Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

13.7.20

Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 12)


«Μαξ; Μάααξ; Μαξ, ξύπνα επιτέλους».

Αυτή η φωνή… Γιατί πρέπει να ξυπνήσω; Αφού δε θέλω.

Τι λέω;

Η Εχεκράτεια. Αυτή είναι η φωνή της. Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω την κοκκινομάλλα να με κοιτάζει στα μάτια καθώς με κουνάει απαλά από τον ώμο. Τα μάτια της είναι πρησμένα και κόκκινα. Έμεινε όλες αυτές τις ώρες ξύπνια και τραγουδούσε; Τα μαλλιά της είναι στεγνά και φουντωμένα, για αυτό τα έχει πιάσει απρόσεκτα σε έναν χαμηλό κότσο. Ο Nebula είναι δίπλα της και με κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια.

«Έλα Μαξ. Ξύπνα. Ήρθε η ώρα» μου λέει πολύ σοβαρά και εγώ σηκώνομαι όρθιος.

«Πριν κάνεις το οτιδήποτε, θέλω να μου εξηγήσεις το σχέδιό σου. Αλλά όχι όπως την τελευταία φορά. Θέλω λεπτομέρειες» της λέω και σταυρώνω τα χέρια στο στέρνο μου.

«Για την πύλη δεν έχω να σου πω κάτι άλλο. Ήδη με πονάει πολύ που ο Nebula θέλει να μου δώσει την ενέργειά του. Όσο αφορά τις ενέργειες, η διαδικασία ολοκληρώθηκε» Μου λέει και μου πιάνει το χέρι. Νιώθω την ενέργειά της τόσο ζεστή. Τόσο οικία. Οι ενέργειές μας είναι τόσο ίδιες που, εάν ο Nebula δε μας έβλεπε, θα μας μπέρδευε!

«Για μερικές ώρες εγώ και εσύ, ενεργειακά, θα είμαστε ένα. Πρέπει να προσέχεις τι νιώθεις και τι σκέφτεσαι γιατί θα επηρεάζεις και εμένα. Μόλις περάσουμε από τη χρυσή πύλη, θα πρέπει να βρούμε τον ναό του Δία και να πάρουμε το μεγάλο του όπλο. Μόνο έτσι θα μπορέσεις να ελευθερώσεις τη μαγεία σου» συνεχίζει άνετη, αλλά δε συμμερίζομαι την έλλειψη άγχους της. Πηγαίνουμε σε ένα μέρος που δεν έχουμε ξανακούσει, που δεν ξέρουμε καν πώς μοιάζει. Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δε θα βρεθούμε σε ένα κενό και θα πρέπει να πετάξουμε;

«Σου είπα να προσέχεις τι σκέφτεσαι. Όση ασπίδα και αν κάνεις, δεν μπορείς να με ξεφορτωθείς από πάνω σου» με διακόπτει από τις σκέψεις μου και αυτή η ιδέα δε μου φαίνεται και τόσο καλή τελικά.

Τουλάχιστον αυτό δε θα κρατήσει για πολύ. Ελπίζω να μείνει αρκετά μακριά από το μυαλό μου. Πρέπει να συγκρατώ τις σκέψεις μου. Δεν είναι ανάγκη να βλέπει τα πάντα για εμένα. Η Εχεκράτεια στενεύει εξεταστικά τα μάτια της και ελπίζω να μην έκανα κάποια γκάφα στο μυαλό μου. Αλλά δεν είναι χαζή. Εκείνη έχει την ενέργειά μου, αλλά εγώ όχι τη δική της. Ποιος ξέρει τι μπορεί να είδε... Ξαφνικά τα μάτια της γίνονται λευκά και μένει ακίνητη. Νιώθω μια περίεργη αίσθηση να με διαπερνά. Τα πόδια της λυγίζουν απότομα και πέφτει στο πάτωμα. Προλαβαίνω να καταλάβω ότι καταρρέει και πιάνω το κεφάλι της, πριν χτυπήσει στο έδαφος. Τη σηκώνω και την αφήνω πάνω στο κρεβάτι προσεκτικά. Την κοιτάζω αγχωμένος. Πρώτη φορά μένει τόση ώρα σε αυτή την κατάσταση.

Περισσότερη ώρα περνάει και η Εχεκράτεια ακόμα να συνέλθει. Τα μάτια της δεν κλείνουν ούτε μια φορά και ο Nebula πηγαίνει πάνω κάτω ανήσυχα σαν να αισθάνεται κάτι. Η ενέργεια γύρω της ταράζεται και εκείνη βαριανασαίνει. Σηκώνομαι όρθιος και την προσέχω στενά, μέχρι που τα μάτια της κλείνουν και έχει σπασμούς. Να κάτι που δεν περίμενα να συμβεί. Αίμα τρέχει από τη μύτη της και ταρακουνιέται ολόκληρη. Την αρπάζω όσο πιο δυνατά μπορώ και ένας διαπεραστικός ήχος τρυπάει τα αυτιά μου. Νιώθω τα πάντα γύρω μου να κουνιούνται, αλλά δεν την αφήνω από τα χέρια μου.

«Εχεκράτεια!» της φωνάζω και το σώμα της αμέσως σταματάει και ηρεμεί.

Η μύτη της έχει ακόμα αίμα, αλλά δεν τρέχει άλλο. Τι έπαθε τώρα; Γιατί; Η κοκκινομάλλα ανοίγει απότομα τα μάτια της και πετάγεται όρθια. Έπειτα πέφτει στα γόνατα και αρχίζει να βήχει σαν να παίρνει ανάσα μετά από πολλή ώρα. Σηκώνει το κεφάλι της και τα μάτια της είναι κατακόκκινα. Ένα δάκρυ σαν αίμα τρέχει από αυτά και μετά από λίγες ανάσες το δάκρυ εξαφανίζεται. Πάω να τη σηκώσω, αλλά τραβιέται απότομα μακριά μου, σηκώνοντας το χέρι της για να μην την ακουμπήσω. Τι έπαθε;

«Μη με ακουμπάς. Θα το κάνεις χειρότερο» μου λέει ενώ προσπαθεί να επαναφέρει στο φυσιολογικό τους χτύπους της καρδιάς της.

«Πρέπει να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία. Δε θα αντέξω για πολύ». Τι εννοεί; Ξέρω πολύ καλά ότι με ακούει και την κοιτάζω επίμονα βαθιά μέσα στα μάτια.

«Η ενέργειά σου. Με σκοτώνει» Τι; «Εννοώ ότι έχεις τόση ενέργεια που το θνητό σώμα μου δεν μπορεί να το αντέξει. Μαζί με τη δική μου δημιουργεί μια έκρηξη δύναμης που δεν μπορώ να ελέγξω. Αυτή η ζεύξη με έκανε να δω πολλά… Ίσως πράγματα που δεν έπρεπε… Πρέπει να φύγουμε» μου λέει και σηκώνεται όρθια.

Δεν το περίμενα αυτό. Ελπίζω να μην κάνει καμία τρέλα και να πάνε όλα καλά. Ό,τι και εάν χρειαστεί, θα βάλω τα δυνατά μου για να τη βοηθήσω. Ο Nebula πάει πάνω στην Εχεκράτεια και γλύφει λίγο από το αίμα πάνω στο χέρι της, σαν να της συμπαραστέκεται. Η κοκκινομάλλα τον χαϊδεύει και του ψιθυρίζει στο αυτί κάτι ενώ τα μάτια της πάλι βουρκώνουν. Σηκώνεται όρθια και κατευθύνεται προς την πόρτα. Βγάζει μερικές κιμωλίες από την τσάντα της. Με μια λευκή χαράζει την πόρτα περιμετρικά. Με μια κόκκινη γράφει από πάνω κάποια σύμβολα. Μάλλον όχι σύμβολα, ρούνους. Στο κέντρο της πόρτας με μια χρυσή κιμωλία κάνει έναν κύκλο. Ο Nebula κάθεται δίπλα της και οι ίδιες αλυσίδες που είχε πριν από λίγο καιρό βγαίνουν από τον κύκλο που σχημάτισε η Εχεκράτεια και τον αιχμαλωτίζουν.

Η Εχεκράτεια κλείνει τα μάτια, ακουμπάει τον κύκλο, από όπου βγαίνει η αλυσίδα, και ψιθυρίζει ένα ξόρκι της. Σιγά σιγά, από το πουθενά, έρχεται αέρας μέσα στο δωμάτιο. Ο άνεμος μεγαλώνει και γίνεται επιθετικός. Αστραπές ακούγονται, αλλά δε μας ακουμπάνε. Τα κεριά στο πάτωμα ανάβουν. Μια τεράστια φλόγα καίει, η οποία δε σβήνει, πάρα τον αέρα. Χώμα σηκώνεται από τη γη και στάλες βροχής αρχίζουν να μας βρέχουν. Μέσα στον μικρό κλειστό χώρο μια φυσική καταστροφή εμφανίζεται αλλά δε μας βλάπτει. Είναι τρομακτικό. Η ενέργεια που δημιουργείται είναι σχεδόν ίδια με αυτή που ένιωσα με τη Spero στο όραμα που μου έδειξε. Όχι. Αυτό που νιώθω τώρα είναι ακόμα πιο μεγάλο. Πλησιάζω με δυσκολία την Εχεκράτεια και δεν ξέρω εάν πρέπει να κάνω κάτι. Τα μάτια της ανοίγουν και τώρα η φωνή της είναι δυνατή και επιβλητική.

«Πάρε αυτό που ζητάς και δώσε μου αυτό που ποθώ!» φωνάζει και ο Nebula με κατεβασμένα τα αυτιά εξαφανίζεται σαν ομίχλη μέσα στη χρυσή τρύπα.

Τα στοιχεία που μέχρι πριν από λίγο κατέκλυζαν το δωμάτιο τον ακολουθούν. Η τρύπα κλείνει και ένα τεράστιο φως βγαίνει από την πόρτα που σχηματίζεται πάνω από την ήδη υπάρχουσα. Το φως είναι τόσο δυνατό που δεν αντέχω να το κοιτάξω για πάνω από ένα δευτερόλεπτο. Ηρεμία επικρατεί στο δωμάτιο και η Εχεκράτεια χαμηλώνει το χέρι της. Με κοιτάζει και το βλέμμα της είναι χαρούμενο και ταυτόχρονα πληγωμένο. Μέσα της θρηνεί για τον φίλο που έχασε, αλλά πέτυχε τον στόχο της. Όλα πάνε όπως τα σχεδίασε μέχρι τώρα.

«Τα καταφέραμε» μου λέει και μου δίνει το χέρι της. Όχι. Εσύ τα κατάφερες. Την πιάνω και μαζί μπαίνουμε στην πύλη για μια ακόμα φορά. Κάνουμε την ίδια κίνηση, αλλά δεν ξέρω πού θα βρεθούμε τώρα.

Το φως ηρεμεί και βρισκόμαστε και πάλι μέσα στο κενό. Οι δύο πόρτες βρίσκονται μπροστά μας, με μια μόνο διαφορά. Η χάλκινη πόρτα βρίσκεται από κάτω μας. Και εμείς βρισκόμαστε μπροστά από τη χρυσή πύλη. Από τόσο κοντά είναι ακόμα πιο όμορφη. Το επιβλητικό χρώμα και μέγεθός της με κάνουν να χάσκω από θαυμασμό και επεξεργάζομαι αυτή την ομορφιά. Η εικόνα που είναι σκαλισμένη πάνω της δείχνει μόνο ένα δέντρο στο κέντρο της, που είναι όμως επιβλητικό δέντρο και πιάνει όλη την επιφάνεια της πόρτας. Το δέντρο της ζωής! Η κάτω πύλη έδειχνε πόλεμο και πόνο ανάμεσα στους κόσμους. Αυτή δείχνει μόνο δύναμη και ζωή. Είναι πανέμορφη. Η Εχεκράτεια ξαφνικά δίπλα μου βήχει και μου αποσπά την προσοχή.

«Γρήγορα. Δεν έχουμε πολύ χρόνο!» μου λέει και σκουπίζει το στόμα της από το αίμα. Τρέχει προς τη μεγάλη πόρτα.

Η πύλη ανοίγει και ένα ακόμα φως μας τραβάει μέσα του. Η ενέργεια που νιώθω είναι πανέμορφη και οικία, σαν να μου ξυπνάει αναμνήσεις από τα βάθη της καρδιάς μου. Τα μάτια μου ανοίγουν και βρισκόμαστε σε ένα πανέμορφο ναό. Μα τι στο καλό; Δεν περίμενα να είναι αυτή η είσοδός μας. Περίμενα κάμπους και όμορφες αλάνες. Λουλούδια και πουλιά που τραγουδούν. Ποιον κοροϊδεύω... Αυτά υπάρχουν μόνο στα παραμύθια. Η Εχεκράτεια αρπάζει τα χέρια μου και τρέμοντας ψιθυρίζει κάποια λόγια ξανά. Νιώθω όλη την ενέργεια να κυλάει σιγά σιγά προς τα χέρια μου και να φτάνει στη βάση του κρανίου μου. Παίρνει μια βαθιά ανάσα σαν να της κόβεται η αναπνοή και τραβάει τα χέρια της μακριά μου. Παίρνει μερικές ανάσες και κουρασμένη μου χαμογελάει.

«Όλα καλά. Ο χρόνος μου κολλημένη πάνω σου τελείωσε» μου λέει και στηρίζεται πάνω στα γόνατά της.

Πάω να την ακουμπήσω και αυτή τη φορά δε με διώχνει μακριά της. Την κρατάω και τη βοηθήσω να ισιώσει το σώμα της. Εκείνη μου κρατάει με δύναμη το χέρι και καθώς το κεφάλι της υψώνεται τα μάτια της σοβαρεύουν και μέσα τους καθρεπτίζεται κάτι ανάμεσα σε φόβο και έκπληξη. Ακολουθώ το βλέμμα της για να δω τι είναι αυτό που κοιτάζει με φρίκη. Ωχ, Θεέ μου. Τελικά δεν πήγαν όλα έτσι όπως το περιμέναμε. Ένας αρσενικός άγγελος με χρυσή πανοπλία μας κοιτάζει μερικά μέτρα μακριά μας. Μας πλησιάζει αργά αλλά δεν τον νιώθω απειλητικό. Όσο πλησιάζει, εμείς είμαστε κοκκαλωμένοι και δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε. Ο άγγελος σταματάει και μας κοιτάζει με απορία, μια εμένα και μια την κοκκινομάλλα. Η Εχεκράτεια κρατάει σφιχτά το χέρι μου και δεν το αφήνει. Φαίνεται πως φοβάται πολύ. Αλλά τι φοβάται; Οι άγγελοι είναι καλοί. Βοηθούν. Δεν κάνουν κακό. Έτσι δεν είναι; Ο άντρας μπροστά μας τελικά μας χαμογελάει ζεστά, τόσο που νιώθω την καρδιά μου να γεμίζει σου με ένα μόνο του βλέμμα.

«Εσείς οι δύο κάτι μου λέει ότι θα τα πάτε περίφημα στις εξετάσεις. Ειδικά εσύ, νεαρά μου. Φαίνεστε πολύ δυνατά παιδιά. Άντε φύγετε τώρα θα σας περιμένουν» μας λέει και η Εχεκράτεια σκύβει ευλαβικά και αρχίζει και τρέχει προς την έξοδο. Ακολουθώ επακριβώς τα βήματά της και βγαίνουμε από τον ναό.

«Κοκκινομάλλα. Τι συμβαίνει; Για ποιο πράγμα μιλούσε;» της ψιθυρίζω καθώς απομακρυνόμαστε από τον ναό.

«Δεν ξέρω…» μου απαντάει και κοιτάζει το πάτωμα σκεπτική.

Τι συμβαίνει πάλι; Πώς θα βρούμε αυτό που ψάχνουμε; Ωραία φτάσαμε μέχρι εδώ. Άξιζαν όλοι οι κόποι και οι πόνοι μας. Το μέρος όμως δεν είναι γεμάτο από νεκρούς που μας αγνοούν. Εδώ μπορεί να μας καταλάβουν από λεπτό σε λεπτό. Εδώ η Εχεκράτεια με καταλαβαίνει, πόσο μάλλον πιο δυνατές οντότητες. Κοιτάζω γύρω μου και αυτό που βλέπω είναι πιο όμορφο από όσο φανταζόμουν. Βρίσκομαι μέσα σε μια μικρή πολιτεία, φτιαγμένη στην πιο ψηλή κορυφή του κόσμου, πάνω από τα σύννεφα. Φαίνεται σαν μια αρχαία Ελληνική πόλη με κίονες και πλούσιους ναούς, με καταρράκτες και δροσερό αέρα. Αλλά δεν μπορεί ο αγγελικός κόσμος να είναι τόσο μικρός. Μάλλον αυτό που βλέπω είναι μόνο ένα κομμάτι του. Πώς βρεθήκαμε όμως εδώ; Μας έστειλε η πύλη; Γιατί;

Η αλήθεια είναι ότι και στη Γη δεν ήξερα ποτέ πότε ή πού θα εμφανιστεί η πύλη. Μάλλον το ίδιο ισχύει και εδώ. Δε βλέπω πουθενά μπροστά μου άλλους αγγέλους και αναρωτιέμαι εάν βρισκόμαστε στο σωστό μέρος. Αλλά αυτός ο τόπος… Μόνο από θαύμα θα μπορούσε να δημιουργηθεί. Δε μου είναι εύκολο να περιγράψω πόσο όμορφα είναι εδώ πέρα.

Ξαφνικά ακούμε από πίσω μας ποδοβολητά. Μια κοπέλα με σανδάλια έρχεται τρέχοντας προς το μέρος μας. Έρχεται με τεράστια ταχύτητα και μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα μας προσπερνάει. Πρώτη φορά βλέπω άνθρωπο να τρέχει τόσο γρήγορα! Τα μάτια μας συναντιούνται για μια μονάχα στιγμή και μετά από λίγα δευτερόλεπτα έρχεται πίσω.

«Τι κάνετε εδώ πέρα; Βιαστείτε! Θα χάσετε τον αγώνα!» μας φωνάζει και συνεχίζει επιτόπου το τρέξιμο.

«Ποιον αγώνα;» τη ρωτάω αυθόρμητα και νιώθω την Εχεκράτεια δίπλα μου να βράζει από τον θυμό της που μίλησα τόσο απερίσκεπτα σε έναν ξένο.

«Πλάκα κάνεις, έτσι; Για ποιον άλλον αγώνα θα μιλούσα; Σήμερα θα βρεθούν οι τρεις νικητές που θα πάρουν τα ιερά όπλα» μας λέει η κοπέλα σχεδόν χλευαστικά. Τα συναισθήματα της Εχεκράτειας μετατρέπονται ξανά σε έκπληξη και φόβο. Δεν μπορώ να την ψυχολογήσω.

«Ποια όπλα;» της λέει απότομα η Εχεκράτεια και η κοπέλα μπροστά μας την κοιτάζει με μισό μάτι. Τελικά γυρνάει, κοιτάζει εμένα και μου χαμογελάει.

«Τα όπλα των τριών αρχόντων των ουρανών που χάθηκαν πριν πολλούς αιώνες στη μάχη! Τον κεραυνό του Δία, την τρίαινα του Ποσειδώνα και την ασπίδα της Αθηνάς» μου λέει χωρίς να σταματήσει να τρέχει και να μου χαμογελάει. Την κοιτάζω με μεγάλη απορία και εκείνη κοιτάζει απηυδισμένη προς τα πάνω.

«Έχεις κενά μνήμης; Για αυτό δεν είστε εδώ; Άντε τρέξτε!»

Μόλις ολοκληρώνει την πρότασή της φεύγει και πάλι σαν σίφουνας μακριά μας. Κοιταζόμαστε με την Εχεκράτεια σαν να σκεφτήκαμε ακριβώς το ίδιο πράγμα, σαν να ενώθηκαν οι σκέψεις μας. Ταυτόχρονα βάζουμε μπρος τα πόδια μας και τρέχουμε προς την κατεύθυνση που έφυγε η κοπέλα πριν μερικά δευτερόλεπτα.

Μακάρι να βρούμε απαντήσεις εκεί που πηγαίνουμε.

Αυτή τη φορά ελπίζω να τρέχω προς τη σωστή μεριά…


Παρασκευή Γκύζη