Summer Solstice (Κεφάλαιο 36)

ΣΕΛΕΣΤ

Κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη του δωματίου μου στο κάστρο Σάβαρλεϊ του Στάρενιθ και αναστενάζω με την νευρικότητα, που με έχει πνίξει ως τον λαιμό. Τα χέρια μου τρέμουν από τον πανικό και η καρδιά μου, δε λέει, να ηρεμήσει το τρελό χτυποκάρδι της. Φτάσαμε αργά τη νύχτα στο κάστρο και μόλις ο βασιλιάς έμαθε για την άφιξή μας σήμερα το πρωί, μας ζήτησε σε ακρόαση. 
 
Το περίμενα, ότι αυτό θα γινόταν αργά ή γρήγορα, όμως… και μόνο στην ιδέα ότι θα συναντήσω τον πρίγκιπα Φρεντέρικο, αυτόν που σκότωσε τους γονείς μου μόνο και μόνο για να σπείρει τον πόλεμο στον κόσμο, δεν… δεν ξέρω, αν θα καταφέρω, να κρατήσω τους τρόπους μου. Ομολογώ, πως τον φοβάμαι, για το τι μπορεί, να κάνει. Τόσο σε μένα, όσο και στον πρίγκιπα Γκασπάρντ, αλλά παράλληλα τον μισώ, όσο τίποτα άλλο και δεν ξέρω, αν θα είμαι εγώ αυτή, που θα τον σκοτώσει πρώτη. Εύχομαι, να πεθάνει με τον χειρότερο τρόπο και να μην βρει τη γαλήνη ποτέ. Έτσι και αλλιώς δεν του αξίζει.

Δυο υπηρέτριες φτιάχνουν τα μαλλιά και το μακιγιάζ μου και με ντύνουν με το όμορφο, κομψό φόρεμα, που έστειλε ο πρίγκιπας Γκασπάρντ για την περίσταση. Αστειεύτηκε πως θα τους τρόμαζα, αν εμφανιζόμουν με τα πειρατικά ρούχα, που είχα συνηθίσει αυτές τις μέρες. Όμως όσο και αν με φροντίσουν οι γυναίκες, που έχω για τις ανάγκες μου, τα σημάδια της βιαιότητας, που πέρασα καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού είναι εμφανή και αποκρουστικά για μια γυναίκα, που ετοιμάζεται, να παντρευτεί έναν πρίγκιπα.  
 
Χαμογελάω προσπαθώντας, να χαλαρώσω. Δεν έχω, να φοβάμαι για κάτι, ούτε ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Εξάλλου υπάρχουν και χειρότερα. Ο Μπράιντεν σίγουρα θα νιώθει εντελώς έξω από τα νερά του, εφόσον βρίσκεται ανάμεσα σε τόσους πολίτες μιας αντίπαλης χώρας και έχει, να κουμαντάρει τον οξύθυμο χαρακτήρα του Σιρκάν. Δεν μου έχει επιτεθεί ξανά, όμως δεν θα έλεγα, ότι είναι και η πιο ευχάριστη παρέα πλέον. Απότομος και κυνικός. Αποφάσισε, να μας βοηθήσει, για λόγους που δεν γνωρίζω. Από την άλλη ο Φόστερ γύρισε στον παλιό καλό εαυτό του. Στον θαμώνα που συχνάζει από ταβέρνα σε ταβέρνα και επιτρέπει σε γυμνόστηθες γυναίκες, να χορεύουν στα γόνατά του.

Οι γυναίκες με ντύνουν με ένα μπορντό και κόκκινο φόρεμα. Το στυλ του είναι απλό, αλλά κάπως ιδιαίτερο γι’ αυτά που είχα συνηθίσει στο Κρέομορ. Το όλο χάρη μπορντό, βελούδινο ύφασμα κυλά γεμάτο χάρη από την κορυφή ως τον ποδόγυρο και έχει ένα γοητευτικό ντεκολτέ, που αποκαλύπτει το δεύτερο ύφασμα από κάτω και χρώματος μπεζ. Το ατλαζοεϊδές σαν κορσές σχέδιο του ρούχου καλύπτει το στομάχι μου με χρυσές κορδέλες σε εναλλάξ ροή. Μια λεπτή χρυσή ζώνη σφίγγει τη μέση μου και δένεται μπροστά στο στομάχι μου. Οι άκρες της πέφτουν χαμηλά ως τα γόνατά μου και στο τελείωμά τους δένονται με δύο όμορφες, διακοσμητικές, κόκκινες μπίλιες. Το ύφασμα κάτω από τη ζώνη ανοίγει σε πολλές πτυχώσεις δημιουργώντας ένα συνδυασμό χρωμάτων του κόκκινου και του μπορντό, ενώ το κέντρο του το τονίζει μια φαρδιά γραμμή γλυκού μπεζ. Χρυσά ζωγραφισμένα λουλούδια πλαισιώνουν όλο το ρούχο. Το μπροστινό μέρος του πρώτου φορέματος είναι λίγο μακρύτερο απ’ ότι το εσωτερικό και καμπυλώνει προς τα έξω. Τα μανίκια του είναι αρκετά μακριά και φαρδιά, η ροή τους σπάει πάνω από τον αγκώνα, όπου χωρίζονται από μικρές λεπτές ζώνες.

Οι καμαριέρες μου απομακρύνονται από κοντά μου κοιτάζοντας επιδοκιμαστικά τη μετάλλαξή μου, πάνω στην ώρα που κάνει την εμφάνισή του ο πρίγκιπας Γκασπάρντ. Και εκείνος είναι αφύσικα αλλιώτικος από τον άντρα, που είχα συνηθίσει. Φοράει λευκό ατσαλάκωτο πουκάμισο, κόκκινο σακάκι και σκούρο καφέ παντελόνι με ψηλές μπότες ως το γόνατο. Από τον λαιμό του κρέμεται μια κοντή γραβάτα, η οποία είναι πιασμένη με μια χρυσή καρφίτσα. Τα μαλλιά του καθαρά και λαμπερά είναι πιασμένα σε μια χαμηλή κοτσίδα στον σβέρκο του και το πρόσωπό του φρεσκοξυρισμένο. Έρχεται προς το μέρος μου και στέκεται μερικά βήματα απέναντί μου, σαν να με επιθεωρεί. Είναι τόσο όμορφος, αλλά και… κάπως αποστασιοποιημένος από μένα. Λες και δεν συνέβη τίποτα απολύτως ανάμεσά μας, και είμαι απλά η γυναίκα, που έχει σκοπό, να παντρευτεί ως αντάλλαγμα για την αρπαγή της Κρήνης. Ελπίζω, να μην ήταν τίποτα απ’ όλα αυτά μια φαντασίωση. Με μια ευγενική υπόκλιση μου απλώνει το γαντοφορεμένο χέρι του και του προσφέρω το δικό μου αφήνοντάς τον, να με οδηγήσει στην αίθουσα των θρόνων, όπου μας περιμένει ο βασιλιάς.

Όποιο σημείο του κάστρου και αν έχω επισκεφτεί, για πρώτη φορά στην ζωή μου διακρίνω τόση πολυτέλεια μαζεμένη. Οι τοίχοι είναι ντυμένοι με μπλε ταπετσαρία και έχουν επένδυση από ξύλο λεύκας. Πίνακες τοποθετημένοι σε χρυσές κορνίζες τραβούν το βλέμμα μου δεξιά και αριστερά, ενώ ασημικά και άλλα αντικείμενα, καναπέδες και κρυστάλλινοι πολυέλαιοι στολίζουν κατά μήκος τον διάδρομο. Το μάρμαρο στο πάτωμα είναι τόσο καθαρό και γυαλιστερό, που μπορώ άνετα, να δω τον εαυτό μου, να αντανακλάται πάνω του, σαν να είναι καθρέφτης. Όμως όσο πολυτελή και αν είναι όλα γύρω μου, δε νιώθω το Σάβαρλεϊ, σαν το σπίτι μου. Δεν υπάρχει αυτή η ζεστασιά, που ένιωθα στο Κρέομορ. Ακόμα και οι εργαζόμενοι εδώ είναι ψυχροί σαν τον πάγο και ανέκφραστοι.

«Υπάρχει κάποιος νόμος, που να σου απαγορεύει, να χαμογελάς;» σκέφτομαι φωναχτά έχοντας το βλέμμα μου καρφωμένο μπροστά. «Είναι λυπητερό».

Οι υπηρέτες και οι στρατιώτες που μας συναντούν υποκλίνονται μπροστά μας. Αλλά… δεν είναι μια υπόκλιση, που αποπνέει σεβασμό. Μόνο φόβο. Λες και θα χάσουν το κεφάλι τους, αν δεν δείξουν υποταγή στην οικογένεια Ολιβάρες. Το στήθος μου σφίγγεται από θλίψη. Οι άνθρωποι δεν είναι σκλάβοι των βασιλέων. Τους υπηρετούν γιατί εμπιστεύονται σε αυτούς τις ζωές τους. Αν οι πολίτες δεν έδιναν σημασία στους βασιλείς, τότε οι βασιλείς πολύ απλά δε θα υπήρχαν. Δε θα είχαν τίποτα, για να κυβερνήσουν. Ο πρίγκιπας Γκασπάρντ σφίγγει το μπράτσο μου, για να μου τραβήξει την προσοχή και μου χαμογελάει καθησυχαστικά.

«Αυτό είναι ακόμα ένα πράγμα, που πρέπει, να αλλάξει με την εκθρόνιση του Φρεντέρικο. Το να υποτάξει πρώτα τον λαό και έπειτα τα άλλα κράτη, είναι ένας τρόπος, για να δείξει την δύναμη, που κατέχει». Με ενημερώνει μιλώντας σιγανά. Ίσα που καταφέρνω, να τον ακούσω και υποθέτω, πως δεν είναι ασφαλές, να συζητάμε γι’ αυτό εδώ έξω. «Μην σκοτίζεις το μυαλό σου με αυτά. Προς το παρόν συμπεριφέρσου, σαν να μη συμβαίνει τίποτα και προσπάθησε, όσο γίνεται, να πας με τα νερά του Φρεντέρικο. Θα σε προσβάλλει και θα σε μειώσει. Πάντα αυτό κάνει, αλλά μην δώσεις σημασία και μην επιτρέψεις, να σε επηρεάσει. Είσαι σημαντική για μένα και αυτό έχει μόνο σημασία».

«Ναι…» ψελλίζω αβέβαιη.

Δυο στρατιώτες δεξιά και αριστερά μιας λευκής με χρυσά ανάγλυφα σχέδια δίφυλλης πόρτας υποκλίνονται προς το μέρος μας και έπειτα την ανοίγουν για εμάς. Ο πρίγκιπας Γκασπάρντ με περήφανο ανάστημα και με βλέμμα εκείνου, που δεν έχει μάθει, να χάνει το θάρρος του μπροστά στην ψυχρότητα του αδερφού του, με οδηγεί μπροστά από τον θρόνο, όπου έχει κουρνιάσει ο πατέρας του. Ο βασιλιάς του Στάρενιθ δε φαίνεται, να βρίσκεται στα καλύτερά του και με το ζόρι κρατάει τα μάτια του ανοιχτά. Να έχουν μάθει για τον θάνατο του πρίγκιπα Άλμπερτ; Σίγουρα θα είναι ένα μεγάλο πλήγμα στην κατάστασή του. Τα κουτσομπολιά των στρατιωτών ήταν αληθινά τελικά. Ο βασιλιάς πεθαίνει από μια αρρώστια, που κανένας δεν γνωρίζει, όμως εγώ την έχω ξαναδεί. Η μητέρα μου έλιωνε με τον ίδιο τρόπο, ώσπου μια μέρα σταμάτησε, να παλεύει και χάθηκε. Μίσος γεμίζει τα μάτια μου για τον άντρα, που στέκεται δίπλα στον θρόνο του βασιλιά. Στο στραβό χαμόγελό του υποθέτω, πως είναι ο πρίγκιπας Φρεντέρικο. Ο Γκασπάρντ καταλαβαίνοντας την έντασή μου, μπλέκει τα δάχτυλά του με τα δικά μου και με τραβάει, να γονατίσω μπροστά στον πατέρα του. Υπακούω πρόθυμα δαγκώνοντας παράλληλα τα χείλη μου, για να καταπιώ την οργή, που με κυριεύει.

«Πατέρα… με συγχωρείς, που μου πήρε τόσο καιρό, για να επιστρέψω. Όμως έχω την Κρήνη στα χέρια μου». Λέει ο Γκασπάρντ με ήρεμη και δυνατή φωνή.

«Και όχι μόνο». Σαρκάζει ο Φρεντέρικο κάνοντας τον Γκασπάρντ, να σηκώσει το κεφάλι του και να του ρίξει ένα βλέμμα γεμάτο υπονοούμενα.

Ο Γκασπάρντ ορθώνει το ανάστημά του και με τραβάει κοντά του, όταν ο πρώτος πρίγκιπας στη σειρά διαδοχής για τον θρόνο κατεβαίνει τα σκαλιά και μας πλησιάζει. Έχει όμορφο και γοητευτικό πρόσωπο, όμως η κακία που σπινθηρίζει στα μάτια του, το ασχημαίνει. Ο πρίγκιπας Φρεντέρικο μου ρίχνει μια ματιά, η οποία με ξεγυμνώνει από τα ρούχα μου και έπειτα απλώνει ξαφνικά το χέρι του αρπάζοντάς με από το σαγόνι. Με τραβάει κοντά του και ίσως να εκπλησσόμουν υπό άλλες περιστάσεις, όμως τώρα χτυπάω το χέρι του με την ανάστροφη του δικού μου και επιστρέφω στην αρχική μου θέση.

«Η γυναίκα σου δεν είναι καλή γατούλα. Πρέπει, να την εκπαιδεύσεις καλύτερα». Σχολιάζει αποδοκιμαστικά ο πρίγκιπας Φρεντέρικο και τρίβει ενοχλημένος το σημείο, που τον χτύπησα. «Παρόλα αυτά δεν μπορώ, να καταλάβω, γιατί υιοθέτησες μια από τα αλώνια και όχι από τα σαλόνια».

«Είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα».

«Μιάου!» σχολιάζω και του χαρίζω ένα χαμόγελο εκπλήσσοντάς τον. Τα μάγουλά μου βάφονται κόκκινα. Δεν ξέρω, πως κατέληξα, να παριστάνω τη γάτα. Τουλάχιστον διακωμωδώντας την κατάσταση, δε με κάνει, να νιώθω παρείσακτη.

«Τέλος πάντων. Το θέμα μας είναι η Κρήνη. Που είναι; Θέλω, να την δω». Γρυλίζει εκνευρισμένος. «Είπες, ότι την έχεις».

«Φυσικά. Ενημερώθηκα, πως θα αναλάβεις τα καθήκοντα του πατέρα μέσα στην εβδομάδα ενώπιον του λαού. Σκέφτηκα, ότι είναι το καλύτερο μέρος, για να επιδείξουμε αυτό το θρυλικό όπλο. Περίμενε ως τότε». Είναι το μόνο, που απαντάει ο πρίγκιπας Γκασπάρντ. «Υποθέτω, πως αυτό ήταν το μόνο, που ήθελες, να μάθεις γι’ αυτό θα αποχωρήσω. Επιθυμώ, να δείξω την πόλη στη μέλλουσα γυναίκα μου».

Ο πρίγκιπας Γκασπάρντ με οδηγεί βιαστικά έξω από την αίθουσα, δίχως να ανταποκριθεί στις επιμονή του αδερφού του. Τι έχει μέσα στο μυαλό του; Γιατί να εξαγριώσει κάποιον, που μπορεί, να τον κολλήσει στον τοίχο; Ο Φρεντέρικο δε θα αγγίξει κανέναν από τους δυο μας πριν ενεργοποιήσουμε την Κρήνη, αν όμως το σχέδιο του Γκασπάρντ δεν πετύχει, ποιος μας βεβαιώνει, ότι δε θα μας δολοφονήσει μετά; Πρέπει, να βρούμε ένα εναλλακτικό σχέδιο διαφυγής, αν τα πράγματα στραβώσουν. Επιστρέφουμε στο δωμάτιό μου μέσα στην σιωπή και πέφτω αποκαμωμένη στο κρεβάτι μου. Η ακρόαση δεν ήταν αυτό, που περίμενα. Στην ουσία δε συζητήθηκε τίποτα σημαντικό. Τουλάχιστον απέκτησα μια πρώτη άποψη για τον περίφημο Φρεντέρικο Ολιβάρες.

«Ήταν περίεργο αυτό, που συνέβη». Λέω κάπως πειραγμένη με το σχόλιό του απέναντί μου.

«Ήταν διασκεδαστικό». Αποκρίνεται ο πρίγκιπας και έρχεται κοντά μου βγάζοντας από την τσέπη του παντελονιού του ένα βελούδινο κουτάκι. Γονατίζει μπροστά μου και το ανοίγει αποκαλύπτοντας ένα δαχτυλίδι αρραβώνων στολισμένο με ένα όμορφο ζαφείρι. «Ξέρω, ότι δεν είναι το κατάλληλο μέρος, αλλά… θα δεχτείς να γίνεις γυναίκα μου; Θα είναι μεγάλη μου τιμή, να έχω μια τέτοια αγριόγατα στο πλάι μου». Με πειράζει και έπειτα νιαουρίζει, για να ξεσπάσουμε στο τέλος σε ανάλαφρα γέλια.

Γλιστράω από το κρεβάτι, για να κατέβω στο ύψος του και τον αγκαλιάζω. Έχω δεχτεί ήδη και δε μετανιώνω γι’ αυτό. Ακουμπάω το μέτωπό μου στο δικό του και ο πρίγκιπας περνώντας το χέρι του πίσω από τον αυχένα μου, με τραβάει σε ένα γλυκό, κτητικό φιλί, που λιώνει την ίδια μου την ψυχή.

«Σε αγαπώ όλο και περισσότερο κάθε μέρα». Μουρμουρίζω χαϊδεύοντας το πρόσωπό του. «Αν και δεν σου αξίζει, για τον τρόπο που μου μίλησες τόσες και τόσες φορές».

«Έλα τώρα. Αφού ξέρω, ότι μου έχεις αδυναμίας». Σαρκάζει και τσιμπάει τη μύτη μου κάνοντάς με, να τον σπρώξω πειραγμένα.




Ηλιάνα Κλεφτάκη