Μοιραία Συνάντηση (Κεφάλαιο 1)


Ξύπνησα υπό τον ήχο του κινητού ζαλισμένη και φοβέρα εκνευρισμένη . Ήταν ακόμα αρχές Αυγούστου και η κολλητή μου έπαιρνε απανωτά τηλέφωνα για να μου υπενθυμίσει την συνάντηση μας. Το προηγούμενο βράδυ είχα κοιμηθεί ανήσυχη και αγχωμένη για την νέα χρόνια. Φέτος, θα πήγαινα Β' Λυκείου και η ζωή μου ήταν τόσο μπερδεμένη λόγο της κατάστασης που επικρατεί στο σπίτι.

Πηδώντας από το κρεβάτι αποφάσισα να ετοιμαστώ στα γρήγορα εάν ήθελα πραγματικά να φτάσω στην ώρα μου. Ειλικρινά ήμουν σε μια φάση οπού δεν ήξερα τι ήθελα από την ζωή μου, ούτε ποια ήταν τα σχέδια μου. Ειδικά αφού πριν από λίγους μήνες είχα χωρίσει από το μοναδικό αγόρι που πίστευα πως με αγαπούσε για αυτό που είμαι.
Περπατώντας στην πλατεία κοίταξα γύρω μου τους ευτυχισμένους ανθρώπους ,παιδιά να παίζουν, μεγαλύτερους ανθρώπους να συζητάνε για πολιτικά, την κρίση, ότι μπορεί να φανταστεί κανείς και άθελα μου χαμογέλασα. Ο καλοκαιριάτικος ήλιος άγγιζε το δέρμα μου αφήνοντας πίσω του μια αίσθηση απόγνωσης άλλα και γαλήνης
Θυμάμαι την κολλητή μου λίγους μήνες πριν, στα γενέθλια μου να μου εύχεται με ένα τεράστιο φουσκωμένο χαμόγελο να βρω επιτέλους τον άνθρωπο της ζωής μου . Να γίνω λίγο πιο ευτυχισμένη και να αφήσω πίσω τα φαντάσματα του παρελθόντος - είναι αρκετά τα άτιμα- τα οποία με κάνουν να πονώ σε κάθε σκέψη, να κλαίω σε κάθε βήμα, να σκέφτομαι κάθε νύκτα που έφταιξα και η ζωή μου πήρε την τροπή που είχε πάρει.
Όλοι λένε πως είμαι δυνατή, πως είμαι από τους ανθρώπους που μπορούν να νικήσουν τα πάντα. Ικανοί να καταφέρουν το οτιδήποτε . Θεωρούν πως είμαι αρκετά σκύλα, υπερήφανη, εγωίστρια κάποιες στιγμές , κυνική με τους ανθρώπους και την ίδια την ζωή μου. Είναι αμέτρητες οι φόρες που με έχουν κατηγορήσει όλοι ανεξαιρέτως για το ποσό σκληρή ή άκαρδη είμαι σε ορισμένες περιπτώσεις. Ιδίως όσον αναφορά σε οικογενειακά ή ερωτικά θέματα.
Μα κανείς δεν ξέρει. Βλέπουν όλοι αυτό που τους αφήνω να δουν. Βλέπουν την μάσκα που φοράω, ένα διαφορετικό κομμάτι του εαυτού μου και αν πρέπει να ομολογήσω την αλήθεια αισθάνομαι πιο άνετα έτσι. Συγχωρήστε με άλλα δεν πιστεύω στους ανθρώπους, στην οικογένεια, την φιλία,την αγάπη… Δεν πιστεύω σε τίποτα.
Το γλυκό αεράκι τώρα χαίδευε την σάρκα μου σαν ένα αγγελικό χάδι και ανακούφιση πλημμύριζε την ψυχή μου. Έκλεισα  τα μάτια και παίρνω μια βαθιά ανάσα. «Είσαι δυνατή » ψιθυρίζω στον εαυτό μου, φτάνοντας στο καινούριο μου φροντιστήριο. Από έξω περίμενε η φίλη μου ανυπόμονη, κάνοντας μου νόημα να τρέξω. Επιτάχυνα λιγάκι το βήμα μου..
Το βλέμμα μου υψώθηκε στο κτήριο και αυθόρμητα σκέφτομαι.
«Κανείς δεν αξίζει τίποτα από σένα. Οι άνθρωποι σου πήρανε τα πάντα. » Ξανα έβαλα την μάσκα, τοποθετώντας ένα χαμόγελο στα χείλη μου .
«Επιτέλους ήρθες. Είναι 11.00 και πρέπει να προλάβω τις εγγραφές.» ανακοίνωσε η φίλη μου πιάνοντάς με από το μπράτσο.
« Μην κανείς έτσι. Έκτος και αν βιάζεσαι να γνωρίσεις τους καθηγητές μας. Σίγουρα θα είναι άνω των 50, αυστηροί, με επικριτικό βλέμμα. Όπως οι προηγούμενοι .» τόνισα σαρκαστικά άλλα αντί για απάντηση, κέρδισα μια μικρή σπρωξιά από μέρους της.
Μέσα στο φροντιστήριο γινόταν ένας μικρός χαμός και ήδη είχα αρχίσει να μετανιώνω την απόφαση που πήρα. Ειλικρινά που θα με βοηθούσε το φροντιστήριο ή οι καθηγητές;; σκέφτηκα θυμωμένη έξω από την γραμματεία.
Η φίλη μου κατευθύνθηκε στην γραμματεία λιγάκι αγχωμένη μα γρήγορα την είδα να χαμογελάει. 
« Να έρθω μαζί σου;» ρώτησα, κοιτώντας γύρω μου όλους αυτούς τους ανθρώπους που ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες .
« Πρέπει να πάω μόνη μου, Εύα. Μα δεν θα αργήσω πολύ . Μπορείς να με περιμένεις εδώ και ποιος ξέρει μπορεί να βρεις και κανένα ωραίο αγόρι . » είπε εκείνη χτυπώντας με ελαφρά στον ώμο.
Γελώντας αναφώνησα « Ω ναι, σε έμενα θα τρέξουν όλοι. Έκτος αυτού εγώ δεν είμαι άνθρωπος για αγάπες και λουλούδια. Αυτό είναι για κοριτσάκια που περιμένουν τον πρίγκιπα. » συνέχισα σαρκαστικά .
Δίνοντας μου ένα βλέμμα «ποτέ μην λες ποτέ » εξαφανίστηκε από δίπλα μου και εγώ βρέθηκα με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο ,κοιτώντας τους μελλοντικούς μου συμμαθητές.
Είκοσι λεπτά αργότερα το μόνο που είχα κερδίσει ήταν πονοκέφαλο από τις παρέες κοριτσιών και αγοριών που έτρεχαν πάνω κάτω σφυρίζοντας και γελώντας άλλα και από τους καθηγητές μου που όπως είχα σκεφτεί ήταν αρκετά μεγάλοι σε ηλικία ,φανερά εκνευρισμένοι υπό τον ήχο των τσιρίδων δίπλα μου.
Βγάζοντας το κινητό μου έστειλα ένα μήνυμα στην Γωγώ γράφοντας πως θα την περιμένω έξω και τονίζοντας με κεφάλαια γράμματα πως δεν υπήρχε ούτε ένας που να κλέψει την καρδιά μου. Γελώντας μόνη μου, άκουσα το κουδούνι, αν και τα μαθήματα δεν είχαν ξεκινήσει ακόμα επίσημα.
Ώσπου τον είδα.
Κατέβαινε τις σκάλες μιλώντας με μια παρέα κοριτσιών και γελώντας. Θυμάμαι πως το χαμόγελο του ήταν ότι πιο όμορφο είχα δει. Ξαφνικά ένιωσα όπως στις ταινίες, λες και ένα αόρατο τραγούδι έπαιζε την στιγμή που συναντήθηκαν τα βλέμματα μας . Ήταν ένας άντρας γύρω στα 30, ψηλός, ξανθός με γαλάζια ματιά. Στα χεριά του κρατούσε πέντε-έξι στυλό και ορισμένα βιβλία .
Ένιωσα τα μαγούλα μου να κοκκινίζουν και αμέσως το βλέμμα μου επικεντρώθηκε σε μια παρέα λίγο πιο δίπλα μου, νιώθοντας την καρδιά κάτω από το στήθος μου να κτύπα άγρια, επίμονα. Δευτερόλεπτα αργότερα όρμησε μπροστά μου ένα πλήθος από μικρά παιδιά, γονείς, μαθητές και καθηγητές με έμενα να βλασφημώ .

Την ώρα που ανέβαινα την σκάλα εκείνος κατέβαινε. Γύρω μας αμέτρητοι άνθρωποι και όμως δεν άντεξα. Τα γκρίζα μάτια μου έψαξαν για τα δικά του. Αυτό ήταν. Η ζωή μου θα άλλαζε χωρίς να το ξέρω.

Εύα Αναγνώστου