Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

13.4.16

Ο Ισορροπιστής (Κεφάλαιο 1) - Το ρήγμα

    Ουάσινγκτον, Λεωφόρος Αρλινγκτον, ώρα 23:18

     Η μουσική του Σόννυ Ρόλλινς έπαιζε απαλά μέσα στο μπαρ του Τζόνσον. Ο δυνατός ήχος του θρυλικού του σαξοφώνου απλωνόταν στ’ αυτιά των χρυσών αγοριών της Ουάσινγκτον. Το συγκεκριμένο μπαράκι, αν και μικρό, πάντα τραβούσε με την ηρεμία του τους ανθρώπους που κανόνιζαν το μέλλον της Αμερικής. Πολίτικους, γερουσιαστές, δικηγόρους και δικολάβους, δημοσιογράφους και μπλόγκερς. Άφθονο αλκοόλ, ωραίες παρουσίες, συμφωνίες κάτω από το τραπέζι και κουτσομπολίστικοι καυγάδες. Όλη η βρώμα της Ουάσινγκτον σε μερικά τετραγωνικά.   
     Κι ενώ παντού ευδοκιμούν τα πηγαδάκια και οι παρέες, ένας τύπος ονόματι Λου κάθεται μόνος του στο μπαρ. Καλοντυμένος χωρίς γραβάτα, με μούσι και καράφλα και πολύ αγχωμένος, κατεβάζει το ένα ουίσκι μετά το άλλο. Κάπου-κάπου κοιτάζει γύρω του και σκανάρει το χώρο καχύποπτα. Μετά κοιτάζει το κινητό του και παίρνει την έκφραση του προδότη που τον πούλησαν. Παραγγέλνει ακόμα ένα ποτήρι και σφίγγει ακόμα πιο σφιχτά το κινητό.
     Σε κάποια στιγμή η οθόνη ανάβει και εμφανίζονται δύο μπάρες, μία πράσινη και μία κίτρινη. Προσπαθώντας να κρύψει τη χαρά του, σφίγγεται και ακουμπάει την οθόνη. Οι δύο μπάρες αρχίζουν να γεμίζουν. Εκείνη τη στιγμή όμως η πόρτα του μπαρ ανοίγει και μπαίνει ένας άλλος τύπος μέσα που κατευθείαν τραβάει τα βλέμματα όλων. Δερμάτινο τζάκετ, μπλάκ τζιν, και καφέ ξεθωριασμένες μπότες. Οι άντρες τον βλέπουν με εμπάθεια και λίγο μίσος και οι γυναίκες τον ορέγονται. Εκείνος, όμως αδιαφορεί για οτιδήποτε γύρω του και απλά πηγαίνει και κάθεται δίπλα στον Λου. Το κινητό του οποίου ολοκληρώνει τη διαδικασία όταν οι μπάρες έχουν γεμίσει. Το χαμόγελο δε κρύβεται και ο ίδιος πλέον πίνει το ουίσκι του πιο ανάλαφρος από πότε. Ο μπάρμαν ρωτάει τον νεοεισελθόντα τι θα πάρει και εκείνος απαντάει νερό. Όταν του σερβίρει, ρωτάει τον Λου:
«Καλή συμφωνία;»
«Δεν έχεις ιδέα, φίλε. Ο Θεός να ευλογεί το bitcoin».
«Νομίζω ότι έχω, Λου».
     Ο Λου τον κοιτάζει και αυτόματα φέρνει το χέρι του στο πιστόλι που έχει στο μέσα μέρος του σακακιού του. Ταυτόχρονα φέρνει τη καρέκλα του πιο κοντά στο τύπο και του λέει ψιθυριστά:
«Τι είσαι; Μυστικές υπηρεσίες; FBI; CIA; Πρόσεξε τι θ’απαντήσεις καριόλη γιατί σε πυροβολώ αυτή τη στιγμή και δε με πιάνει και κανένας».
«Θά ‘θελες να το κάνεις».
     Και με αυτή τη φράση γυρίζει και τον κοιτάζει. Ο Λου μόλις τον κοιτάζει στα μάτια τρομάζει τόσο πολύ που κάνει πίσω στο κάθισμα. Η κίνηση του τραβάει κάποια βλέμματα. Ο ίδιος είναι τρομοκρατημένος και χάνει την αναπνοή του. Με τρεμάμενη φωνή ψελλίζει:
«Είσαι ο Ι…Ι….Ισορ…»
«Τρόι Σίλβερ είναι το όνομα μου. Και κάτσε κανονικά στη καρέκλα. Δεν ήρθα για σένα, ούτε για τις πληροφορίες που μόλις πούλησες σε Βορειοκορεάτες».
     Ο Λου ηρεμεί κάπως και επανέρχεται στη προτεραία κατάσταση. Πίνει λίγο με τρεμάμενο χέρι από του ουίσκι του και κοιτάζοντας τον Τρόι τον ρωτάει:
«Π…πώς μπορώ να βοηθήσω;»
«Έξι παιδιά απάχθηκαν αυτή τη βδομάδα από τα σπίτια τους. Η αστυνομία βρήκε στο κρεβάτι τους φύλλα που δεν μπορούν να ταυτοποιηθούν από κανένα βοτανολόγο. Τι ξέρεις γι’ αυτό;»
«Εεε. Την υπόθεση την έχει αναλάβει το FBI αλλά εγώ δεν είμαι μέσα».
«Δεν σε ρωτάω σαν πράκτορα».
     Ο Λου κατάλαβε. Πίνει και τη τελευταία γουλιά από το ουίσκι του και φέρνει τη καρέκλα κολλητά με του Τρόι. Εν συνεχεία του λέει:
«Με θες για την άλλη…..ιδιότητα μου».
«Ναι. Το είδος σου έχει τη καλύτερη όσφρηση που ξέρω. Λοιπόν ξέρεις κάτι;»
«Πριν έρθω εδώ με πήρε ένα ξάδερφος μου που μένει στο Χάιατσβιλ. Με παρακάλεσε να πάω εκεί να ελέγξω μια ανυπόφορη μυρωδιά. Εγώ βέβαια του είπα να πάει να γαμηθεί κι ότι δεν έχω χρόνο για τέτοια».
«Τι μυρωδιά; Σου είπε;»
«Οι ακριβείς του λέξεις ήταν ότι μυρίζει σαν νεκρό δέντρο πασαλειμμένο με σκατά».    
     Ο Τρόι σήκωσε το ποτήρι του για να πιει λίγο νερό και παράλληλα συλλογιζόταν τι του θύμιζε η συγκεκριμένη περιγραφή. Μέσα σ’ένα λεπτό είχε βρει την απάντηση. Ήπιε το νερό και αφού έβγαλε ένα δεκάρικο και το ακούμπησε στο τραπέζι είπε στο Λου:
«Κερασμένο από μένα».
     Και έφυγε πιο γρήγορα απ’ ότι μπήκε. Ο Λου τον παρακολουθούσε και δεν πίστευε ότι είχε έρθει σε επαφή με αυτόν τον άνθρωπο. Δάγκωσε τα χείλια του μη πιστεύοντας τη τύχη του.
     Την ίδια νύχτα και λίγο αργότερα από αυτή τη συζήτηση, στο Χάιατσβιλ ένα ζευγαράκι περπατούσε αμέριμνο σ’ ένα ερημικό και λιγοστά φωτισμένο δρόμο. Το αγόρι σταμάτησε τη κοπέλα του και έβγαλε από τη τσέπη του μια μικροσκοπική θήκη. Η κοπέλα κατάλαβε και άρχισε να δακρύζει. Το αγόρι όμως δεν έμελλε να ολοκληρώσει τη πρόταση του.
     Από το απέναντι παρατημένο κτίριο ακούστηκαν φωνές. Οι δύο τους γύρισαν και κοίταξαν προς τα πάνω. Στο τελευταίο όροφο άρχισαν να εμφανίζονται τρείς αστραπιαίες λευκές λάμψεις εμφανίζονται στα παράθυρα. Το αγόρι κάνει μερικά βήματα μπροστά για να μπει στο κτήριο. Όμως σταμάτα απότομα όταν μια εκτυφλωτική κίτρινη λάμψη βγαίνει από το τελευταίο παράθυρο και λιώνει το γυαλί. Για λίγο πέφτει ησυχία και το ζευγάρι κοιτάζεται. Έξαφνα φωνές απελπισίας ακούγονται. Και τότε το ζευγάρι βλέπει έναν γυμνό άνθρωπο να σπάει ότι έμεινε από λιωμένο γυαλί και να πηδάει στο κενό. Ο τύπος προσγειώνεται πάνω σ’ ένα αμάξι, πιτσιλώντας αίμα στο γύρω χώρο, που αρχίζει να βαράει το συναγερμό. Η κοπέλα βγάζει μια κραυγή φρίκης, ενώ το αγόρι έχει κοκαλώσει. Ο άντρας φαίνεται μεγάλος σε ηλικία με μούσι και πολλές ουλές στο σώμα του. Το αγόρι επανέρχεται από το σοκ και σηκώνει το κινητό του για να καλέσει την αστυνομία. Την ίδια στιγμή φώτα και παράθυρα από τις πλαϊνές πολυκατοικίες ανοίγουν για να δουν τι συμβαίνει. Ταυτόχρονα όμως από τη πίσω πόρτα του κτιρίου βγαίνει ο Τρόι κρατώντας ένα κουκουλωμένο παιδί στα χέρια του. Προχωράει προς ένα σοκάκι κι ένα φως από πάνω του τρεμοπαίζει και εντέλει σβήνει. Όταν επανέρχεται μετά από μερικά δευτερόλεπτα ο Τρόι έχει εξαφανιστεί.   
     Ο ήχος του κινητού της σκοτώνει τ’ αυτιά. Η κοκκινομάλλα Ρουθ γειώνει αυτόν που της χάλασε τον ύπνο. Δεν μπορεί όμως να κοιμηθεί ξανά. Το αποδέχεται και σηκώνεται για να πλυθεί. Στο μπάνιο βλέπει το όμορφο, ακόμα, πρόσωπο της. Ως πληρωμένη δολοφόνος έχει συρθεί στη λάσπη, έχει βαφτεί με αίμα, έχει δει το χαμένο φως στα μάτια αυτών που σκότωσε. Κι όμως, μετά από δώδεκα χρόνια προϋπηρεσίας είναι ακόμα τόσο όμορφη όπως ξεκίνησε. Το μόνο που τη τρομάζει είναι το γήρας που αχνοφαίνεται στο πρόσωπο της.
     Μετά από αυτή τη περισυλλογή κοιτάζει το κινητό της. Ξεφυσάει απογοητευμένη γιατί ξέρει ποιος είναι και τι θέλει. Αλλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Καθώς ντύνεται η κοπέλα που ήταν στο κρεβάτι μαζί της σηκώνεται ημίγυμνη και την κοιτάζει. Αυτή και η Ρουθ πέρασαν μια κολασμένη νύχτα μαζί μετά από πολύ αλκοόλ, σούζες με τη Μερσεντές και ξύλο με κάγκουρες που θέλαν να τις κάνουν παρέα με το ζόρι. Η κοπέλα, Έριν, της λέει:
«Που πας;»
«Στην υπέροχη δουλειά μου».
«Χέσε τη δουλειά σου. Έλα πάλι στο κρεβάτι να συνεχίσουμε».
«Θα το ήθελα πάρα πολύ αλλά 60 χιλιάρικα δεν προσπερνιούνται έτσι».
«60 χιλιάρικα; Ουάου, για τόσα λεφτά σε παντρευόμουν κιόλας».
«Σόρρυ κούκλα, αλλά είμαι μοναχική λέαινα. Αν όμως είσαι εδώ μέχρι να γυρίσω τότε θα πάρεις κι εσύ κάτι για την νύχτα μας».
«Σύμφωνοι».
     Κι απλά έπεσε ξανά στο κρεβάτι. Η Ρουθ χάρηκε από τη μία αλλά από την άλλη παραξενεύτηκε που δεν αναρωτήθηκε πως κερδίζει αυτά τα λεφτά. Στη δουλειά της ήταν πάντα καχύποπτη αλλά η συγκεκριμένη κοπέλα δε φαινόταν και για κανένα τζιμάνι. Όποτε απλά εδίωξε αυτή τη σκέψη και έφυγε από το σπίτι.
     Δώδεκα λεπτά αργότερα βρισκόταν στο πάρκο Μακάρθουρ. Εκεί τη περίμενε ο Τάιλερ καθισμένος σ’ένα παγκάκι. Ο Τάιλερ αυτοπροσδιοριζόταν ως ο μάνατζερ της. Ένας χιπστερ με εκκεντρικό ντύσιμο, vintage καπέλο, βαμμένο μούσι, μεγάλα γυαλιά μυωπίας και κόκκινα λουστρίνια. Η Ρουθ κάθισε δίπλα του κι αυτός κατευθείαν τη ρώτησε:
«Πως ήταν το χθεσινό πάρτι;»
«Παράτα με, με το χθεσινό πάρτι. Λέγε ποιος είναι ο στόχος».
      Ο Τάιλερ βγάζει από τη τσάντα του μια φωτογραφία και της την δείχνει. Εκείνη βλέπει έναν ωραίο άντρα και στην αρχή εντυπωσιάζεται. Αμέσως μετά ρωτάει:
«Τι έκανε για να αξίζει 60 χιλιάρικα; Χάκαρε το Cloud
«Δε ξέρω Ρουθ. Το μόνο που ξέρω είναι η τοποθεσία του. Νέα Υόρκη».
«Μάλιστα. Πόσο χρόνο έχω;»
«Ναι…κοίταξε να δεις. Πρέπει να τον σκοτώσεις σήμερα».
«Τι πράγμα;»
«Μη θυμώνεις. Καταλαβαίνω πως ακούγεται αλλά…»
«Όχι, όχι ηλίθιε δε καταλαβαίνεις. Τι νομίζεις ότι είναι η Νέα Υόρκη ρε; Κάνα κωλοχώρι με 500 κατοίκους; Πως θα τον βρω σε μία μέρα;»
«Αυτό ακριβώς προσπαθώ να σου πω. Επικοινώνησα με κάτι γνωστούς στη Νέα Υόρκη και ήδη ψάχνουν να τον βρουν;»
«Με αντάλλαγμα να σκοτώνω γι’  αυτούς όποτε χρειαστούν κάτι».
«Ε ναι. Προνόησα κιόλας και σου έβγαλα εισιτήρια. Οι δικοί μου εκεί πέρα θα σε προμηθεύσουν με όπλα για να τον καθαρίσεις».
     Της τείνει τα εισιτήρια κι αυτή τα αρπάζει με μιας και σηκώνεται και φεύγει δίνοντας του ένα οργισμένο βλέμμα. Καθώς φεύγει ο Τάιλερ της φωνάζει:
«Μην ξεχάσεις να βγάλεις φωτογραφίες. Για την απόδειξη».
     Η Ρουθ δεν απαντάει και αντ’ αυτού σηκώνει το μεσαίο δάχτυλο. Ο Τάιλερ δεν ανταποδίδει και απλά συνεχίζει να πίνει το καφέ του.
     Πίσω στην Ουάσινγκτον, η αστυνομία έχει αποκλείσει το χώρο όπου πήδηξε ο γέρος άντρας και ανακρίνει όποιον μπορεί να δώσει πληροφορίες. Στο τόπο φτάνει και ο αστυνόμος με πολιτικά Κλαρκ Μόρτον. Ένας πανύψηλος μαύρος ντετέκτιβ με τη φήμη του ταύρου. Δε σταματάει μέχρι να λυθεί το έγκλημα. Πλησιάζει έναν αστυνομικό και τον ρωτάει:      
«Τι έχουμε;»
«Αγνώστων στοιχείων άντρας που μάλλον είναι ο απαγωγέας. Ένας αγρότης ονόματι Τσάρλι Χίγκινς από το Οχάιο που ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται πως βρέθηκε εδώ. Και πέντε παιδιά σε κατάσταση που δεν μπορούν να μιλήσουν από το φόβο τους».
«Πέντε; Έξι απήχθηκαν».
«Σαρώνουμε όλη τη περιοχή για πληροφορίες. Ήδη βάλαμε τους ρουφιάνους μας να ψάχνουν και σε άλλες περιοχές».
«Σαρώστε πιο γρήγορα και βάλτε κι άλλους να ψάχνουν». 
     Ο ταύρος Κλαρκ έδωσε την εντολή και ο αστυνομικός σε μηδενικό χρόνο εξαφανίστηκε για να την εκτελέσει. Ο ίδιος μπήκε στο κτίριο και έφτασε στον τελευταίο όροφο. Πέντε παιδιά σ’ένα τοίχο να εξετάζονται από ιατρούς. Σε μια γωνία να κάθεται ο Τσάρλι και να δίνει κατάθεση σ’  έναν αστυνομικό. Ο Κλαρκ πλησιάζει και γονατίζει μπροστά στα παιδία. Αυτά σκυμμένα από το φόβο δεν τον κοιτάζουν. Εκείνος ρωτάει:
«Είμαστε καλά; Πονάτε κάπου να φωνάξω κι άλλους γιατρούς;»
     Τα παιδιά δε μιλάνε και απλά κουνάνε το κεφάλι τους σε ένδειξη ότι νοιώθουν καλά σωματικά. Ο Κλαρκ προσπαθεί να αποκτήσει επαφή λέγοντας:
«Δε χρειάζεται να φοβάστε πια. Κάνεις δεν θα σας πειράξει. Σας το υπόσχομαι αυτό».
«Μπορούμε…να πάμε σπίτια μας;» 
     Ρωτάει ένα αγοράκι από τα πέντε. Ο Κλαρκ σηκώνεται και πάει κοντά του.
«Φυσικά και θα πάτε. Ήδη φωνάξαμε τους γονείς σας. Αλλά μέχρι να έρθουν τι θα λέγατε να τα πούμε λιγάκι; Σα φίλοι. Έτσι απλά σαν να πάμε βόλτα για κακάο. Τι λέτε;»
     Για πρώτη φορά τα παιδιά χαμογελούν με την φιγούρα του Κλαρκ και αποφασίζουν να βοηθήσουν. Όλα φέρνουν στο μυαλό τους τη χθεσινή εικόνα. Η πόρτα σπάει και ο Τρόι μέσα στο σκοτάδι εμφανίζεται εμπρός του Τσάρλι. Εκείνος ρίχνει τρεις λευκές βολές αλλά ο Τρόι τις αποφεύγει. Και καθώς σκέφτονται τη σκηνή τα γεγονότα ξαφνικά στο μυαλό τους αρχίζουν να μεταλλάσσονται. Ο Τσάρλι ορμάει και ο Γέρος προσπαθεί να τον χτυπήσει μ’ έναν φακό. Το αγοράκι λέει:
«Πάλεψαν για λίγο. Ο παππούς προσπάθησε να τον σκοτώσει με το φακό».
«Και μετά».
«Κλείσαμε τα μάτια μας και αγκαλιαστήκαμε. Ακούσαμε μετά τον τζάμι να σπάει».
«Εντάξει. Τι έγινε με το έκτο παιδάκι».
«Το έσκασε. Το άκουσα να τρέχει μόνο του».
     Κι αυτή η μνήμη μεταλλάχθηκε καθώς ο Τρόι άφησε αναίσθητο τον Τσάρλι και έβαλε μια κουβέρτα στο έκτο κοριτσάκι. Στη συνέχεια το πήρε και έφυγε. 
     Η συζήτηση διακόπηκε καθώς μια μάνα μπούκαρε και έπεσε πάνω στο παιδί της. Ο Κλαρκ κατάλαβε ότι τα παιδιά δε μπορούσαν να του δώσουν κάτι παραπάνω. Έδωσε εντολή στον αστυνόμο να συνοδέψει τα παιδία και τον Τσάρλι έξω. Καθώς έφευγαν ο Κλαρκ πήγε στο σπασμένο παράθυρο. Και τότε βλέπει κάτι που τον αποκαρδιώνει. Τα σημάδια από το λιωμένο γυαλί τα είχε ξανασυναντήσει
«Όχι ρε πούστη».
     Μια ερευνήτρια της Σήμανσης που ήταν κοντά άκουσε τη βωμολοχία και τον πλησίασε. Κατευθείαν τον ρωτάει:
«Κύριε Αστυνόμε, τι συμβαίνει;»
«Άλλη μία άλυτη υπόθεση. Αυτό συμβαίνει».
     Την ίδια ώρα ο Τρόι έβγαινε από το υπόγειο ενός μαγαζιού με μπαχαρικά ακολουθούμενος από μια ευτραφή μαύρη γυναίκα. Το ξανθό του το κεφάλι ήταν βουτηγμένο στην αγωνία και ως εκ τούτου ρώτησε:
«Λοιπόν Ίρμα, τι λες;»
«Τα καλά νέα είναι ότι διορθώνεται. Τα κακά νέα είναι ότι θα πάρει χρόνο».
«Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για να επιταχυνθεί η κατάσταση;»
«Τρόι τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Τα ξόρκια μερικές φορές είναι σαν περίπλοκος κόμπος. Θέλουν χρόνο για να λυθούν».
«Τέλος πάντων. Ειδοποίησε με όταν θα έχεις κάτι νεότερο».
     Εκείνος φεύγει ενώ η Ίρμα βγάζει από κάτω από το πάγκο της κάτι παλιά βιβλία προκειμένου να βρει τη λύση.
     Πίσω στο αστυνομικό τμήμα ο Κλαρκ έχει τελειώσει την ανάκριση στον Τσάρλι και βγαίνει από το δωμάτιο απηυδισμένος. Η κατάθεση του συνοψίζεται στα εξής: γυρνούσε το βράδυ σπίτι του με το αμάξι όταν σταμάτησε γιατί κάτι πετάχτηκε μπροστά του που δε πρόλαβε να δει καθαρά. Θυμάται ότι το αμάξι έκανε μερικές γκέλες και μετά έχασε τις αισθήσεις τους. Το επόμενο πράγμα που θυμάται είναι να ξυπνάει δίπλα από πέντε παιδιά. 
     Ο Κλαρκ πιάνει το κεφάλι του νευριασμένος καθώς επιβεβαιώνεται γι’ αυτό που είχε πει στη κοπέλα πιο πριν. Δεκατέσσερα χρόνια στη δουλειά θυμάται ένα κολλάζ από τέτοιες υποθέσεις και εκνευρίζεται ακόμα περισσότερο. Τον συλλογισμό του τον διακόπτει ο αρχηγός του που έρχεται επιθετικά και κοιτάζει τον Τσάρλι στο δωμάτιο ανάκρισης. Κατευθείαν τον ρωτάει:
«Γιατί είναι εδώ;»
«Τυπική διαδικασία».
«Χέσε με Κλαρκ. Τον ανακρίνεις ως ύποπτο έτσι;»
«Κάπου πρέπει να φτάσω κι εγώ. Σ’ ένα σταθερό συμπέρασμα».
«Πως σου φαίνεται αυτό σα συμπέρασμά. Ο Τσάρλι έσωσε τα παιδιά».
«Βολικό για εσάς και τον Τύπο. Εγώ βρίσκω τόσα χρόνια τέτοιες υποθέσεις. Άγνωστος η άγνωστη που γίνονται ήρωες από το πουθενά σε υπόθεση που δεν μπορεί να λύσει η αστυνομία. Υπάρχει κάποια λογική σ’ αυτό;»
«Σε περίπτωση που το ξέχασες είμαστε αστυνομία. Όχι κάποιοι τρελοί από παραφυσική ομάδα που ψάχνουν για φαντάσματα. Λοιπόν, για να τελειώνουμε, απελευθέρωσε τον και επικεντρώσου στο χαμένο παιδί. Τώρα».
     Ο αρχηγός φεύγει αλλά ο Κλαρκ δε φάνηκε να συγκινείται ή να τρομάζει από τη προστακτική του. Αντ’ αυτού, ως γνήσιος ταύρος, θα συνέχιζε την έρευνα του. Χρόνια το κάνει.
     Ήταν ήδη μεσημέρι στη Νέα Υόρκη όταν στο αεροδρόμιο JFK είχε προσγειωθεί το αεροπλάνο επέβαινε η Ρουθ. Μόλις βγήκε από το αεροδρόμιο τη πλησίασε ένα κόκκινο αμάξι μ’ ένα νταβραντισμένο τύπο μέσα. Εκείνος της λέει ότι στάλθηκε από τον Τάιλερ κι εκείνη επιβιβάζεται. Φυσικά στο πίσω μέρος του σακακιού της έχει έτοιμο ένα πλαστικό πιστόλι μη ανιχνεύσιμο από οποιοδήποτε σαρωτή. Για παν ενδεχόμενο.
     Καθώς οδηγεί η Ρουθ τον ρωτάει:
«Βρήκατε το στόχο μου».
«Όχι ακόμα. Θα με ενημερώσουν συ…».
     Η ενημέρωση έρχεται στο κινητό του. Οι δικοί του λένε ότι παρακολουθούν τον στόχο στη Τάιμς Σκουέρ. Το αμάξι πηγαίνει κατευθείαν εκεί.
     Μετά από μισή ώρα φτάνουν στην υπέροχη πλατεία. Η Ρουθ κοιτάζει τον οδηγό και εκείνος καταλαβαίνει τι πρέπει να κάνει. Της δίνει μια δερμάτινη θήκη. Εκείνη την ανοίγει και βρίσκει μέσα ένα έτοιμο πιστόλι με σιγαστήρα τύπου Glock κι ένα στρατιωτικό μικρό μαχαίρι. Τα παίρνει και αφού τα ελέγξει ρωτάει:
«Ξέρουμε που είναι ακριβώς;»
«Σ’ ένα καφέ απέναντι από το θέατρο Μαρκίς».
«Αν δε γυρίσω σε δέκα λεπτά, φύγε».
     Βγαίνει από το αμάξι και κατευθύνεται προς της 43ή οδό. Στο δρόμο βλέπει τους τύπους που παρακολουθούν και τους αντιλαμβάνεται αμέσως. Ο στόχος της είναι κοντά. Από το καφέ βγαίνει κρατώντας ένα καφέ ο Τρόι. Η Ρουθ τον βλέπει και αρχίζει να ψάχνει τρόπο για να τον σκοτώσει ανάμεσα σε τόσο κόσμο. Εκείνος αρχίζει να προχωράει κατά μήκος της οδού κι εκείνη τον ακολουθεί.
     Έξαφνα σταματάει. Τα μάτια του ασπρίζουν και φωνές ακούγονται μέσα στο κεφάλι. Φωνές θανάτου και τεράτων. Μόλις επανέρχεται νευριασμένος πετάει το καφέ του και αρχίζει να περπατάει πιο γρήγορα. Στρίβει σ’ ένα σοκάκι και η Ρουθ βρίσκει τη τέλεια ευκαιρία. Τραβάει το μαχαίρι γιατί δεν εμπιστεύεται τους ηλίθιους που της έδωσαν το πιστόλι. Μπορεί να οδηγήσει σ’ αυτήν. Τον ακολουθεί όταν στρίβει σ’ ένα σοκάκι ακόμα. Ετοιμάζει το μαχαίρι και στρίβει. Τον βλέπει ακίνητο και πάει γρήγορα και τον πιάνει από τη κοιλιά και φέρνει το μαχαίρι στο λαιμό του. Εκείνος όμως αποϋλοποιείται μαζί με αυτήν. Εξαφανίστηκαν.   
     Οι δύο τους επαναφέρονται σε μια ξύλινη άδεια καμπίνα. Ο Τρόι ελευθερώνεται και γυρνάει νευριασμένος προς τη Ρουθ. Έξαλλος πάει να ρωτήσει όμως το βλέμμα του σταματάει επάνω της. Η Ρουθ είναι αποσβολωμένη. Το κρύο της Νέας Υόρκης δεν την ακουμπάει πια. Κοιτάζει γύρω της χαμένη. Όμως και ο Τρόι την κοιτάζει περίεργα και όσο πάει τα μάτια του ανοίγουν περισσότερο από την έκπληξη. Βλέπει κάτι πάνω της που δε ντο έχει ξαναδεί. Συνεχίζοντας να κοιτάει δεξιά κι αριστερά ρωτάει αγχωμένη ή μάλλον προσπαθεί:
«Τι στο… Πω….Πως στο πούτσο βρέθηκα εδώ;»
«Βασικά εγώ πρέπει να ρωτήσω. Ποια είσαι; Η καλύτερα πως γίνεται να είσαι…; Πως έγινε αυτό;»
     Η Ρουθ κλείνει τα μάτια και αρχίζει να παίρνει βαθιές αναπνοές. Είναι ακόμα μία δοκιμασία και θέλει να τη περάσει. Ο Τρόι κάνει μερικά βήματα μπροστά. Η Ρουθ το ακούει και θυμάται γιατί είναι εδώ. Τραβάει το Glock και τον σημαδεύει. Ο Τρόι δεν τρομάζει όμως. Αντ’ αυτού της ρίχνει ένα ειρωνικό βλέμμα και της λέει:
«Κοπελιά, άστο. Δεν πιάνει σε…».
     Μια σφαίρα περνάει μέσα από το κεφάλι του και αφήνει μια στάμπα αίμα στο τοίχο μπροστά του. Πέφτει στο πάτωμα και η Ρουθ βγαίνει από τη καμπίνα. Μπροστά της είναι ένα απέραντο φαράγγι με ομιχλιασμένα βουνά. Γύρω της πανύψηλα δέντρα που θροΐζουν στον κρύο αέρα. Ένας καθαρός αέρας γύρω της. Μια γεύση που είχε ξεχάσει εδώ και πολλά χρόνια. Παίρνει λίγο χρόνο να αντικρύσει το τοπίο και να αφουγκραστεί την ησυχία του μέρους. Ξεχνάει τα πάντα για λίγο.
     Επανέρχεται γρήγορα όμως και αποφασίζει να φύγει. Στα αριστερά της βλέπει ένα τζιπ. Ξεκινάει να πάει όμως όταν γυρίζει βλέπει τον Τρόι. Εκείνος τη προλαβαίνει και αφού αφοπλίσει το Glock την πιάνει από το λαιμό και της πιέζει το κεφάλι. Εκείνη πασχίζει να ξεφύγει όμως ο Τρόι ξέρει τις κινήσεις και πιέζει όσο πιο δυνατά μπορεί. Η Ρουθ χάνει τις αισθήσεις της και πέφτει στο γρασίδι. Εκείνος κάθεται από πάνω της, με τη τρύπα στο μάτι να κλείνει σιγά-σιγά, και τη κοιτάζει. Κάτι προβληματίζει το μυαλό του. Η κοπέλα αυτή είναι πλέον το πρόβλημα του. 
     Η Ρουθ ξυπνάει μέσα στο τζιπ. Παίρνει μερικά δευτερόλεπτα για να συνέλθει και βλέπει ότι έξω είναι νύχτα. Εκνευρισμένη καθώς είναι βγαίνει από το αμάξι και κοιτάζει τριγύρω. Είναι σ’ έναν ανοιχτό χώρο περιτριγυρισμένο από δάσος. Ξαφνικά βλέπει με την άκρη του ματιού της μια λάμψη από το βάθος του δάσους. Κλείνει τη πόρτα και βλέπει στο πίσω μέρος του τζιπ το όπλο της. Παράλληλα το τζιπ έχει μια περίεργη και βαριά μυρωδιά. Είναι χαλκός. Το προσπερνάει, παίρνει το όπλο και ξεκινάει για εκεί. Δεν θα αφήσει τη δουλειά που της ανατέθηκε στη μέση. Ποτέ δε το έκανε.
     Καθώς εισέρχεται στο δάσος το τσουχτερό κρύο και η αποπνικτική μυρωδιά του χαλκού κάνουν την αποστολή της ακόμα πιο δύσκολη. Ξέρει ότι ο Τρόι είναι εδώ και σφίγγει τα δόντια για να τελειώσει τη δουλειά της. Το σκοτάδι αποτελεί ακόμα έναν εχθρό και το μισοφέγγαρο δε πολυβοηθάει.
     Σε μια στιγμή ακούει ήχους. Πολύ βάρβαρους ήχους. Δεν είναι μόνη και αυτό τη τρομάζει. Στρέφει το πιστόλι προς όλες τις κατευθύνσεις αλλά μάταια. Κάτι τη πλησιάζει. Κάτι πολύ μεγάλο. Δε κάθεται άλλο και κάνει μερικά βήματα προς τα πίσω. Τότε από τα γιγάντια δέντρα ακούει τον ήχο του τριξίματος. Στρέφει το κεφάλι της προς τα πάνω και βλέπει έναν όγκο να πέφτει και να προσγειώνεται μπροστά της, προκαλώντας ένα μικρό σεισμό. Ένα γιγάντιο τέρας ύψους δυόμιση μέτρων στέκεται μπροστά της ενώ εκείνη είναι πεσμένη στο γρασίδι κάτασπρη από το τρόμο. Έχει απαίσιο πρόσωπο, μακριά μαλλιά ανακατεμένα, γαμψά νύχια και πολλούς όγκους σε όλο του το σώμα. Η Ρουθ σέρνεται προς τα πίσω ενώ το τέρας τη κοιτάζει και ορέγεται τη σάρκα της. Εκείνη κάνει όσο πιο πίσω μπορεί όταν ένας δεύτερος σεισμός τη σταματά. Ένα δεύτερο τέρας είναι από πίσω της. Είναι καταδικασμένη, παγωμένη και απλά περιμένει το τέλος καθώς το ένα από αυτά απλώνει το χέρι του για να την πιάσει.   
     Ένας απότομος ήχος όμως θα το σταματήσει. Μια χειροβομβίδα καρφώθηκε στο λαιμό του τέρατος. Μόλις εξερράγη βγάζει μια απόκοσμη κραυγή πόνου καθώς το δέρμα του σκληραίνει και γίνεται πηλός. Το άλλο τέρας γυρνάει και βλέπει τον Τρόι να τρέχει καταπάνω του. Εκείνο πάει να τον βαρέσει αλλά ο Τρόι πατάει σ’ένα δέντρο και εκτινάσσεται με το κεφάλι στο λαιμό του τέρατος. Καταφέρνει να το ρίξει κάτω. Τραβά αμέσως τον εκτοξευτή βομβίδων China Lake και μόλις το τέρας απλώνει το στόμα του για να τον αρπάξει, εκείνος πυροβολεί μέσα στον οισοφάγο του. Το τέρας σταματάει καθώς η έκρηξη μέσα στο σώμα του τον μετατρέπει κι αυτό σε πηλό. Ο Τρόι ξαναβάζει το όπλο του στη θήκη και το κοιτάζει να υποφέρει. Σαν να μην έγινε τίποτα και απόλυτα φυσιολογικά.
     Μόλις ολοκληρωθεί η μεταμόρφωση ο Τρόι τρέχει δίπλα στη Ρουθ και τη σηκώνει. Εκείνη είναι ακόμα σε κατάσταση σοκ και δε μπορεί να βγάλει άχνα. Ο Τρόι προσπαθεί να την συνεφέρει κουνώντας την. Εκείνη δεν φαίνεται να έχει επαφή με το περιβάλλον. Ο Τρόι τη κουνάει και της φωνάζει για να ξυπνήσει αλλά και πάλι τίποτα. Σε κάποια στιγμή ακούει ήχους από το βορρά. Μια μικρή ορδή από τέρατα τους πλησιάζει. Τότε τις δίνει μια γερή μπάτσα και αυτή ξυπνάει. Κοιτώντας την μες στα μάτια της λέει αποφασιστικά:
«Τρέχα. Τώρα».
     Και αρχίζουν να τρέχουν προς το αμάξι ενώ το ποδοβολητό από πίσω δυναμώνει. Καταφέρνουν να φτάσουν κι ο Τρόι βάζει μπρος. Τα δέντρα πέφτουν δεξιά κι αριστερά από την ορμή των τεράτων που βλέπουν το όχημα και γκαρίζουν από την πείνα τους. Ο Τρόι το σανιδώνει πριν ένα από αυτά πέσει πάνω του. Βγαίνει στο δρόμο και η Ρουθ κοιτάζει προς τα πίσω τα τέρατα. Πλέον γίνονται μακρινές τεράστιες σκιές από αυτές που στοιχειώνουν όνειρα. Ο Τρόι είναι ήρεμος ενώ εκείνης η αναπνοή είναι τρεμάμενη και δε μπορεί να ηρεμήσει.
     Δεκαπέντε λεπτά αργότερα φθάνουν στη καμπίνα. Ο Τρόι βγαίνει για να πάει εκεί. Η Ρουθ από την άλλη έχει καταφέρει να συνέλθει λίγο και βγαίνοντας από το όχημα του φωνάζει:
«Ει, τι στο πούτσο ήταν αυτά;»
     Ο Τρόι γυρίζει και της απαντάει ήρεμα:
«Τρολς. Σειρά μου τώρα. Ποια είσαι και γιατί με πυροβόλησες;»
«Ρουθ Τζέιμσον. Με στείλαν για να σε σκοτώσω».
«Ποιός;»
«Δε ξέρω και δε ρωτάω. Πληρώνομαι για να σκοτώνω μόνο».
«Μάλιστα. Απ’ότι φαίνεται κάποιος έχει αυτοκτονικές τάσεις».
«Κοίτα δε ξέρω ποιος είσαι η….τι είσαι αλλά εγώ φεύγω από δω».
«Ναι, καλύτερα να το ξανασκεφτείς γιατί είσαι στη Νορβηγία».
     Η Ρουθ σταματάει καθώς πήγαινε να πάρει το αμάξι. Η πρώτη ερώτηση στο μυαλό της είναι να μάθει πως βρέθηκε εδώ αλλά θα ήταν ανούσιο όποτε το αφήνει.
«Θα βρω ένα αεροπλάνο και θα γυρίσω πίσω στο Λος Άντζελες».
«Νομίζεις ότι θα είναι τόσο απλό; Είσαι πληρωμένη δολοφόνος και μόλις απέτυχες στην αποστολή σου. Πιστεύεις ότι αυτό θα μείνει έτσι;»
«Έχω ξαναβγεί εκτός δικτύου. Δεν είναι η πρώτη μου φορά».
«Θα είναι όμως η τελευταία και αυτό στο εγγυώμαι. Αυτόι που σε προσέλαβαν δεν είναι….ας πούμε κανονικοί άνθρωποι. Θα σε βρουν, θα σε πιάσουν και θα ασκήσουν πάνω σου τις σκοτεινότερες ορέξεις τους».
«Μιλάς γι’αυτούς σαν να μην είναι…άνθρωποι».
«Κοντά είσαι. Αυτή τη στιγμή είμαι η μόνη σου ευκαιρία για να ζήσεις».
«Και γιατί θα το κάνεις αυτό;»
«Μη σε απασχολεί. Μόλις τελειώσω μ’αυτά τα Τρολς. Θα γυρίσεις σπίτι σου, θα μαζέψεις τα πράγματα σου και θα τεθείς υπό τη προστασία μου. Τι λες;»
«Έχω άλλη επιλογή;»
«Όχι».
     Μόλις τελειώνει η συζήτηση ο Τρόι μπαίνει στη Καμπίνα. Όταν βγαίνει είναι ζωσμένος με κάτι χειροβομβίδες σε θήκη πάνω στο στέρνο του. Επίσης γεμίζει τον εκτοξευτή με μερικές ακόμα βομβίδες. Μόλις φτάνει κοντά στη Ρουθ της δίνει μια αντιασφυξιογόνα μάσκα. Μετα τι ρωτάει:
«Είσαι έτοιμη;»
«Όχι;»
     Εκείνος φοράει τη μάσκα και μόλις τελειώνει τη πιάνει από τον ώμο και τηλεμεταφέρονται. Φθάνουν έξω από μια σπηλιά. Η Ρουθ χάνει την αναπνοή της από την απαίσια δυσοσμία. Αμέσως φοράει τη μάσκα και παίρνει μερικές αναπνοές. Εν συνεχεία ρωτάει: 
«Τι είναι αυτό ρε; Τι μυρίζει έτσι;»
«Τα σκατά των Τρολς. Εδώ είναι η φωλιά τους και λογικά πρέπει να έχουν γυρίσει όλα».
     Βγάζει τον εκτοξευτή, τον οπλίζει και προχωράει μέσα. Μετα από μερικά βήματα σταματάει. Η Ρουθ τον κοιτάζει απορημένη. Εκείνος ρωτάει:
«Απλά από περιέργεια. Πόσα θα έπαιρνες για το κεφάλι μου;»
«Πλάκα κάνεις, έτσι; Με ρωτάς κάτι τέτοιο έξω από μια σπηλιά με Τρολς;»
«Μη μασάς ρε. Πες».
«60.000 δολάρια. Ευχαριστημένος;»
«Όχι. Αξίζω πολλά περισσότερα».
     Ο Τρόι μπαίνει μέσα ενώ η Ρουθ περιμένει απ’έξω και αγωνιά. Δε μπορεί να πάει πουθενά και αυτό την εκνευρίζει. Έχει επιβιώσει από καταστάσεις που νόμιζε κάκιστες. Αυτό όμως είναι κάτι τελείως καινούργιο. Και δεν έχει άλλη επιλογή από το να ακολουθήσει αυτόν τον άνθρωπο.
     Ακούγονται φωνές από τις σπηλιές. Τα Τρολς φωνάζουν από πόνο και οδύνη. Σχεδόν είναι ανθρώπινες οι κραυγές που βγάζουν. Παράλληλα η Ρουθ βλέπει σκόνη από τριμμένο χαλκό να βγαίνει στον αέρα. Καταλαβαίνει ότι ο Τρόι χρησιμοποιεί χαλκό εναντίον τους. Λεύκα φώτα φαίνονται και σκιές από Τρολς που γίνονται σκόνη. Καταλαβαίνει ότι εκεί μέσα γίνεται μια γενοκτονία και αρχίζει να νοιώθει άσχημα. Αλλά από την άλλη θυμάται πως είναι αυτά τέρατα και το ξεχνάει. Η μάχη μέσα έχει ανάψει για τα καλά και τα τρίμματα χαλκού πυκνώνουν στην ατμόσφαιρα.
     Πέντε λεπτά αργότερα η σφαγή σταματάει και οι ήχοι σιγούν. Η Ρουθ ξέρει ότι έχει τελειώσει αλλά δεν κουνιέται από τη θέση της. Ο Τρόι την φωνάζει από μέσα να έρθει. Εκείνη διστακτικά μπαίνει. Παντού πηλός. Πότε λιωμένος, πότε σκονισμένος και πότε ολόκληρος σαν άγαλμα που δεν έχει σπάσει. Και κάπου σε μια μικρή κορυφή στέκεται ο Τρόι. Η Ρουθ τον πλησιάζει και στέκεται πάνω από με μεγάλη τρύπα που δεν μπορεί να δει το βάθος της. Κατευθείαν τον ρωτάει:
«Τι συμβαίνει;»
«Πρόβλημα. Μεγάλο πρόβλημα».
«Μπορώ να κάνω κάτι;»
«Όχι. Λοιπόν εσύ γυρνάς σπίτι σου, μαζεύεις τα πράγματα σου και σε λίγο έρχομαι για να σου πω τι θα κάνεις. Κατάλαβες;»
     Κούνησε το κεφάλι της σε ένδειξη κατανόησης. Ο Τρόι απλώνει το χέρι του και τη στέλνει στο δρόμο όπου είναι το σπίτι της. Εκείνη βγάζει αμέσως τη μάσκα και τη πετάει για να αναπνεύσει το βρώμικο αέρα της μεγαλούπολης. Μόλις τελειώνει, πηγαίνει κατευθείαν στο σπίτι της. Μπαίνει φουριόζα και πηγαίνει στη ντουλάπα της. Το κορίτσι που τη βλέπει μένει για λίγο ενεό αλλά η Ρουθ δεν της δίνει σημασία. Εκείνη ρωτάει:
«Τι έγινε; Τι έπαθες;»
«Πρέπει να φύγω και το ίδιο πρέπει να κάνεις κι εσύ».
«Όποτε δεν έχει 60.000;»
«Όχι».
«Και ο Τρόι είναι ακόμα ζωντανός, έτσι;»
     Η Ρουθ παγώνει και μόνο στο άκουσμα του ονόματος. Γυρίζει και την κοιτάζει ενώ εκείνη φοράει τα εσώρουχα της. Αισθάνεται τον κίνδυνο μπροστά της και αρχίζει να κάνει μερικά βήματα προς το σαλόνι. Φυσικά την ρωτάει:
«Πως ξέρεις τον Τρόι;»
«Όλοι τον ξέρουμε. Και τον μισούμε. Έπρεπε να τον είχες σκοτώσει».
«Προσπάθησα, αλλά…»
«Έπρεπε να προσπαθήσεις περισσότερο».
     Οι δύο τους φθάνουν στο σαλόνι. Η Ρουθ ξέρει ότι μπορεί να την νικήσει αλλά νοιώθει ότι δεν είναι μια κανονική κοπέλα. Εκείνη πάλι είναι θυμωμένη και λέει:
«Δεν έχει σημασία. Τώρα θα υποφέρεις».
     Κάτι πιάνει τα χέρια της Ρουθ και την ακινητοποιεί. Στο σαλόνι εμφανίζονται τρείς σκιές ακανόνιστου μεγέθους. Η μία σκιά την κρατάει και η κοπέλα τη πλησιάζει. Η Ρουθ παλεύει να ξεφύγει αλλά μάταια. η κοπέλα φθάνει σε απόσταση αναπνοής και ανοίγει το στόμα πολύ κάτω. Το εσωτερικό του στόματος μεταμορφώνεται σε μια μαύρη τρύπα. Η καρδιά της Ρουθ πάει να σπάσει και κλείνει τα μάτια της μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα.
     Εκείνη τη στιγμή η πόρτα του διαμερίσματος σπάει βίαια. Ο Τρόι εισβάλει κρατώντας δύο μαχαίρια. Αμέσως τα ακονίζει πολύ δυνατά και οι σπίθες βάζουν φωτιά στις λεπίδες. Οι σκιές και οι κοπέλα τα χάνουν για λίγο. Ο Τρόι επιτίθεται και κόβει τη σκιά από τα δεξιά του στη κοιλιά και αμέσως καρφώνει το άλλο μαχαίρι στο κεφάλι της άλλης. Η τρίτη σκιά αφήνει τη Ρουθ και τρέχει να διαφύγει, όμως ο Τρόι εκσφενδονίζει το μαχαίρι και τη καρφώνει πάνω στη κουρτίνα. Η κουρτίνα παίρνει φωτιά. Ο Τρόι κοιτάζει τη Ρουθ και της λέει:
«Τρέχα».
     Εκείνη σηκώνεται και τρέχει έξω από το διαμέρισμα. Η κοπέλα κοιτάζει με μίσος τον Τρόι. Εκείνος χαμογελώντας ειρωνικά της λέει:
«Ξέρεις πως πάει. Υπάρχει ο εύκολος τρόπος, δηλαδή να μου πεις σα καλό κορίτσι τι θέλεις τη Ρουθ. Υπάρχει βεβαία…
     Και με το διαζευκτικό σφίγγει τις γροθιές του. Αμέσως και τα δύο του χέρια ξεχειλίζουν από φλέβες και το χέρι του μέχρι τον αγκώνα γίνεται χρυσό. Τότε τελειώνει και τη φράση του:
«Και ο διασκεδαστικός τρόπος».
     Η κοπέλα ξανανοίγει το στόμα της και παίρνει στάση μάχης ενώ ο Τρόι παραμένει ακίνητος. Εκείνη τότε βγάζει μια εφιαλτική κραυγή και ορμάει καταπάνω του. Μόλις φθάνει κοντά ο Τρόι απλώνει τη γροθιά του και τη χτυπάει στο πρόσωπο. Μια χρυσή μορφή πετάγεται πίσω από τη κοπέλα και προσγειώνεται σ’ένα τοίχο. Όταν φεύγει το χρυσό χρώμα αποκαλύπτεται μια γυμνή κοπέλα χωρίς μαλλιά με πολύ ωραίο σώμα. Το διαμέρισμα παίρνει ολόκληρο φωτιά. Ο Τρόι παίρνει την αναίσθητη κοπέλα και πηγαίνει στη μπαλκονόπορτα. Περνάει δίπλα από την φαλακρή και της λέει με κακεντρέχεια:
«Απόλαυσε την ανθρώπινη ζωή σου».    
     Βγαίνει έξω ενώ η φαλακρή κοπέλα πιάνει το δέρμα της και δακρύζει από την αγωνία της. Δάκρυα την πιάνουν καθώς συνειδητοποιεί τι έχει γίνει. Και η φωτιά απλώνεται περισσότερο.
     Η Ρουθ είναι στο δρόμο και τρέχει ενώ καπνοί καταστρέφουν το βιός της. Σταματάει για να πάρει μια ανάσα, ενώ ο Τρόι πηδάει από τον πέμπτο όροφο και αποϋλοποιείται στον αέρα για να επαναφερθεί στο δρόμο. Αφήνει τη κοπέλα σ’ένα αμάξι και κοιτάζει την αγχωμένη Ρουθ. Εκείνος περπατά προς το μέρος της και της λέει:
«Αλλαγή σχεδίου. Έρχεσαι μαζί μου».
«Τι..π….που…που».
     Δε προλαβαίνει να βάλει σε τάξη τις σκέψεις όταν ο Τρόι την αγκαλιάζει και μαζί αποϋλοποιούνται. Καπνός βγαίνει από το διαμέρισμα όταν από μακριά τα πυροσβεστικά ακούγονται να πλησιάζουν. Η κραυγή της φαλακρής κοπέλας που καίγεται απλώνεται σ’όλη τη περιοχή.        
     Την ίδια στιγμή το βράδυ ο Κλαρκ επισκέπτεται τον ιατροδικαστή του τμήματος του. Εκείνος μάζευε τα πράγματα του για να φύγει όταν τον είδε και τον ρώτησε:
«Αστυνόμε Μόρτον. Μπορώ να κάνω κάτι για σας;»
«Ναι, το ξέρω ότι είναι περασμένη η ώρα αλλά ήθελα μια τελευταία πληροφορία που δε βρήκα στην αναφορά σας».
«Ακούω».
«Δεν αναφέρεστε πουθενά για τα φύλλα που βρήκαμε στα κρεβάτια των παιδιών. Θυμάμαι ότι δεν μπορούσαν να ταυτοποιηθούν».
«Α, ναι σωστά. Δικό μου λάθος. Υπήρξε μια βλάβη στα εργαστήρια των βοτανολόγων που έστειλα τα φύλλα. Τελικά είναι γλυκό σφένδαμος. Αρκετά κοινός στη περιοχή μας. Ξέχασα να το αναφέρω».
     Ακόμα μία απογοήτευση στο ιστορικό του.  Φεύγει χωρίς να αποχαιρετήσει με κατεβασμένο το κεφάλι. Το μόνο που σκέπτεται τώρα είναι να το αφήσει και να επικεντρωθεί στο κοριτσάκι. Αλλά δεν θα το κάνει. Όχι προς το παρόν.
     Εντωμεταξύ στο σπίτι του Τρόι, η Ρουθ κάθεται ζαλισμένη στο σαλόνι. Ο Τρόι της δίνει να πιεί λίγο ουίσκι να στανιάρει. Εκείνη πίνει το μισό ποτό της και γυρνάει και τον κοιτάει. Εκείνος απλά περιμένει.
«Χωρίς περιστροφές. Ποιος ή τι ή γιατί είσαι; Απλά πες μου».
«Είμαι ο Τρόι Σίλβερ. Είμαι Ισορροπιστής. Προστάτης του ανθρώπινου είδους και διασφαλιστής της κοσμικής Ισορροπίας». 
     Εκείνη τον κοιτάζει με το στόμα μισάνοιχτο. Πίνει και το υπόλοιπο μισό και τον ξαναρωτάει:
«Τι πρέπει να καταλάβω τώρα από αυτό το κατεβατό;»
«Ρουθ, άστο. Το τι είμαι και τι κάνω και από προήλθα είναι μεγάλη ιστορία και δεν είναι για όλους».
«Μέσα σε μία μέρα είδα Τρολς, τηλεμεταφερόμενους ανθρώπους και ένα πράγμα….που δεν ξέρω τι ήταν και δε θέλω να μάθω. Θα αντέξω μια ιστοριούλα».
«Εντάξει. Λοιπόν η σύντομη εκδοχή είναι ότι τέρατα υπάρχουν, δεν είμαστε μόνοι στο σύμπαν και εγώ είμαι κάτι σαν υπεύθυνος ασφαλείας του πλανήτη».
«Είσαι άνθρωπος;»
«Σαν κι εσένα. Τρώω, χέζω, ερωτεύομαι, ξυρίζομαι, πονάω……δεν έχει νόημα ρε συ. Δε θα καταλάβεις τίποτα για τους Ισορροπιστές».
«Τους; Πόσοι είστε;»
«Κοίτα πρέπει να φύγω. Υπάρχουν πολύ χειρότερα προβλήματα από το να λύσω από τη περιέργεια σου».
     Σηκώνεται να φύγει όταν η Ρουθ πετάει το ποτήρι στο τοίχο. Εκείνος σταματά και την κοιτάζει. Ξέρει ότι δεν μπορεί να αποφύγει αυτή τη συζήτηση. Μετά από τόσα που πέρασε η Ρουθ δικαιούται να μάθει την αλήθεια. Άλλωστε φαίνεται και στην αποφασιστικότητα των ματιών της. Απαιτεί την αλήθεια. Ο Τρόι φέρνει ένα άλλο ποτήρι και της το ξαναγεμίζει. Και τότε αρχίζει να της λέει:
«Ο πλανήτης μας και γενικά ο γαλαξίας μας είναι κάτι σαν σταυροδρόμι για άλλες διαστάσεις. Το είδος μας είναι το νεότερο σε όλα τα σύμπαντα όμως και το πιο αδύναμο. Δεν ήμασταν οι πρώτοι κάτοικοι εδώ πέρα και σίγουρα δεν είχαμε την αρχηγία».
«Δηλαδή;»
«Ήμασταν η τροφή υπερφυσικών όντων. Γινόμασταν σκλάβοι και τρέφονταν από μας με τρόπους που…δε θες να ξέρεις. Όμως, υπάρχει ένας απαράβατος κανόνας στο σύμπαν που λέει ότι, ότι έχει αρχή έχει και τέλος».
«Ξεσηκωθήκαμε».
«Ναι. Δεν ξέρω πως και γιατί αλλά ένας άνθρωπος, που το όνομα του έχει ξεχαστεί πια, απέκτησε μια δύναμη τόσο υπερφυσική που απείλησε στα ίσα ότι μη-ανθρώπινο ον».
«Τι δύναμη;»
     Ο Τρόι σηκώνει τα μανίκια του και σφίγγει τις γροθιές του. Τα μάτια της Ρουθ μαγεύονται από τα χρυσά του χέρια. Τα κοιτάζει με ανοιχτό στόμα καθώς αυτά φωτίζουν το όμορφο πρόσωπο της. Εκείνος τότε της αποκαλύπτει το μυστικό:
«Θνητοποίηση. Η δύναμη του να κάνεις κάθε υπερφυσικό ον, άνθρωπο. Μοναδική ανάμεσα στους κόσμους και ελεγχόμενη από το πιο αδύναμο είδος. Δε φαντάζεσαι πόσο τη φοβούνται».
     Το χρώμα φεύγει και η Ρουθ κλείνει το στόμα της. Έπειτα ρωτάει:
«Γιατί τη φοβούνται;»
«Φαντάσου ότι είσαι κυνηγός και κυνηγάς ένα ελάφι. Πως θα ένοιωθες αν γινόσουν ξαφνικά κι εσύ ελάφι και απειλούσουν από άλλους κυνηγούς;»
«Μάλιστα. Για συνέχισε».
«Έμεινε στο μυαλό μας ως ο Πρώτος Ισορροπιστής. Το όνομα του και το πώς απέκτησε αυτή τη δύναμη ξεχάστηκαν μέσα στις χιλιετίες. Τέλος πάντων,  ο Πρώτος λοιπόν ένωσε όλη την ανθρώπινη φυλή και κήρυξε το πόλεμο στο υπερφυσικό. Και για κάποιο διάστημα τα κατάφερε. Για ένα μικρό διάστημα η Γη ήταν μόνο δική μας».
«Αλλά κάτι έγινε».
«Μπίνγκο. Οι τέσσερις υπερφυσικές φυλές, δηλαδή θεοί, άγγελοι, δαίμονες και τέρατα του Καθαρτηρίου ενώθηκαν. Ένωσαν τις δυνάμεις τους και έριξαν μια κατάρα απάνω μας. Ο Ισορροπιστής ξεχάστηκε. Σβήστηκε από τα μυαλό των ανθρώπων. Έμεινε μόνος του να πολεμά τις συνεχόμενες ορδές των φυλών που ξαναέπαιρναν το πάνω χέρι. Όποτε αναγκάστηκε να αλλάξει τακτική».
«Τι έκανε;»
«Έγινε ο πρώτος τζιχαντιστής. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους φάση. Άρχισε να σφάζει το ίδιο του το είδος. Καλύτερα νεκροί, παρά σκλάβοι. Οι φυλές είδαν αυτή τη γενοκτονία και τα ζύγισαν. Το να τον σκοτώσουν τους κόστιζε κόσμο. Το να τον αφήσουν τους κόστισε ενεργεία και την δίοδο τους σε άλλα σύμπαντα. Όποτε αποφάσισαν να συνάψουν ανακωχή.
«Και τι έλεγε αυτή η ανακωχή».
«Είναι αρκετά μεγάλη για να στην αναλύσω. Το πιο σημαντικό ήταν ότι οι άνθρωποι θα κρατούσαν τη Γη αλλά τα τέρατα θα συνέχιζαν να έχουν πρόσβαση στο σταυροδρόμι χωρίς να μας ενοχλούν. Κάθε φορά που μια φυλή αποφασίζει να σπάσει την ανακωχή θα επεμβαίνει ο εκάστοτε ο Ισορροπιστής. Είτε σκοτώνοντας τον παραβάτη, είτε θα επιβάλλει την εσχάτη των ποινών».
«Θνητοποίηση».
«Ακριβώς. Η κατάρα όμως έμεινε. Ο Ισορροπιστής θα έμενε ξεχασμένος και κάθε φορά που θα έκανε ένα ανδραγάθημα θα διαγραφόταν από το μυαλό των ανθρώπων. Όπως και οι φυλές δε θα χρησιμοποιούσαν ποτέ την κανονική τους μορφή για να εισέρθουν στη Γη. Πρέπει να καταλαμβάνουν ένα άνθρωπο. Αμφότερες οι πλευρές κάνανε υποχώρηση».
«Δηλαδή εσύ μας έχει σώσει άπειρες φορές και ποτέ δεν το μάθαμε. Πως γίνεται αυτό;»
«Ένας άλλος όρος ήταν να αποκτήσει αφεντικά ο εκάστοτε Ισορροπιστής. Τους Ρυθμιστές. Τέσσερα όντα μισοί άνθρωποι, μισοί κάτι άλλο».
«Και τι κάνουν αυτοί;»
«Ότι κάνει η τρόικα στην Ελλάδα. Εντολές και αξιολόγηση. Κοινώς πήδημα. Αποφασίζουν και ρυθμίζουν την υπερφυσική κατάσταση στη Γη. Οι άνθρωποι δε πρέπει να ξέρουν για το υπερφυσικό. Δεν είναι ακόμα έτοιμοι για τις αλήθειες που ξέρω εγώ».
     Ο Τρόι τελειώνει την ιστορία και περιμένει την αντίδραση της. Εκείνη απλά βάζει λίγο ακόμα ουίσκι και συνεχίζει να πίνει. Εκείνος σηκώνεται και βάζει το σακάκι του για να φύγει. Τότε η Ρουθ τον ρωτάει:
«Μια στιγμή, είπες ότι κανένα ον δε μπορεί να μπει στη Γη χωρίς ανθρώπινο μέσο. Αυτά το Τρολς πως ήταν εδώ;»
«Γι’αυτό σου είπα στη σπηλιά ότι υπάρχει μεγάλο πρόβλημα. Η τρύπα που είδες είναι παράνομο πέρασμα. Κάποιος την άνοιξε εκεί και επέτρεψε στα Τρολς να είναι με τη φυσική τους μορφή».
«Μάλιστα. Μια ακόμα ερώτηση. Εγώ γιατί δεν σε έχω ξεχάσει;»
«Αυτό είναι ένα μεγάλο ερώτημα που πρέπει να συζητήσω με τους Ρυθμιστές. Εκεί πάω τώρα. Κάποιος παίζει με τη φωτιά, Ρουθ και έμπλεξε και σένα».
«Συγνώμη τώρα θα μ’αφήσεις εδώ μόνη μου».
«Ηρέμησε. Είμαι κάτι σαν υπερφυσικός μπάτσος κι αυτό είναι το τμήμα μου. Πόσους εγκληματίες έχεις δει να επιτίθενται σε αστυνομικό τμήμα;»
     Της κλείνει το μάτι και εξαφανίζεται. Εκείνη μένει μόνη της παρέα με το ουίσκι και τις σκέψεις της. Αυτή η μέρα δεν ήταν και η καλύτερη της ζωή της. Νοιώθει ευάλωτη απέναντι στη μαύρη αλήθεια που της πέταξε ο Ισορροπιστής.  
     Ο Τρόι μεταφέρεται στο εσωτερικό ενός αρχοντικού. Μπροστά του απλώνεται ένας μεγάλο διάδρομος με ένα υπέροχο χαλί και αγάλματα και πίνακες δεξιά και αριστερά. Οι πόρτες ανοίγουν μία προς μία ώσπου στο τέλος φτάνει στο ρετρό σαλόνι. Οι τέσσερις Ρυθμιστές είναι εκεί ανήσυχοι. Ζίφαελ, μισή άνθρωπος, μίση άγγελος. Μια μεγάλη σε ηλικία γυναίκα με ριχτά απλά στο χρώμα ρούχα. Κλόμα, ανθρωπος-τέρας. Μια υπερβολικά θελκτική γυναίκα που δε διστάζει να δείξει τα κάλλη της. Γκονάς, ανθρωπος-θεός. Νεαρός Ινδός, καρπός της θεάς Κάλι. Άιρους, παιδί-δαίμονας. Ένα δεκάχρονο παιδί από Ασία. Ο Τρόι μόλις τους βλέπει λέει:
«Χρειάζεται να πω κάτι;»
«Μη ξεχνάς το ρόλο σου, Τρόι».
«Πολύ αργά για να μου κάνεις το αφεντικό, Άιρους. Έχουμε προβλήματα και χρειάζομαι κατεύθυνση».
«Τα Τρολς τα καθάρισες άρα λογικά δεν υπάρχει υπαρκτό πρόβλημα». λέει η Κλόμα.
«Υπάρχει. Η τρύπα είναι ακόμα εκεί ανοιχτή». λέει ο Γκονάς
«Ακριβώς και δε φαντάζομαι να περιμένετε από μένα να την κλείσω;»
«Όχι, αυτό είναι δικό μας θέμα. Όπως και το να βρούμε ποιος την άνοιξε και παίζει με τους νόμους της Ισορροπίας». είπε η Ζίφαελ.
«Σωστά». πετάγεται η Κλόμα «Έχουμε ένα πιο μεγάλο πρόβλημα να λύσουμε».
«Ναι, αυτή τη Ρουθ Τζέιμσον. Την είδες έτσι;» ρωτάει η Ζίφαελ.
«Εσύ τι λες; Χρυσές φλέβες σε όλο της το σώμα. Είναι ένα θάνατο μακριά από το να γίνει ολοκληρωμένη Ισορροπίστρια. Πως έγινε αυτό;»
«Δε ξέρουμε Τρόι» απαντάει ο Γκονάς «δεν είναι καν μες στους υποψήφιους».
«Πρέπει να πεθάνει». συμπεραίνει ο Άιρους.
«Πάνω από το πτώμα μου».
«Τι είπες;»
«Με άκουσες στούμπο».
«Για όνομα της Ισορροπίας, ηρεμήστε και οι δύο». λέει δυνατά ο Γκονάς «Σύμφωνα με την αρχαία ανακωχή δεν έχουμε δικαίωμα να την ακουμπήσουμε, ούτε να διατάξουμε τον Ισορροπιστή να την σκοτώσει αν δεν βρούμε ενοχοποιητικά στοιχεία».
«Ή αν τα δημιουργήσουμε».
«Κλόμα!»
«Ζίφαελ, αν οι φυλές μάθουν ότι υπάρχουν δύο Ισορροπιστές ενεργοί θα το εκλάβουν ως πράξη πολέμου. Δεν μπορούμε να το ρισκάρουμε και να κρυβόμαστε πίσω από κανόνες».
«Συμφωνώ. Η γρήγορη αντίδραση μας μπορεί να σώσει πολύ κόσμο». λέει ο Άιρους.
«Μαζί και τον ένοχο».
«Τι;»
«Δεν είμαι τυχαίος, ούτε αυτή. Παίζω το κεφάλι μου ότι αυτός που την έστειλε το ξέρει αυτό. Δεν με ήθελε νεκρό. Κάτι άλλο επιδιώκει. Το ένστικτο μου λέει ότι υπάρχει συνωμοσία σε εξέλιξη κι αυτή η κοπέλα ίσως είναι το κλειδί».
«Συμφωνώ. Πρέπει να ψάξουμε τον εγκέφαλο. Να δούμε τι επιδιώκει». λέει ο Γκονάς.
«Ωραία, ξεκινάω από τώρα».
«Όχι». του λέει η Ζίφαελ «θα αναλάβουμε εμείς και τις δύο υποθέσεις εσωτερικά και μυστικά. Εσύ θα συνεχίσεις τη δουλειά σου».
«Ζίφαελ…»
«Κάνε αυτό που σου λέω. Δεν χρειάζεται να τραβήξουμε βλέμματα πάνω μας που δε χρειάζεται. Αυτές είναι οι εντολές σου».
     Η συζήτηση εκεί τελείωσε. Οι κανόνες είναι κανόνες και πρέπει να ακολουθούνται. Η ανυπακοή θα του στοιχίσει την θνητοποίηση και δε θα μπορεί να βοηθήσει την Ρουθ. Γυρνάει τη πλάτη και φεύγει, εξαφανιζόμενος. Όμως η συζήτηση δεν έχει λήξει όμως στο αρχοντικό. Οι Ρυθμιστές συνεχίζουν να είναι σκεπτικοί. Ο Γκονάς λέει πρώτος:
«Απ’ότι φαίνεται είναι…»
«Βούλωστο». λέει δυνατά η Κλόμα «Είναι μύθος. Μια φάρσα. Μια επινόηση αυτών που θέλουν το παλιό καθεστώς στη Γη».
«Πρέπει να κινηθούμε πιο αθόρυβα από κάθε άλλη φορά. Γιατί αν είναι αυτό που όλοι νομίζουμε…» λέει ο Άιρους πριν διακοπεί από τη Ζίφαελ.
«Ας είναι. Θα το αντιμετωπίσουμε όπως αντιμετωπίσαμε οποιαδήποτε άλλη απειλή. Δεν πρέπει να μας φοβίζει ο μύθος του Σκοτεινού Ισορροπιστή. 

Γιώργος Πουρλιάκας