεν κουνιέται σπιθαμή, δεν αντιλαμβάνεται καν τις προσπάθειές μου να τον εμποδίσω απ’ το να τον σκοτώσει. Δεν μου αφήνει άλλα περιθώρια.
  Κάνω μερικά βήματα προς τα πίσω. Σηκώνω το χέρι ψηλά. Αφήνω τον άνεμο να τον παρασύρει.

***
Τρείς Εβδομάδες Πριν

Οι γονείς μου μπορεί να έφυγαν, η σχέση μου όμως με τον Ναθάνιελ δεν βελτιώθηκε καθόλου. Όπως επίσης δεν βελτιώθηκε και η συμπεριφορά του. Εξακολουθεί εδώ και μια βδομάδα να πίνει, να τριγυρνά με κοπέλες και να μαλώνει με τη Σαμάνθα για κάτι που δεν έχω καταλάβει. Οι μόνες λέξεις που έχω συλλάβει απ’ τις συζητήσεις του είναι: Δεν πρέπει να το μάθει. Όλο αυτό μου κεντρίζει πραγματικά το ενδιαφέρον ενώ παράλληλα με κάνει να αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που δεν πρέπει να ξέρει…κάποιος. Ότι κι αν αφορά πάντως, φαντάζομαι πως δεν είναι δική μου δουλειά.
   Στέκομαι μπροστά απ’ τον μεγάλο καθρέφτη του υπνοδωματίου μου και κοιτάζω τα μάτια του είδωλού μου. Αποφάσισα να προσπαθήσω να μεταφέρω ξανά τις σκέψεις μου, και θέλω να βεβαιωθώ ότι τα μάτια μου θα αλλάξουν χρώμα όπως και την πρώτη φορά.  
  Παίρνω βαθιά εισπνοή και έπειτα σφραγίζω τα βλέφαρά μου. Αφήνω τον αέρα να απελευθερωθεί απ’ τα πνευμόνια μου και σχηματίζω με το νου μου την πρόταση που θέλω να μεταφέρω στον Ναθάνιελ. Μακάρι να ήσουν εδώ… την σκέφτομαι μια φορά και στη συνέχεια την επαναλαμβάνω μέσα στο μυαλό μου, με ολοένα και αυξανόμενη ένταση.
  Είμαι έτοιμη να τα παρατήσω, όταν στο μυαλό μου έρχεται η εικόνα του με μια άλλη κοπέλα και με κάνει να φωνάξω Μακάρι να ήσουν εδώ με δύναμη και συναίσθημα, μέσα στο κεφάλι μου.
  Και τότε είναι που συμβαίνει. Νιώθω κάτι να σπάει μέσα μου, σαν κάτι να ξεκολλάει και να απομακρύνεται απ’ το σώμα μου. Το ίδιο ξαφνικά έρχεται και το τσούξιμο. Είναι τόσο έντονο που αυτόματα τα χέρια μου βρίσκονται στα μάτια μου και τα τρίβουν. Είναι δύο φορές χειρότερο απ’ την προηγούμενη φορά, πράγμα που με εμποδίζει στο να ανοίξω τα βλέφαρά μου.
  Καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, ανοίγω τα μάτια μου. Αμέσως το βλέμμα μου πέφτει στο είδωλό μου. Στο χρώμα που έχει πάρει η ίριδα. Γυαλίζει, όχι όπως γυαλίζουν τα στρας, αλλά όπως γυαλίζει η θάλασσα κάτω απ’ το φως του ήλιου. Μπορώ ξεκάθαρα να διακρίνω το γαλάζιο, το γκρι, το πράσινο κι έπειτα το κόκκινο, τόσο κόκκινο που πρώτη φορά βλέπω. Τα μάτια μου είναι σαν δύο μικρές πολύχρωμες σφαίρες.
  «Ουαου» λέω εκστασιασμένη. Και τότε συνειδητοποιώ τι είναι. Είναι τα τέσσερα στοιχεία. Τα χρώματα που συμβολίζουν τον κόσμο μας. Φωτιά, Γη, Νερό, Αέρας. Όλα βρίσκονται σαν ένα στα μάτια μου. Συμβολίζουν τις δυνάμεις μου. Ίσως τώρα να είναι η ευκαιρία μου να κάνω κάτι και με τα υπόλοιπα στοιχεία.
  Ανοίγω την παλάμη μου μπροστά μου. Σκέφτομαι φωτιά. Φωτιά να δημιουργείται μέσα στη χούφτα μου. Μια ζεστή, κόκκινη φλόγα να ξεπηδάει από μέσα μου. Κλείνω τα μάτια και τότε νιώθω ολόκληρο το σώμα μου να θερμαίνεται και την παλάμη μου να τσουρουφλίζεται.
  Ανοίγω τα ματόφυλλά μου και βλέπω μια μικρή, στρογγυλή φλόγα να χορεύει στην προτεταμένη μου παλάμη. Και παρόλο που νιώθω το χέρι μου να τσούζει, δεν με ενοχλεί καθόλου.
  Πιάνω την πύρινη σφαίρα καλά και τη μεγαλώνω με τη βοήθεια και των δύο χεριών μου. Έπειτα τη μικραίνω σιγά-σιγά ώσπου δεν απομένει απολύτως τίποτα μέσα στη χούφτα μου, λες και δεν υπήρξε ποτέ.
  «Ω, Θεοί» λέω με στόμα μισάνοιχτο απ’ τη σαστιμάρα, «τι συνέβη μόλις τώρα;».
  Και πριν καν το καταλάβω, έχω λιποθυμήσει και βρίσκομαι στο μέλλον.

«Σε παρακαλώ, Ναθάνιελ» λέω τραβώντας τον με όση δύναμη μου έχει απομείνει. Πρέπει να τον μεταφέρω γρήγορα σε ένα νοσοκομείο, αλλά δυστυχώς δεν έχω αρκετό σθένος για να τον τραβήξω, πρέπει να ξυπνήσει ή έστω και να προσπαθήσει να σηκωθεί. «Το ξέρω πως υποφέρεις και πως πιθανότατα σου έχει σπάσει κάποιο πλευρό, αλλά πρέπει να βοηθήσεις κι εσύ, διαφορετικά δεν θα φτάσουμε ποτέ στο νοσοκομείο». Τον ακούω να ψελλίζει μερικές ασυναρτησίες και η καρδιά μου ματώνει απ’ το πόσο απαίσια ακούγεται η φωνή του.

Δεν ξυπνάω, μεταφέρομαι αλλού…

  «Η Έμιλυ Αζόρ έχει αναστατώσει την τάξη των στοιχείων. Είναι επικίνδυνη για την ανθρωπότητα. Είναι επικίνδυνη για τα στοιχεία. Δεν πρόκειται να αφήσουμε ατιμώρητη ούτε αυτή, αλλά ούτε κι εκείνον. Ως Θεός Ηγέτης της Φωτιάς, έχω λάβει τη αποφάσεις μου και οφείλεται όλοι να ακολουθήσετε τις εντολές μου!», χτυπάει το χέρι του δυνατά πάνω στο τραπέζι. Κρατάω γερά το χέρι του Ναθάνιελ μέσα στο δικό μου και το σφίγγω. Δάκρυα κυλούν στα μάγουλά μου και δεν κάνω καμία προσπάθεια να εμποδίσω τα υπόλοιπα.
  «Παραβίασαν τον μεγαλύτερο όρκο που δίνει κάθε μέλος, καταπάτησαν τον ιερό κανόνα των στοιχείων. Τους προειδοποιήσαμε, τους χωρίσαμε κι όμως εκείνοι δεν έπαψαν να βρίσκουν ο ένας τον άλλον. Οι ίδιοι μας ώθησαν σ’ αυτή την απόφαση. Η τιμωρία τους θα είναι η χειρότερη». Μου ξεφεύγει ένας λυγμός, αλλά ευτυχώς δεν ακούγεται με το χαμό που επικρατεί μέσα στην αίθουσα.

  Ο Θεός Ηγέτης ορθώνει το ανάστημά του και λέει με αποφασιστικότητα: «Το στοιχείο της Φωτιάς, κηρύσσει πόλεμο εναντίον του στοιχείου του Νερού. Όσο για αυτούς…καταδικάζονται σε θάνατο».

Δέσποινα Χρ.