Αύρα (Κεφάλαιο 17: Άλικα, η κίτρινη πόλη Μέρος Β’)

(Σκάι)

Άνοιξα τα μάτια μου μπροστά στο ομορφότερο θέαμα. Ο Κρις κοιμόταν στο πλάι, με το πρόσωπό του απέναντι στο δικό μου. Κάτω από το χαμηλό φως του δωματίου έμοιαζε ακόμη πιο όμορφος. Πέρασα προσεκτικά το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά του, με εκείνον να με σφίγγει πιο κοντά του.  Ένιωθα το σώμα μου ζεστό μέσα στην αγκαλιά του και με τα μάτια μου ακολούθησα τη διαδρομή του προσώπου του από πάνω προς τα κάτω.

«Το ξέρεις ότι μπορώ να καταλάβω ότι με κοιτάς επίμονα». Στο τέλος της πρότασής του, βυθιζόμασταν ο ένας στο βλέμμα του άλλου. Θα ορκιζόμουν ότι μπορούσα να δω έναν νέο κόσμο μέσα στα σκουρόχρωμα, επιβλητικά μάτια του. Με μια ελάχιστη κίνηση είχε φτάσει μια ανάσα πριν το πρόσωπό μου, σφραγίζοντας τα χείλη του πάνω στα δικά μου.  Ήθελα να πω τόσα πολλά και τίποτα ταυτόχρονα, όμως σύντομα η πόρτα χτύπησε ρυθμικά διακόπτοντας τη σιωπηλή συνομιλία μας. Σηκωθήκαμε και οι δύο από το κρεβάτι με τον Κρις να στέκεται μπροστά από την πόρτα ημίγυμνος.

«Γιατί δεν ανοίγει η πόρτα; Κρις; Σκάι; Είστε καλά;» Ο Κρις με κοίταξε και εγώ ανασήκωσα τους ώμους μου, δείχνοντας παράλληλα τα βρεγμένα ρούχα στο πάτωμα.

«Τες, γεια, όχι, καλά είμαστε. Να σου πω, μήπως έχεις τίποτα έξτρα ρούχα;» Η σιωπή από την άλλη μεριά της πόρτας διακόπηκε απότομα˙ η Τες είχε ξεσπάσει σε γέλια. Ένιωσα τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν και ο Κρις δεν πήγαινε πίσω.

«Μέσα στην ντουλάπα στα δεξιά σας θα βρείτε δυο στολές στα νούμερά σας. Σας αφήνω να... ε, ντυθείτε!» ολοκλήρωσε και απομακρύνθηκε γελώντας.

Με αυτή την ευχάριστη νότα, ο Κρις μπορούσε να απομακρυνθεί από την πόρτα. Κοιταχτήκαμε για λίγο και μετά αντιγράφοντας την Τες γελάσαμε και πήγαμε προς την ντουλάπα. Πράγματι, μέσα υπήρχαν δύο πλήρεις μαύρες στολές μαχητών, οι οποίες έμοιαζαν ολοκαίνουριες, όπως επίσης και δύο μαύρα σακίδια που μετά από μια μικρή έρευνα αποδείχθηκε πως αποτελούσαν ένα μικρό οπλοστάσιο. Κοιταχτήκαμε στιγμιαία με τον Κρις και έπειτα ντυθήκαμε βιαστικά και βγήκαμε από το δωμάτιο.

Φτάσαμε στο τέλος του διαδρόμου και κατεβήκαμε προσεκτικά τις σκάλες ο ένας δίπλα στον άλλον. Δεν είχαμε χρόνο να συζητήσουμε τι συνέβη, κάτι που έμοιαζε να μη μας πειράζει κιόλας. Τίποτα δεν είχε αλλάξει, εκτός από ένα βουνό παλιές, ξεθωριασμένες βαλίτσες στο κέντρο του δωματίου.

Περάσαμε προσεκτικά δίπλα τους, κατευθυνόμενοι προς το γνώριμο καθιστικό, βρίσκοντας την Τες να μας περιμένει εκεί. Όπως υποθέσαμε, στο δωμάτιο υπήρχε άλλη μια παρουσία, κρυμμένη καλά, πίσω από μια στοίβα από γερασμένα, δερματόδετα βιβλία επάνω στο επιβλητικό γραφείο. Η αδερφή του Κρις μας έκανε νόημα να πλησιάσουμε σιωπηλά, καθώς μια σκουριασμένη φωνή μουρμούριζε σκόρπιες λέξεις, όσο γυρνούσε σελίδες και βυθιζόταν βαθύτερα στο χάος του γραφείου του.

Οι τρεις μας κοιτούσαμε με ανησυχία  προς τη μεριά του γραφείου και βρήκα τον εαυτό μου να προσπαθεί να ταιριάξει τη σύνθεση της φωνής που αντηχούσε στο δωμάτιο, με ένα πρόσωπο που θα ταίριαζε σε αυτή τη φθαρμένη μελωδία.  

Σύντομα μια σκιά άρχισε να κινείται στον τοίχο, την οποία ακολούθησε ένας ψηλόλιγνος ηλικιωμένος άνδρας με κοντά, κυματιστά μαλλιά, που ήταν μια μίξη λευκού και καστανού, πλεγμένα αρμονικά μεταξύ τους, ταιριάζοντας απόλυτα με το καφέ κοστούμι, ελαφρώς μεγαλύτερο από το σώμα του ιδιοκτήτη του. Μια χρυσή αλυσίδα ξεπρόβαλε από την εσωτερική πλευρά του φθαρμένου σακακιού του, η οποία κατέληγε σε ένα στρογγυλό ρολόι που δε μπορούσαμε να δούμε καθαρά πίσω από τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλα του χεριού του. Το βλέμμα του έμοιαζε σοβαρό και προβληματισμένο, δημιουργώντας ήπιες ρυτίδες έκφρασης στο μέτωπό του, που σύντομα μεταφράστηκε σε μια ξαφνική κίνηση, που έκανε το περίτεχνο ρολόι να χαθεί μέσα στην τσέπη του. 

Η Τες καθάρισε το λαιμό της, τραβώντας διακριτικά την προσοχή του μέντορά της. Ο ψηλός άνδρας την κοίταξε, ανοίγοντας το στόμα του για να της πει κάτι που ποτέ δεν πρόλαβε, καθώς τα μάτια του έπεσαν πάνω σε εμένα και τον Κρις. Ένιωθα να με διαπερνά ρεύμα και ασυναίσθητα χαμήλωσα το βλέμμα μου και ύστερα κοίταξα τον Κρις, ο οποίος κοιτούσε επίμονα μπροστά, κρατώντας το χέρι μου.

«Απίστευτο». Η φωνή του άνδρα βγήκε σαν ψίθυρος, με την Τες να δείχνει και αυτή τόσο έκπληκτη με την αντίδρασή του, όσο και εκείνος με εμάς.

«Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική στιγμή, λατρεμένη μου μαθητευόμενη. Σε όλη τη νέα ιστορία, τούτη είναι μόλις η δεύτερη φορά που συναντιούνται οι δύο πλευρές. Είναι τόσο τραγικό που αυτή η συνάντηση δε θα καταγραφεί στο ντουλάπι της ανθρώπινης εξέλιξης, προς το παρόν». Στο τέλος της πρότασής του, μας πλησίασε προσεκτικά, σαν να ήμασταν εύθραυστοι. Πρώτα κοίταξε τον Κρις, με το βλέμμα του συγκεντρωμένο, χαρτογραφώντας κάθε εκατοστό του σώματός του. Ύστερα έκανε ένα βήμα πίσω και η προσοχή του στράφηκε επάνω μου. Έκανε μια αργή περιφορά γύρω μου και ένιωσα το σώμα μου να ανατριχιάζει. Αφού ολοκλήρωσε την αξονική ανάλυση, το πρόσωπό του άλλαξε έκφραση και στάθηκε ξανά απέναντί μας, προτάσσοντας το χέρι του.

«Είμαι ο Άντριου, διοικητής της κίτρινης αύρας και μέντορας της Τες. Είναι τιμή μου να σας φιλοξενώ στο σπίτι μου».

Κάναμε ένα βήμα μπροστά και αφού συστηθήκαμε, καθίσαμε στους γνώριμους καναπέδες, με την αδερφή του Κρις να καταλαμβάνει την άνετη πολυθρόνα της και τον Άντριου την κουνιστή ξύλινη καρέκλα, που έμοιαζε να έχει σχεδιαστεί μόνο για εκείνον. Επικρατούσε μια αμήχανη σιωπή, την οποία σύντομα έσπασε ο Κρις.

«Ο Πράις μας είπε πως έπρεπε να σας γνωρίσουμε το συντομότερο. Απέφυγε όμως να μας ενημερώσει για το θέμα της συζήτησης. Ελπίζω να μην είμαστε βάρος και ευχαριστούμε για τη φιλοξενία κάτω από αυτές τις συνθήκες, που όπως φαντάζομαι γνωρίζετε ήδη». Ο Άντριου κοιτούσε εκστασιασμένος προς το μέρος μας, αφήνοντάς μας να αναρωτιόμαστε αν άκουσε πράγματι τίποτα από όσα είχε μόλις πει ο Κρις. Γύρισε προς το μέρος του τοίχου για λίγα λεπτά, σαν να προσπαθούσε να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του και σύντομα ήταν ξανά πίσω σε εμάς.

«Ζω στον Άρη όλη μου τη ζωή, όμως αφιέρωσα τη ζωή μου στο πιο σημαντικό ιστορικό γεγονός του ανθρώπινου είδους μετά τη Δημιουργία. Είμαι βέβαιος πως ήρθατε στο σπίτι μου γεμάτοι απορίες, τις οποίες ίσως μπορώ να απαντήσω, ίσως και όχι.  Αν έχετε την υπομονή να ακούσετε ιστορίες του παρελθόντος από έναν γέρο άνθρωπο, θα χαρώ πολύ να σας ξεναγήσω στις τελευταίες μέρες της Γης και στο σχέδιο με κωδικό όνομα Εκκένωση».

Απορία χαράκτηκε στα βλέμματά μας. Ο Άντριου, που τώρα μας κοιτούσε με ένα μυστήριο βλέμμα, περίμενε από εμάς να δεχθούμε την πρόκληση. Ο Κρις κοίταξε προς την Τες, η οποία έμοιαζε τρομερά ανυπόμονη για αυτή την ιστορία. Ύστερα γύρισε προς το μέρος μου και, με τις εικόνες από έναν απέραντο γαλάζιο ουρανό στο μυαλό μου, έγνεψα καταφατικά και εκείνος με τη σειρά του έδωσε τη νοητή θετική απάντηση που περίμενε υπομονετικά ο Άντριου. Πήρε μια αναπαυτική θέση και αφού κοίταξε τον ουρανό του δωματίου για λίγα δευτερόλεπτα, ξεκίνησε να μας λέει την πολυπόθητη ιστορία της Γης.

«Η Γη αργοπέθαινε πολλά χρόνια πριν την Εκκένωση. Τα φαινόμενα άρχισαν να γίνονται αισθητά πολύ αργότερα, το 2019, όπου οι πάγοι στον αρκτικό κύκλο έλιωναν, ενώ ταυτόχρονα πυρκαγιές εξελίσσονταν σε τρομερά κρύο περιβάλλον, οι εποχές ήταν τόσο ασταθείς που οι ζωντανοί οργανισμοί είχαν μπερδευτεί, δημιουργώντας ένα χάος στη φυσική ροή της ύπαρξης. Τα σπαρτά άρχισαν να φυτρώνουν νεκρά και τα υβρίδια προκαλούσαν τρομερές παρενέργειες τόσο στα ζώα όσο και στους ανθρώπινους οργανισμούς. Μέχρι το 2050, τα φαινόμενα είχαν βγει εκτός ελέγχου, με τους σεισμούς και τις πλημμύρες να πολιορκούν ολόκληρες πόλεις. Οι άνθρωποι τρομοκρατημένοι ζητούσαν λύσεις, όμως ήταν πολύ αργά για να γίνει οποιαδήποτε επέμβαση στον πλανήτη». Το βλέμμα του κοιτούσε το κενό, σαν να μπορούσε μέσα του να δει τη συνέχεια της ιστορίας.

«Τότε δημιουργήθηκε η Ένωση, μια οργάνωση που έφερε κοντά τις μεγαλύτερες διαστημικές μονάδες στον κόσμο, με σκοπό την επιτάχυνση της διαδικασίας για την εγκατάσταση στον Άρη, τον μόνο πλανήτη που είχε κριθεί κατοικήσιμος μέχρι τότε.  Αυτό όμως δε σταμάτησε τις κυβερνήσεις από το να καταχραστούν χρήματα ακόμη και την ύστατη ώρα, με αποτέλεσμα να αργήσει η διαδικασία και να πεθάνει σχεδόν το 1/3 του παγκόσμιου τότε πληθυσμού. Με την ασταμάτητη εργασία των επιστημόνων από κάθε έθνος και φυλή, μέχρι το 2080 ήταν πλέον εφικτή η απόλυτη υποστήριξη ζωής στον Άρη, με τη χρήση της τεχνολογίας που δημιουργούσε ένα προστατευτικό κάλυμμα γύρω από τον πλανήτη και τη δημιουργία των απαραίτητων  συστατικών, τα οποία σε συνδυασμό αποτελούσαν το απόλυτο αντίγραφο του οικοσυστήματος της Γης». Μπορούσα να ακούσω τον πόνο στη φωνή του. Ήταν σίγουρα ένας άνθρωπος με μεγάλη αγάπη για την ιστορία. Βίωνε ό,τι έλεγε.

 «Οι πρώτοι που έφυγαν ήταν οι πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο, χρησιμοποιώντας την περιουσία τους, για να αποκτήσουν ένα μερίδιο ελέγχου στον Άρη. Δυστυχώς, ακόμη και την ύστατη ώρα, ο άνθρωπος δεν ξεχνά την ελαττωματική φύση του. Η Γη συνέχισε να εκδικείται με ξαφνικά ξεσπάσματα μεικτών φυσικών φαινομένων, μειώνοντας τη ζωή των ανθρώπων και των υπόλοιπων ζωντανών οργανισμών κατά εκατομμύρια. Σύντομα δημιουργήθηκαν οι πρώτες αποικίες στον Άρη και μεταφέρθηκαν όσα είδη ζωντανών οργανισμών μπόρεσαν να σωθούν και να αντέξουν τη διαδικασία μεταφοράς. Οι επιστήμονες κράτησαν το γενετικό αποτύπωμα  όλων των οργανισμών και αργότερα δημιούργησαν τεχνητά αξιόπιστα αντίγραφα με την ίδια γενετική υπόσταση». Κοιτούσα τον Κρις και την Τες να παρακολουθούν με ενδιαφέρον. Είχα μείνει έκπληκτη με τις λεπτομέρειες που μπορούσε να θυμηθεί ο Άντριου, παρά την προχωρημένη ηλικία του.

«Μέχρι το 2100 είχε φύγει το 90% του ανθρώπινου είδους από τον πλανήτη, αφήνοντας πίσω ένα υπολειπόμενο  10%, το οποίο αποτελούνταν κυρίως από επιστήμονες και μηχανικούς, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την ασφαλή μετακίνηση προς τον Άρη. Μέχρι εκείνη την στιγμή είχαν αρχίσει να εμφανίζονται οι πρώτες ανωμαλίες στο ανθρώπινο DNA που σήμερα ονομάζουμε αύρες. Έτσι δημιουργήθηκε ένα νέο κοινωνικό σύστημα, με τη μοβ αύρα να παίρνει την ηγεσία». Το ύφος με το οποίο έλεγε την τελευταία του πρόταση έδειχνε πως ούτε εκείνος ήταν οπαδός του στέμματος. Ίσως για αυτό μας είχε δεχθεί στο σπίτι του.

«Ο κόσμος είχε αρχίσει να ξεπερνά το σοκ και να δημιουργεί μια νέα ζωή στον νεογέννητο πλανήτη, με αποτέλεσμα να ξεχάσει το 10% που έμεινε πίσω. Τότε, το Στέμμα ανακοίνωσε πως αυτοί οι άνθρωποι χάθηκαν στη μάχη με την αγριότητα της Γης και πως δεν υπήρχε πλέον σημείο ζωής οποιασδήποτε μορφής στον πλανήτη Γη. Η κοινωνία, στην προσπάθειά της να προχωρήσει στη νέα τάξη των πραγμάτων, δεν αμφισβήτησε αυτές τις δηλώσεις και συνέχισε στη νέα πραγματικότητα. Αυτή η αντίδραση τάισε περισσότερο την υπεροψία του Στέμματος, με αποτέλεσμα λίγο καιρό μετά, να βγάλει έναν νόμο που απαγόρευε τις συζητήσεις για την ιστορία της Γης, λέγοντας πως μόνο άνοιγε τις πληγές του παρελθόντος, κάτι που δέχθηκαν με χαρά οι κάτοικοι του Άρη.  Χρόνια αργότερα οι επιστ-»

Ήμασταν τόσο απορροφημένοι από την ιστορική αναδρομή του Άντριου που, όταν η κεντρική πόρτα άνοιξε διάπλατα και χτύπησε στους τοίχους, μας πήρε μερικά δευτερόλεπτα να επανέλθουμε στην πραγματικότητα. Ο Κρις σηκώθηκε πρώτος, αξιοποιώντας τα γρήγορα αντανακλαστικά του και βρέθηκε στην είσοδο, περιμένοντας σε θέση μάχης. Ξαφνικά το σώμα του χαλάρωσε και σύντομα αποκαλύφθηκε μπροστά μας η γνώριμη μορφή του Πράις. Ήταν λαχανιασμένος και έντρομος, με το βλέμμα του σε απόλυτη απόγνωση.

«Πρέπει να φύγουμε, τώρα!»

«Πράις, τι συμβ-» ξεκίνησε να πει ο Κρις, αλλά ήταν προφανές ότι ο Πράις εννοούσε κάθε του λέξη.

« Κρις, δεν έχουμε χρόνο, είναι πολύ κοντά, αν δεν έρθετε αμέσως μαζί μου θα πεθάνουμε όλοι στην είσοδο. Τες, εξαφάνισε οτιδήποτε ανήκει στον Κρις και τη Σκάι. Δεν ήταν ποτέ εδώ. Ποτέ».

Ο Κρις άρπαξε το χέρι μου και μαζί ακολουθήσαμε τρέχοντας τον Πράις προς την έξοδο, αφήνοντας πίσω την Τες που έτρεχε προς τα πάνω δωμάτια για να εξαφανίσει τα πράγματά μας και τον Άντριου να μας κοιτάει. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου, προσπαθώντας να τον ευχαριστήσω έστω και νοηματικά, χωρίς να ξέρω αν μπορούσε να με δει από αυτή την απόσταση. Το μόνο που κατάφερα να ακούσω πριν κλείσει η πόρτα πίσω μου ήταν η σταθερή και δυνατή φωνή του, που αντηχούσε στα όρια της ακοής μου, επάνω από τον ήχο της μηχανής του οχήματος.

«Αντίο, παιδιά της Γης».

 Ευριδίκη Πετσά