Κρύβεις βαθιά στα μάτια σου ανατολή και δύση,
σκορπάς αρώματα σαν μια βραδιά θυελλική,
το φίλημά σου φίλτρο είναι, το στόμα μόσχου βρύση,
που κάνουν τον ήρωα άνανδρο κι αντρείο το παιδί.
Ύμνος στην ομορφιά,
Σαρλ Μπωντλαίρ.
Αναλίζα
Η μητέρα μου στερέωσε μια κόκκινη κουάφ με αστραφτερά ρουμπίνια στα μαλλιά μου, με κοίταξε από τον καθρέφτη και μου χαμογέλασε θλιμμένα.
«Είσαι πολύ όμορφη, κόρη μου» ακούμπησε το χέρι της πάνω στον ώμο κι έγειρε ελαφρά το κεφάλι της στο πλάι.
«Τελείωνε, η άμαξα περιμένει».
Το χέρι της μητέρας μου σφίχτηκε ασυναίσθητα στο άκουσμα της φωνής του πατέρα μου.
Αναστέναξα και σηκώθηκα.
Τζόναθαν
Αυτός ο χορός είναι βαρετός.
Το μόνο ενδιαφέρον έως τώρα ήταν το αλκοόλ. Παρ’ όλα αυτά, είχα ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη μου για χάρη του αδερφού μου, που είχε διοργανώσει αυτόν τον χορό προς τιμή μου για την επιστροφή μου από το ταξίδι στην Ιαπωνία.
Το αρχοντικό μου έσφυζε από ζωή. Η κεντρική αίθουσα στην έπαυλη που συνήθως διοργανώναμε τους χορούς φωτιζόταν από λάμπες πετρελαίου, πολυελαίους και τρία τζάκια. Η μπάντα έπαιζε μουσική, ο ρυθμός ήταν αργός και χαλαρωτικός, κάποια ζευγάρια στροβιλίζονταν στην πίστα. Οι περισσότερες κοπέλες στέκονταν στην άκρη και περίμεναν από τους εργένηδες να τους τραβήξουν την προσοχή. [ΈΠ1] Ο αδερφός μου, ο Γουίλιαμ, με σκούντηξε. Γύρισα προς το μέρος του βαριεστημένος.
«Λοιπόν» σήκωσε το χέρι του με το οποίο κρατούσε ένα κρυστάλλινο ποτήρι και μου έδειξε τον χώρο. «Πώς σου φαίνεται;»
«Πολύ καλή προσπάθεια, Γουίλ» απάντησα κι ήπια μια γουλιά από το ουίσκι μου.
«Ω, έλα τώρα» έκανε εκείνος. «Δεν μπορείς να ευχαριστηθείς με τίποτα! Κοίτα πόσες κοπέλες ήρθαν να σε καλωσορίσουν» ανασήκωσε το σκούρο φρύδι του, κοιτάζοντας λάγνα προς το μέρος τους.
«Αυτές;» κάγχασα. «Αυτές έχουν έρθει να βρουν άντρα. Πρόσεξε, Γουίλιαμ, μη χαθείς στα δίχτυα τους πριν από την ώρα σου» αστειεύτηκα, κι ο αδερφός μου γέλασε.
«Δεν θα είχα παράπονο να βρω μια γυναίκα, αλλά όχι πριν από εσένα» με έδειξε με ένα θεατρινίστικο τρόπο.
Η μουσική άλλαξε, έγινε πιο γρήγορη.
«Δεν είναι για εμένα αυτά».
Ο Γουίλιαμ κούνησε το κεφάλι του.
«Το ξέρω ότι δεν έχεις βλέψεις να νοικοκυρευτείς σύντομα. Προτιμάς τις περιπέτειες μιας νύχτας» σχολίασε ο Γουίλιαμ, κι εγώ απλώς ανασήκωσα τους ώμους μου.
«Όχι μόνο για μια νύχτα» κοίταξα προς την πίστα, αγνοώντας τον ειρωνικό μορφασμό του Γουίλιαμ, και τελείωσα το ποτό μου.
Την προσοχή μου τράβηξε, τότε, ένα ζευγάρι που χόρευε στο κέντρο της αίθουσας. Η ντάμα φορούσε ένα μαύρο φόρεμα το οποίο ήταν στολισμένο με πολύτιμες πέτρες. Ο κορσές της αναδείκνυε τη λεπτή της μέση και τα λευκά της στήθη. Τα μαύρα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε έναν χαλαρό κότσο, ενώ μερικές σκούρες μπούκλες είχαν ξεπηδήσει και χόρευαν στο πρόσωπό της. Τα κατακόκκινα χείλη της είχαν κυρτώσει σε ένα αυθόρμητο χαμόγελο και τα χρυσά της μάτια κοίταζαν εύθυμα τον καβαλιέρο της. Τράβηξα τον Γουίλιαμ και διέκοψα τη συζήτησή του με έναν νεαρό. Του έδειξα τη γυναίκα.
«Ποια είναι αυτή;» τον ρώτησα διακριτικά.
«Είναι η Αναλίζα Νόρμαν» απάντησε μισοκλείνοντας τα μάτια του. «Πρόσεξε, Τζόναθαν» έσπευσε να προσθέσει. «Ο πατέρας της εμπορεύεται μαζί μας, μην κάνεις κάποια ηλιθιότητα» είπε, αλλά εγώ δεν τον άκουγα πια.
Του έδωσα το άδειο ποτήρι μου και κινήθηκα προς την πίστα.
Ο χορός δεν έμοιαζε τόσο βαρετός πια!
Αναλίζα
Ο καβαλιέρος μου ονομαζόταν Ρούπερτ Μόρισον, κι ήταν αρκετά επιδέξιος στην πόλκα, έτσι ήταν ευχάριστο να χορεύω μαζί του. Ήταν επίσης σημαντικός πελάτης του πατέρα, κι έπρεπε να είμαι φιλική μαζί του. Η μουσική ήταν υπέροχη, δυνατή και μεθυστική. Ο Ρούπερτ με τράβηξε πιο κοντά του, καθώς στροβιλιζόμασταν.
«Θα ήθελα να σου εκμυστηρευτώ ένα μυστικό. Θες να σταματήσουμε λίγο και να πάμε στο χολ όπου θα υπάρχει ησυχία;» ρώτησε κολλώντας σχεδόν το στόμα του στο αφτί μου.
Τον κοίταξα και χαμογέλασα προσπαθώντας να κρύψω τον ξαφνικό εκνευρισμό μου.
«Μπορούμε να μιλήσουμε κι εδώ» στροβιλίστηκα, για να αυξήσω την απόσταση μεταξύ μας.
Δεν με έλκυε με αυτόν τον τρόπο ο Ρούπερτ, αλλά δεν μπορούσα να τον απορρίψω ευθέως – εντολή του πατέρα μου.
«Εννοώ κάπου μόνοι μας» με κοίταξε με νόημα.
Το χαμόγελο έμεινε μετέωρο στα χείλη μου.
«Συγγνώμη» ακούστηκε μια αντρική φωνή πίσω μας.
Ο Ρούπερτ απομακρύνθηκε από μένα ξαφνιασμένος.
«Κύριε Ράιντερ» ψέλλισε, κι εγώ χαμογέλασα ικανοποιημένη και γύρισα να κοιτάξω τον άντρα που είχε κάνει τον Ρούπερτ να τρέμει σαν το φύλλο.
Καμπανάκια αναγνώρισης χτύπησαν στο μυαλό μου, κι έγειρα το κεφάλι μου, παρατηρώντας το αρρενωπό πρόσωπό του, το κόκκινα μαλλιά του, τα λαμπερά γαλάζια μάτια του, τη μικρή ουλή στο δεξί του μάγουλο. Υποκλίθηκε ελαφρά και με κοίταξε στα μάτια με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο.
«Δεσποινίς Μόρινσον, θα μου χαρίσετε αυτόν τον χορό; Εάν δεν υπάρχει πρόβλημα με τον καβαλιέρο σας, φυσικά» γύρισα να κοιτάξω τον άντρα που ήταν ο συνοδός μου ως τώρα.
Δεν χρειάστηκε να ειπωθεί κάτι περισσότερο. Ο Ρούπερτ απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο. Ο Τζόναθαν Ράιντερ με πήρε από το χέρι και πήγε να πιάσει τη μέση μου.
«Δεν είπα ακόμη το ναι, κύριε Ράιντερ» φάνηκε να εκπλήσσεται, κι εγώ δάγκωσα το κάτω χείλος μου, για να μην κυρτώσω τα χείλη μου σε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο.
«Πολύ καλά, έχω την άδειά σας;»
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Αν αρνιόμουν, ήμουν σίγουρη ότι ο πατέρας θα με σκότωνε. Συνήθως ήθελε να κολακεύω για τη δουλειά του πιθανούς πελάτες, αλλά αν μάθαινε πως τράβηξα στην προσοχή του Τζόναθαν Ράιντερ και τον απέρριψα... Δεν θα το έπαιρνε καλά.
«Ο διαβόητος Τζόναθαν Ράιντερ» προσπάθησα να μη φανώ σαρκαστική.
«Γνωρίζετε για μένα, mademoiselle;»
«Θα ήταν παράξενο να είμαι σε έναν χορό προς τιμή σας και να μη γνωρίζω ποιος είστε. Δεν νομίζετε;»
O Τζόναθαν έγειρε ελαφρά το κεφάλι του και γέλασε.
«Σωστά και παρεμπιπτόντως μπορείς να με φωνάζεις Τζον. Λοιπόν, τι έχεις ακούσει;» μου άφησε το χέρι και με έκανε μια γρήγορη σβούρα.
Ζαλισμένη έπεσα πάνω του. Πέρασε το χέρι του από το μπράτσο μου, για να με συγκρατήσει. Σήκωσα το βλέμμα μου προς τα πάνω· η απόσταση από τα χείλη του ήταν τόσο μικρή που, αν σηκωνόμουν στις μύτες, μπορούσα να τον φιλήσω. Φάνηκε να το συνειδητοποιεί κι ο ίδιος, γιατί χάιδεψε το μπράτσο μου μέχρι τον γυμνό ώμο μου. Το δέρμα μου ηλεκτρίστηκε από το άγγιγμά του.
Απομακρύνθηκα γελώντας, για να μη δείξω τη στιγμή αμηχανίας, και μίλησα.
«Θέλεις να μάθεις τι ακούω από τις κυρίους ή από τις κυρίες;»
«Κι από τις δύο κατηγορίες, υποθέτω».
«Οι κύριοι σε θεωρούν άξεστο κι έξυπνο, ένα άτομο που δεν διστάζει σε τίποτα προκειμένου να πάρει αυτό που επιθυμεί, κι οι κυρίες έχουν την ίδια γνώμη, αν και το θέτουν πιο κόσμια».
«Μόνο αυτό λένε;» μόρφασε, δήθεν απογοητευμένος.
Γέλασα με τον πονηρό υπαινιγμό του. Ήξερα πως ήταν του χαρακτήρα του να φέρνει σε δύσκολη θέση τις δεσποινίδες με τα τολμηρά του υπονοούμενα, αλλά είχα αντιμετωπίσει κι άλλους τέτοιους άντρες.
«Λένε επίσης ότι είσαι πολύ καλός στο κρεβάτι, Τζον» με κοίταξε στα μάτια, και το βλέμμα του σκοτείνιασε ξαφνικά.
Με γύρισε έτσι ώστε η πλάτη μου να ακουμπάει το στέρνο του· η ανάσα του μου γαργάλησε το αφτί.
«Θες να μάθεις αν αληθεύει;» μου ψιθύρισε, τα χείλη του κατέβηκαν στον λαιμό μου, κι η ανάσα του τώρα με έκανε να τρέμω από επιθυμία.
Χαμογέλασα στη σκέψη πως είχα θεωρήσει τολμηρό τον Ρούπερτ. Ο καινούργιος μου καβαλιέρος είχε περάσει σε ένα εντελώς καινούργιο επίπεδο. Απομακρύνθηκα από τη στενή επαφή.
«Έτσι ρίχνεις τις κοπέλες, Τζον;» σούφρωσα τα χείλη μου απογοητευμένη.
Αυτός ανασήκωσε το φρύδι του εμφανώς ενοχλημένος και με τράβηξε πιο κοντά.
«Όχι, αλλά, όταν βρίσκονται στο κρεβάτι μου, με παρακαλάνε, Άνα» γέλασα, όχι όπως γελάνε οι κοπέλες, για να ευχαριστήσουν τον άντρα που τις συνοδεύει, αλλά με την καρδιά μου, δυνατά κι αυθόρμητα.
«Πολύ μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου» σκούπισα τα μάτια μου.
«Δεν με πιστεύεις» σήκωσε το χέρι του και με χάιδεψε στον λαιμό. «Στοιχηματίζω οτιδήποτε πως, ύστερα από μερικές μέρες στο κρεβάτι μου, θα με παρακαλάς να σου κάνω έρωτα» ο αντίχειράς του κατευθύνθηκε προς το πηγούνι μου.
Δάγκωσα το χείλος μου· θεωρούσε ότι ήταν ο κυνηγός, το αρχέγονο αρσενικό, το λιοντάρι. Χαμογέλασα θελκτικά και πέρασα το χέρι μου γύρω από τον λαιμό του.
«Θα στοιχημάτιζες οτιδήποτε;»
Η μητέρα μου στερέωσε μια κόκκινη κουάφ με αστραφτερά ρουμπίνια στα μαλλιά μου, με κοίταξε από τον καθρέφτη και μου χαμογέλασε θλιμμένα.
«Είσαι πολύ όμορφη, κόρη μου» ακούμπησε το χέρι της πάνω στον ώμο κι έγειρε ελαφρά το κεφάλι της στο πλάι.
«Τελείωνε, η άμαξα περιμένει».
Το χέρι της μητέρας μου σφίχτηκε ασυναίσθητα στο άκουσμα της φωνής του πατέρα μου.
Αναστέναξα και σηκώθηκα.
Τζόναθαν
Αυτός ο χορός είναι βαρετός.
Το μόνο ενδιαφέρον έως τώρα ήταν το αλκοόλ. Παρ’ όλα αυτά, είχα ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη μου για χάρη του αδερφού μου, που είχε διοργανώσει αυτόν τον χορό προς τιμή μου για την επιστροφή μου από το ταξίδι στην Ιαπωνία.
Το αρχοντικό μου έσφυζε από ζωή. Η κεντρική αίθουσα στην έπαυλη που συνήθως διοργανώναμε τους χορούς φωτιζόταν από λάμπες πετρελαίου, πολυελαίους και τρία τζάκια. Η μπάντα έπαιζε μουσική, ο ρυθμός ήταν αργός και χαλαρωτικός, κάποια ζευγάρια στροβιλίζονταν στην πίστα. Οι περισσότερες κοπέλες στέκονταν στην άκρη και περίμεναν από τους εργένηδες να τους τραβήξουν την προσοχή. [ΈΠ1] Ο αδερφός μου, ο Γουίλιαμ, με σκούντηξε. Γύρισα προς το μέρος του βαριεστημένος.
«Λοιπόν» σήκωσε το χέρι του με το οποίο κρατούσε ένα κρυστάλλινο ποτήρι και μου έδειξε τον χώρο. «Πώς σου φαίνεται;»
«Πολύ καλή προσπάθεια, Γουίλ» απάντησα κι ήπια μια γουλιά από το ουίσκι μου.
«Ω, έλα τώρα» έκανε εκείνος. «Δεν μπορείς να ευχαριστηθείς με τίποτα! Κοίτα πόσες κοπέλες ήρθαν να σε καλωσορίσουν» ανασήκωσε το σκούρο φρύδι του, κοιτάζοντας λάγνα προς το μέρος τους.
«Αυτές;» κάγχασα. «Αυτές έχουν έρθει να βρουν άντρα. Πρόσεξε, Γουίλιαμ, μη χαθείς στα δίχτυα τους πριν από την ώρα σου» αστειεύτηκα, κι ο αδερφός μου γέλασε.
«Δεν θα είχα παράπονο να βρω μια γυναίκα, αλλά όχι πριν από εσένα» με έδειξε με ένα θεατρινίστικο τρόπο.
Η μουσική άλλαξε, έγινε πιο γρήγορη.
«Δεν είναι για εμένα αυτά».
Ο Γουίλιαμ κούνησε το κεφάλι του.
«Το ξέρω ότι δεν έχεις βλέψεις να νοικοκυρευτείς σύντομα. Προτιμάς τις περιπέτειες μιας νύχτας» σχολίασε ο Γουίλιαμ, κι εγώ απλώς ανασήκωσα τους ώμους μου.
«Όχι μόνο για μια νύχτα» κοίταξα προς την πίστα, αγνοώντας τον ειρωνικό μορφασμό του Γουίλιαμ, και τελείωσα το ποτό μου.
Την προσοχή μου τράβηξε, τότε, ένα ζευγάρι που χόρευε στο κέντρο της αίθουσας. Η ντάμα φορούσε ένα μαύρο φόρεμα το οποίο ήταν στολισμένο με πολύτιμες πέτρες. Ο κορσές της αναδείκνυε τη λεπτή της μέση και τα λευκά της στήθη. Τα μαύρα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε έναν χαλαρό κότσο, ενώ μερικές σκούρες μπούκλες είχαν ξεπηδήσει και χόρευαν στο πρόσωπό της. Τα κατακόκκινα χείλη της είχαν κυρτώσει σε ένα αυθόρμητο χαμόγελο και τα χρυσά της μάτια κοίταζαν εύθυμα τον καβαλιέρο της. Τράβηξα τον Γουίλιαμ και διέκοψα τη συζήτησή του με έναν νεαρό. Του έδειξα τη γυναίκα.
«Ποια είναι αυτή;» τον ρώτησα διακριτικά.
«Είναι η Αναλίζα Νόρμαν» απάντησε μισοκλείνοντας τα μάτια του. «Πρόσεξε, Τζόναθαν» έσπευσε να προσθέσει. «Ο πατέρας της εμπορεύεται μαζί μας, μην κάνεις κάποια ηλιθιότητα» είπε, αλλά εγώ δεν τον άκουγα πια.
Του έδωσα το άδειο ποτήρι μου και κινήθηκα προς την πίστα.
Ο χορός δεν έμοιαζε τόσο βαρετός πια!
Αναλίζα
Ο καβαλιέρος μου ονομαζόταν Ρούπερτ Μόρισον, κι ήταν αρκετά επιδέξιος στην πόλκα, έτσι ήταν ευχάριστο να χορεύω μαζί του. Ήταν επίσης σημαντικός πελάτης του πατέρα, κι έπρεπε να είμαι φιλική μαζί του. Η μουσική ήταν υπέροχη, δυνατή και μεθυστική. Ο Ρούπερτ με τράβηξε πιο κοντά του, καθώς στροβιλιζόμασταν.
«Θα ήθελα να σου εκμυστηρευτώ ένα μυστικό. Θες να σταματήσουμε λίγο και να πάμε στο χολ όπου θα υπάρχει ησυχία;» ρώτησε κολλώντας σχεδόν το στόμα του στο αφτί μου.
Τον κοίταξα και χαμογέλασα προσπαθώντας να κρύψω τον ξαφνικό εκνευρισμό μου.
«Μπορούμε να μιλήσουμε κι εδώ» στροβιλίστηκα, για να αυξήσω την απόσταση μεταξύ μας.
Δεν με έλκυε με αυτόν τον τρόπο ο Ρούπερτ, αλλά δεν μπορούσα να τον απορρίψω ευθέως – εντολή του πατέρα μου.
«Εννοώ κάπου μόνοι μας» με κοίταξε με νόημα.
Το χαμόγελο έμεινε μετέωρο στα χείλη μου.
«Συγγνώμη» ακούστηκε μια αντρική φωνή πίσω μας.
Ο Ρούπερτ απομακρύνθηκε από μένα ξαφνιασμένος.
«Κύριε Ράιντερ» ψέλλισε, κι εγώ χαμογέλασα ικανοποιημένη και γύρισα να κοιτάξω τον άντρα που είχε κάνει τον Ρούπερτ να τρέμει σαν το φύλλο.
Καμπανάκια αναγνώρισης χτύπησαν στο μυαλό μου, κι έγειρα το κεφάλι μου, παρατηρώντας το αρρενωπό πρόσωπό του, το κόκκινα μαλλιά του, τα λαμπερά γαλάζια μάτια του, τη μικρή ουλή στο δεξί του μάγουλο. Υποκλίθηκε ελαφρά και με κοίταξε στα μάτια με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο.
«Δεσποινίς Μόρινσον, θα μου χαρίσετε αυτόν τον χορό; Εάν δεν υπάρχει πρόβλημα με τον καβαλιέρο σας, φυσικά» γύρισα να κοιτάξω τον άντρα που ήταν ο συνοδός μου ως τώρα.
Δεν χρειάστηκε να ειπωθεί κάτι περισσότερο. Ο Ρούπερτ απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο. Ο Τζόναθαν Ράιντερ με πήρε από το χέρι και πήγε να πιάσει τη μέση μου.
«Δεν είπα ακόμη το ναι, κύριε Ράιντερ» φάνηκε να εκπλήσσεται, κι εγώ δάγκωσα το κάτω χείλος μου, για να μην κυρτώσω τα χείλη μου σε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο.
«Πολύ καλά, έχω την άδειά σας;»
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Αν αρνιόμουν, ήμουν σίγουρη ότι ο πατέρας θα με σκότωνε. Συνήθως ήθελε να κολακεύω για τη δουλειά του πιθανούς πελάτες, αλλά αν μάθαινε πως τράβηξα στην προσοχή του Τζόναθαν Ράιντερ και τον απέρριψα... Δεν θα το έπαιρνε καλά.
«Ο διαβόητος Τζόναθαν Ράιντερ» προσπάθησα να μη φανώ σαρκαστική.
«Γνωρίζετε για μένα, mademoiselle;»
«Θα ήταν παράξενο να είμαι σε έναν χορό προς τιμή σας και να μη γνωρίζω ποιος είστε. Δεν νομίζετε;»
O Τζόναθαν έγειρε ελαφρά το κεφάλι του και γέλασε.
«Σωστά και παρεμπιπτόντως μπορείς να με φωνάζεις Τζον. Λοιπόν, τι έχεις ακούσει;» μου άφησε το χέρι και με έκανε μια γρήγορη σβούρα.
Ζαλισμένη έπεσα πάνω του. Πέρασε το χέρι του από το μπράτσο μου, για να με συγκρατήσει. Σήκωσα το βλέμμα μου προς τα πάνω· η απόσταση από τα χείλη του ήταν τόσο μικρή που, αν σηκωνόμουν στις μύτες, μπορούσα να τον φιλήσω. Φάνηκε να το συνειδητοποιεί κι ο ίδιος, γιατί χάιδεψε το μπράτσο μου μέχρι τον γυμνό ώμο μου. Το δέρμα μου ηλεκτρίστηκε από το άγγιγμά του.
Απομακρύνθηκα γελώντας, για να μη δείξω τη στιγμή αμηχανίας, και μίλησα.
«Θέλεις να μάθεις τι ακούω από τις κυρίους ή από τις κυρίες;»
«Κι από τις δύο κατηγορίες, υποθέτω».
«Οι κύριοι σε θεωρούν άξεστο κι έξυπνο, ένα άτομο που δεν διστάζει σε τίποτα προκειμένου να πάρει αυτό που επιθυμεί, κι οι κυρίες έχουν την ίδια γνώμη, αν και το θέτουν πιο κόσμια».
«Μόνο αυτό λένε;» μόρφασε, δήθεν απογοητευμένος.
Γέλασα με τον πονηρό υπαινιγμό του. Ήξερα πως ήταν του χαρακτήρα του να φέρνει σε δύσκολη θέση τις δεσποινίδες με τα τολμηρά του υπονοούμενα, αλλά είχα αντιμετωπίσει κι άλλους τέτοιους άντρες.
«Λένε επίσης ότι είσαι πολύ καλός στο κρεβάτι, Τζον» με κοίταξε στα μάτια, και το βλέμμα του σκοτείνιασε ξαφνικά.
Με γύρισε έτσι ώστε η πλάτη μου να ακουμπάει το στέρνο του· η ανάσα του μου γαργάλησε το αφτί.
«Θες να μάθεις αν αληθεύει;» μου ψιθύρισε, τα χείλη του κατέβηκαν στον λαιμό μου, κι η ανάσα του τώρα με έκανε να τρέμω από επιθυμία.
Χαμογέλασα στη σκέψη πως είχα θεωρήσει τολμηρό τον Ρούπερτ. Ο καινούργιος μου καβαλιέρος είχε περάσει σε ένα εντελώς καινούργιο επίπεδο. Απομακρύνθηκα από τη στενή επαφή.
«Έτσι ρίχνεις τις κοπέλες, Τζον;» σούφρωσα τα χείλη μου απογοητευμένη.
Αυτός ανασήκωσε το φρύδι του εμφανώς ενοχλημένος και με τράβηξε πιο κοντά.
«Όχι, αλλά, όταν βρίσκονται στο κρεβάτι μου, με παρακαλάνε, Άνα» γέλασα, όχι όπως γελάνε οι κοπέλες, για να ευχαριστήσουν τον άντρα που τις συνοδεύει, αλλά με την καρδιά μου, δυνατά κι αυθόρμητα.
«Πολύ μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου» σκούπισα τα μάτια μου.
«Δεν με πιστεύεις» σήκωσε το χέρι του και με χάιδεψε στον λαιμό. «Στοιχηματίζω οτιδήποτε πως, ύστερα από μερικές μέρες στο κρεβάτι μου, θα με παρακαλάς να σου κάνω έρωτα» ο αντίχειράς του κατευθύνθηκε προς το πηγούνι μου.
Δάγκωσα το χείλος μου· θεωρούσε ότι ήταν ο κυνηγός, το αρχέγονο αρσενικό, το λιοντάρι. Χαμογέλασα θελκτικά και πέρασα το χέρι μου γύρω από τον λαιμό του.
«Θα στοιχημάτιζες οτιδήποτε;»
Αγγελίνα Παντελή
