Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18.10.15

Κυνηγώντας το Στέμμα (Κεφάλαιο 5) - "Αλλαγή Σχεδίου"

Τμουτάρακαν, Νοέμβριος 1020

Ο ηλικιωμένος άνδρας μπήκε με δύναμη μέσα της για δεύτερη φορά. Οι σανίδες του κρεβατιού έτριξαν κάτω από το βάρος τους αλλά η γυναίκα δεν έδειξε να ενοχλείται από το ιδρωμένο σώμα που την πλάκωνε. Άλλωστε δεν κράτησε πολύ, ο άντρας ήταν μεγάλος σε ηλικία και οι αντοχές του δεν ήταν όπως κάποτε. Αφού πάλεψε για λίγο, αγκομάχησε και βόγκηξε έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό ικανοποίησης και έπεσε πλάι της, μεθυσμένος από την γλύκα του κορμιού της. Εκείνη μ’ ένα ευγενικό χαμόγελο στράφηκε προς αυτόν κι άρχισε να τον χαϊδεύει στο στέρνο, χωρίς να μιλά· περίμενε να ξεκινήσει αυτός.
Και πράγματι το έκανε. «Γλυκιά μου, πρέπει να βρούμε τρόπο να φύγεις από αυτό το καταραμένο μέρος».

Προσποιήθηκε την έκπληκτη. «Μα, γιατί;»
Εκείνος γέλασε ειρωνικά. «Ο άρχοντας του τόπου δε θα μείνει για πολύ στη θέση του, δεν μπορείς να συνεχίσεις να μένεις κάτω από την στέγη του. Ούτε εσύ, ούτε κανείς μας».
 «Και ποιος θα φροντίσει να γλιτώσουμε από δαύτον; Εσείς μήπως;»
«Μην σκοτίζεις μ’ αυτά το μυαλουδάκι σου»
Της την έδινε όταν την θεωρούσαν ικανή. μόνο για ν’ ανοίξει τα πόδια της. Τον πλησίασε αργά, χάιδεψε το γεμάτο γκρίζα μάγουλό του και εναπόθεσε υγρά φιλιά στη βάση του λαιμού του. «Μα εγώ ρωτούσα, για να δω αν μπορώ να βοηθήσω…», είπε με νάζι.
Εκείνος, απολαμβάνοντας τα χάδια και τα φιλιά της δεν άργησε να της απαντήσει. «Εγώ και περίπου οι μισοί βογιάροι. Ο Βζεβολόντιτς, Ο Μπογδάνιτς, ο Λιέβιτς είναι και αυτοί στο κόλπο».
Ονόματα δεν χρειαζόταν. Δεν ήταν ο μοναδικός που είχε περάσει από το κρεβάτι της.
«Και τι θα κάνετε δηλαδή;»
Δίστασε προτού αποκριθεί. «Θα τον σκοτώσουμε.», είπε ωμά.  «Με δηλητήριο, στους εορτασμούς των Χριστουγέννων. Κάποιος από μας θα του προσφέρει κρασί, που θα είναι δηλητηριασμένο. Η ουσία όμως θα δράσει αργά, και όταν τελικά θα τον σκοτώσει, κανένας γιατρός  δε θα την ανιχνεύσει στον οργανισμό του. Αλλά εσένα δεν πρέπει να σε νοιάζει αυτό.»
Είχε δίκιο και όντως δεν την ένοιαζε. Ένοιαζε όμως τον Μιστισλάβ και αυτό την ένοιαζε.
Είχε πάρει πια αυτό που ήθελε, μα δεν μπορούσε να τον διώξει τόσο απότομα. Έτσι, αφού του έδωσε κι άλλο αλκοόλ να πει, τον άφησε να την πάρει για τρίτη φορά, κι ύστερα τον έστειλε πίσω στην οικογένεια του και την γυναίκα του, που πιθανώς ήξερε τι έκανε ο σύζυγός της μακριά από το κρεβάτι του, νυχτιάτικα. Έπειτα έμεινε μόνη στο μικρή κάμαρα, κοντά στα διαμερίσματα των υπηρετών, που της είχε παραχωρήσει ο Μιστισλάβ. Λιτή και απέριττη, ήταν η μόνη που υστερούσε σε επιβλητικότητα και υπερβολή σε σχέση με το υπόλοιπο το αρχοντικό, επιπλωμένη μονάχα μ' ένα βαρύ κρεβάτι από ξύλο έλατου, μια δίφυλλη ντουλάπα καμωμένη από το ίδιο υλικό, κι ένα τετράγωνο τραπέζι με δυο καρέκλες. Μοναδική διακόσμηση, το μαλακό κεντητό πάπλωμα που στόλιζε το κρεβάτι, και η γούνα μιας σκοτωμένης λευκής αρκούδας η οποία δέσποζε στο ξύλινο πάτωμα.
Πέντε χρόνια είχαν περάσει από τότε που η Ναντέζντα ήρθε για να μείνει στο κάστρο στου Τμουτάρακαν. Πέντε χρόνια δύσκολα για κείνη και κάθε κάτοικο του ρωσικού κράτους. Όλοι ασφυκτιούσαν υπό το ζυγό του σκληρού και απόλυτου δυνάστη.
Φάνηκε πως δεν ήταν αρκετό που βύθισε την χώρα στο αίμα και πάτησε πάνω στα πτώματα των θετών αδελφών του για να ανέβει στο θρόνο. Εκείνος οραματιζόταν μια νέα Ρωσία της οποίας όλοι υπήκοοι βρίσκονταν υπό τον πλήρη και αλύγιστο έλεγχό  του. Ο Σβιατοπόλκ ο Καταραμένος ήταν το δίχως άλλο, ο πιο βάναυσος Πρίγκιπας που γέννησε η δυναστεία. Ναι, Καταραμένος· με αυτό το όνομα τον αποκαλούσε ο λαός και με αυτό το όνομα έμεινε στην ιστορία.
Είχε εμπνεύσει το φόβο και τον τρόμο στις καρδιές των υπηκόων του. Τους είχε λυγίσει με την αβάσταχτη φορολογία και τις απάνθρωπες ποινές που επέβαλε σε όσους αδυνατούσαν να πληρώσουν, αδιαφορώντας τους λόγους της αδυναμίας τους αυτής. Οι άνθρωποι δεν τολμούσαν να αρθρώσουν λέξη εναντίον του, ακόμα και στην ασφάλεια του ιδιωτικού τους χώρου, αφού παντού υπήρχαν καλοθελητές που πρόδιδαν ως εχθρούς τους κράτους τους συμπολίτες τους. Και στην Ρωσία του Σβιατοπόλκ οποιαδήποτε χλευαστική ή επικριτική αναφορά προς το πρόσωπό του ισοδυναμούσε με προδοσία κατά του στέμματος και τιμωρείτο δια απαγχονισμού.  Επιτρεπτά ήταν μόνο τα βιβλία που ενέκρινε ο ίδιος, ενώ η παιδεία ήταν αποκλειστικό δικαίωμα των πλουσίων. Πρόνοια για τους κατατρεγμένους και τους ανθρώπους του περιθωρίου δεν υπήρχε. Μα, δεν υπήρχαν ούτε ζητιάνοι, ούτε κλέφτες στις πόλεις, γιατί όλοι είχαν συλληφθεί και τιμωρηθεί με διάφορους ακρωτηριασμούς. Ακόμα και η ανώτερη τάξη των βογιάρων τον απεχθανόταν, γιατί σπανίως άκουγε τις συμβουλές τους. Αντιθέτως, δεν εμπιστευόταν κανέναν τους και η παραμικρή υποψία αρκούσε, για να τους κατηγορήσει για κάθε είδους ατιμία ή προδοσία και δε δίσταζε να δημεύσει την περιουσία τους, να τους φυλακίσει ή και να τους εκτελέσει. Έτσι, κανείς δεν αισθανόταν ασφαλής, ούτε βογιάρος, ούτε χωρικός και όλοι έτρεμαν την οργή και τον θυμό του.
Και η Ναντέζντα; είχε εναποθέσει όλες της τις ελπίδες στον μεγαλύτερο ετεροθαλή αδελφό της και περίμενε να αναλάβει εκείνος δράση. Όσες φορές κι αν εκείνη προσπάθησε να τον αφυπνίσει, να τον κάνει να δραστηριοποιηθεί, έπεσε σε τοίχο· της συνιστούσε να περιμένει «να έρθει το πλήρωμα του χρόνου». Εκείνη καταλάβαινε και δεν καταλάβαινε. Η λογική της αντιλαμβανόταν την σοφία στα λόγια του Μιστισλάβ, αλλά η καρδιά της αδυνατούσε να κάνει υπομονή. Είχαν περάσει εννιά χρόνια από τότε που ορκίστηκε να τον κάνει να πληρώσει, κι από τότε δεν είχε κάνει την παραμικρή πρόοδο. Πόσο καιρό πια να περιμένει;
Και πώς γέμιζε τις άδειες ώρες, περιμένοντας το πλήρωμα του χρόνου; Ο Μιστισλάβ της είχε ξεκαθαρίσει θα παρέμενε στο κάστρο μαζί του· εκείνος θα τη συντηρούσε, κι ας μην προσέφερε εργασία, όμως δε θα την αναγνώριζε ως συγγενή του, δε θα είχε καμία σχέση με την γυναίκα και τα παιδιά του. Ο μόνος που γνώριζε την ταυτότητά της, ήταν ο Αλεξάντερ Μπόροβιτς. Έπρεπε όμως, να φανεί χρήσιμη με κάποιον τρόπο, όπως της επισήμανε ο Μιστισλάβ από τις πρώτες μέρες της διαμονής της στο Τμουτάρακαν. Κι όταν εκείνη ρώτησε τον τρόπο, την πλησίασε μ’ ένα σαγηνευτικό χαμόγελο και βλέμμα γεμάτο ένταση, πέρασε το αριστερό του χέρι γύρω από τη μέση της και με το δεξί χάιδεψε την ραχοκοκαλιά της. «Με ποιον τρόπο παίρνουν οι γυναίκες αυτό που θέλουν από τους άντρες; Με ποιον τρόπο, ενώ είστε από τη φύση πλασμένες να είστε σκλάβες μας, μας μαγεύετε και γίνεστε αφέντρες και κυρές μας;», ψιθύρισε στ’ αυτί της κάνοντας την ν’ ανατριχιάσει ολόκληρη.
Μέχρι τότε η Ναντέζντα είχε καταφέρει να μείνει μακριά από τους άντρες και τις επιθυμίες τους. Από την μια στιγμή στην άλλη όμως, αναγκάστηκε να μάθει όλα τα μυστικά του αντρικού πόθου, και όπως είχε πει ο Μιστισλάβ, να μάθει πώς να κατακτά όχι μόνο το σώμα, αλλά να διαφεντεύει το μυαλό και την ψυχή ενός άντρα. Συνειδητοποίησε γρήγορα ότι αν η γυναίκα δεν μπορεί να παλέψει με τους ίδιους όρους όπως οι άντρες, είχε ένα μοναδικό όπλο στη διάθεσή της: το κορμί της, κι ανακάλυψε ότι εκείνη μπορούσε να το χρησιμοποιήσει με μεγάλη επιτυχία, για να καταφέρει τον σκοπό της. Έτσι, έγινε μια πόρνη, η οποία όμως δεν εμπορευόταν με χρήματα αλλά με μυστικά, τα μυστικά όλων όσων βρίσκονταν κοντά στον Μιστισλάβ και είχαν την δύναμη να τον βλάψουν. Έγινε, η πολυτιμότερη κατάσκοπός του κι εκείνος δεν μετάνιωσε στιγμή που έστειλε τον ανιψιό του να τη βρει και την κράτησε κοντά του.
Οι ισορροπίες ανάμεσά τους ήταν ευαίσθητες. Είχαν μια σχέση αμοιβαίας εξάρτησης· και οι δυο είχαν κάτι, που ο άλλος χρειαζόταν απεγνωσμένα. Προς το παρόν όμως, μόνο η Ναντέζντα έδινε, και προσδοκούσε πως κάποια στιγμή, ο Μιστισλάβ θα τηρούσε το δικό του μέρος της συμφωνίας και θα έθαβε βαθιά στη γη τον Καταραμένο. Η Ναντέζντα όμως, φοβόταν ότι ο Μιστισλάβ περίμενε κι άλλα πράγματα από κείνη. Ένιωθε, όπως στην στιγμή της γνωριμίας του, ότι την κοίταζε με το βλέμμα του άντρα που φλέγεται από τον πόθο και πως κάποια στιγμή ο πόθος εκείνος θα έβγαινε στην  επιφάνεια με τρομακτικές διαστάσεις. Ήλπιζε πως έκανε λάθος.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι και ντύθηκε με νωθρές κινήσεις. Τα σημερινά νέα ήταν σημαντικά, έπρεπε να φτάσουν αμέσως στ’ αυτιά του Μιστισλάβ.  Έτσι, πήρε ένα κηροπήγιο  για να της φέγγει τον δρόμο και κατευθύνθηκε προς τα διαμερίσματά του πρίγκιπα, αδιαφορώντας για το ακατάλληλο της ώρας. Περιπλανήθηκε μέσα στο δαιδαλώδες κάστρο, που πλέον ήξερε πολύ καλά και δεν άρχισε να φτάσει μπροστά στη βαριά δίφυλλη πόρτα, καμωμένη από ξύλο ελιάς και σκαλισμένη με κάθε είδους σχέδια και σχήματα. Εφόσον δεν υπήρχε κανένας υπηρέτης, για να την αναγγείλει χτύπησε τρεις φορές -όπως είχαν συμφωνήσει, για να του υποδεικνύει την ταυτότητά της- και μπήκε μέσα.
Δεν τον είδε ούτε στον προθάλαμο, ούτε στην κυρίως κάμαρα κι έτσι αποφάσισε να ψάξει στην εσωτερική, όπου τον βρήκε ξαπλωμένο στο κρεβάτι του μαζί με ένα άδειο μπουκάλι που λογικά περιείχε κάποιο είδος αλκοόλ, μέσα στο σκοτάδι.
«Ναντέζντα;», αναφώνησε εκείνος. «Γιατί τριγυρνάς με τα μαλλιά ξέπλεκα νυχτιάτικα, σαν φάντασμα;»
«Λυπάμαι για την ενόχληση, αλλά θα θυμάσαι ότι για σένα δουλεύω. Και αυτή την ώρα τελειώνω τις δουλείες μου.», είπε ξερά. Άφησε το αναμμένο κηροπήγιο στο έπιπλο δίπλα στο διπλό κρεβάτι και άναψε τα άλλα κεριά που υπήρχαν στο δωμάτιο, για να βλέπουν καλύτερα. «Εσύ όμως, γιατί πίνεις νυχτιάτικα;»
«Γιατί όχι; Η Μιροσλάβα ανακάλυψε τη σχέση μου με την Άλμα και την έδιωξε από το κάστρο, όπως όλες τις άλλες. Μου έκανε σκηνή από πάνω, ότι δεν τιμώ το στεφάνι μας, ότι δεν τη σέβομαι… Όλοι οι άντρες τα ίδια κάνουν, δεν καταλαβαίνω γιατί νευριάζει έτσι.», είπε μασώντας τα λόγια του, όπως οι μεθυσμένοι.
Η Ναντέζντα δεν ξαφνιάστηκε καθόλου με τα λεγόμενά του. Ήξερε ότι οι σχέσεις του ζεύγους δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές. Δεν μπήκε καν στον κόπο να το σχολιάσει.
«Ο Κολζάκοβιτς μου δήλωσε καθαρά ότι αυτός και όλοι όσοι σου την έχουν στημένη θα επιχειρήσουν να σε δηλητηριάσουν στο χριστουγεννιάτικο δείπνο. Τώρα, έχεις ό,τι χρειάζεσαι να τους καταδικάσεις για προδοσία.»
Τα μάτια του Μιστισλάβ άστραψαν. «Πάντα βρίσκεις τον τρόπο να πετυχαίνεις ό,τι κι αν σου ζητήσω… Είσαι αληθινός θησαυρός Ναντέζντα.», είπε κοιτώντας την πρόστυχα.
«Καλύτερα να πηγαίνω, να σε αφήσω να ξεκουραστείς…»
Την ίδια στιγμή ο Μισιτισλάβ την άρπαξε από τον βραχίονα και την ανάγκασε να καθίσει στο κρεβάτι δίπλα του. «Γιατί; Τι θα κάνεις μόνη τέτοια ώρα;», ρώτησε και χάιδεψε το μάγουλό της φτάνοντας μέχρι τη βάση του λαιμού της. Όταν η Ναντέζντα επιχείρησε να ξανασηκωθεί, εκείνος την άρπαξε και την τράβηξε κοντά του, έτσι που κόλλησε το σώμα της πάνω στο δικό του. χωρίς να χάσει καιρό την φίλησε βίαια, διεκδικώντας με τη γλώσσα του κάθε σπιθαμή του στόματός της. Κάθε κύτταρο στο σώμα της Ναντέζντα επαναστάτησε σ’ εκείνη την επαφή. Αηδιασμένη σήκωσε το χέρι της για να τον χαστουκίσει άγρια και τραβήχτηκε από κοντά του.
«Είμαστε αδέρφια!», φώναξε και προσπάθησε να φύγει.
Ο Μιστισλάβ  όμως, ήταν πιο γρήγορος και δυνατός από εκείνη, παρά το μεθύσι του. κατάφερε να τη ρίξει στο κρεβάτι κι έπεσε πάνω της φιλώντας την όπου έβρισκε, στο στόμα, στον αυχένα, στα μαλλιά, ενώ εξερευνούσε το κορμί της με τα χέρια του. Έσκισε το φόρεμά της για να εκθέσει στο βλέμμα του το τρυφερό της στήθος και επιτέθηκε στις ρόγες της. Η Ναντέζντα, γεμάτη αποστροφή γι’ αυτό που της συνέβαινε, προσπάθησε να απελευθερωθεί από την μέγγενή του, μα στάθηκε αδύνατον. Όταν το συνειδητοποίησε, χαλάρωσε και προσποιήθηκε πως την ικανοποιούσαν όσα της έκανε. Έτσι, τον κατάφερε να ελευθερώσει τους καρπούς της, που μέχρι τότε τους κρατούσε σφιχτά. Αμέσως, μόλις απέκτησε τον έλεγχο των χεριών της, κι ενώ εκείνος ανασηκώθηκε για μια στιγμή για να κατεβάσει το παντελόνι του, άρπαξε το κηροπήγιο που ήταν δίπλα της και του το έφερε με δύναμη στο κεφάλι. Έπεσε αναίσθητος πάνω στο κρεβάτι κι εκείνη δεν έχασε καιρό.  Έκοψε μια λωρίδα από το φόρεμα της, για να τον φιμώσει, άλλη μια για να τον δέσει πισθάγκωνα, μια τρίτη για να δέσει τους αστραγάλους του και με την τελευταία του έδεσε τα μάτια. Μόλις βεβαιώθηκε ότι δεν επρόκειτο να σηκωθεί και να την ακολουθήσει, ακόμα και αν ανακτούσε τις αισθήσεις του, έφυγε σαν κυνηγημένη.
Τι συνέβη μόλις τώρα; Αν… αν δεν τον χτυπούσα στο κεφάλι… θα με βίαζε; Ο ίδιος μου ο αδελφός; Ετεροθαλής ναι, αλλά αδελφός!
Έχω δίκιο που πιστεύω ότι ο θεσμός της οικογένειας έχει πεθάνει για μας τους Ρούρικιντ. Δεν είμαστε πια οικογένεια, μόνο αποξενωμένοι εξ αίματος και εξ αγχιστείας συγγενείς. Πρέπει να συνειδητοποιήσω μια και καλή πως είμαι μόνη στον κόσμο. και πως μόνη θα πετύχω ότι θελήσω.
Τώρα βλέπω καθαρά το σφάλμα μου. Δεν έπρεπε ποτέ να επιδιώξω την σύμπραξη του Μιστισλάβ -δε θα πω «εμπιστευτώ», γιατί ποτέ δεν το έκανα- κι ας φαινόταν καλή ιδέα στην αρχή. Ήμουν πεπεισμένη πως είχα ανάγκη τη συνεργασία κάποιου ισχυρού άντρα για να μπορέσω να καταφέρω ένα χτύπημα στην δεσποτεία του Καταραμένου, κι ο Μιστισλάβ φαινόταν η καλύτερη επιλογή. Στην τελική, τον θεωρούσα αδελφό μου· μπορούσα να περιμένω κατανόηση, και ισότιμη μεταχείριση.
Μα, δεν έχω καμιά δικαιολογία. Είχα αρκετές ενδείξεις και για τις πραγματικές του διαθέσεις απέναντί μου και για το ποιόν του. Ζώντας μαζί του, παρακολουθώντας τις ενέργειες και τον τρόπο διακυβέρνησης του τόπου, ανακάλυψα πως είναι εγωκεντρικός και άπληστος, λατρεύει το κέρδος. Η αλαζονεία και η μεγαλομανία, δεν είναι γνωρίσματα ενός άξιου ηγέτη. Δεν είναι τα γνωρίσματα ενός ηγέτη που θα ήθελα για τη χώρα μου. Όμως, το μη χείρον, βέλτιστον, όπως έλεγαν και οι αρχαίοι Έλληνες, κι εγώ δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ ιδιαίτερα για την πολιτική. Ήμουν λοιπόν, πρόθυμη να παραβλέψω αυτά τα ελαττώματα, γιατί το μόνο που με ενδιαφέρει είναι η πτώση του Καταραμένου.
Περίμενα πέντε ολόκληρα χρόνια για να εκπληρώσει τις υποσχέσεις που μου έδωσε μήνες ακούγοντας τις γελοίες δικαιολογίες του, υπομένοντας τον αψύ χαρακτήρα του. Ανέχτηκα να ζω σχεδόν έγκλειστη στο κάστρο του, με ελάχιστες ελευθερίες. Ακόμα και πόρνη κατάντησα για το χατίρι του, αν και αυτό είναι το ελάχιστο. Το σημερινό όμως, δε θα το ανεχτώ.  Στην τελική, αν επρόκειτο ποτέ να κινηθεί δυναμικά εναντίον του Καταραμένου, έπρεπε να το έχει ήδη κάνει. Δε νομίζω ότι θα βρει ποτέ τα κότσια να το κάνει, είναι υπερβολικά εγωπαθής, ηττοπαθής και λιπόψυχος. Μπορεί να είναι αποφασισμένος εξαιτίας της υπέρμετρης φιλοδοξίας του, αλλά δεν είναι δοσμένος ψυχή και σώματι στον σκοπό του. Αυτό τον κάνει αξιολύπητο.
Εγώ βαρέθηκα τις αναβολές και δε σπαταλήσω άλλο χρόνο εξαιτίας του. Θα κάνω αυτό που έπρεπε να κάνω εξ αρχής, και θα πάρω τη ζωή στα χέρια μου.
Ο Μιστισλάβ σφράγισε τη μοίρα του σήμερα.
Η Ναντέζντα έφτασε σαν χαμένη πίσω στην κάμαρά της. ήταν ακόμα σοκαρισμένη από το παρ’ ολίγον ανεπανόρθωτα τραγικό συμβάν που είχε υποστεί, κι ας είχε απωθήσει στο πίσω μέρος του μυαλού της εκείνες τις εικόνες κι εκείνες τις σκέψεις. Μέσα σε παραζάλη όρμησε στο δωμάτιο και έβγαλε από την ντουλάπα τον πέτσινο σάκο που χρησιμοποιούσε στα ταξίδια της. Έβαλε μέσα τρία φορέματα, κάποια μεσοφόρια και μια ξύλινη χτένα. Έπειτα τοποθέτησε το ξύλινο τόξο και τη φαρέτρα με τα βέλη, που είχε αγοράσει με τα πρώτα χρήματα που έβγαλε από τη δουλειά της στο μοναστήρι. Ετοιμαζόταν να φύγει, κι ας μην είχε ολοκληρωμένη ιδέα για το τι θα έκανε μόλις ανακτούσε την ελευθερία της.
Τότε, κοιτάχτηκε. Το φόρεμα της ήταν σκισμένο, τα μαλλιά της άγρια και μπερδεμένα. Αμέσως γδύθηκε και φόρεσε το δερμάτινο παντελόνι, τη μάλλινη, χωριάτικη φορεσιά και τις μαλακές, δερμάτινες μπότες, με γούνινη επένδυση κατάλληλες για τρέξιμο, που φορούσε πάντα όταν ταξίδευε. Ήταν ιδανικά αφού ήταν άνετα και δεν έδιναν στόχο. Και όταν έπιασε τα μαλλιά της κοτσίδα και τα κάλυψε με ένα μονόχρωμο μαντίλι θα περνούσε κάλλιστα για μια συνηθισμένη γυναίκα του χωριού.
Και φυσικά δεν ξέχασε τα σημαντικότερα. Τη  συλλογή των βοτάνων, των αλοιφών και των φίλτρων που είχε συγκεντρώσει τα χρόνια που ασχολούταν με τη βοτανολογία, την έβαλε με προσοχή στο σάκο μαζί με τ’ άλλα. Τις οικονομίες της, δηλαδή τα χρήματα από τη δουλειά της κι εκείνα που είχε αποκτήσει πουλώντας τα κοσμήματα που της χάριζαν κατά καιρούς οι  άντρες που κοιμόνταν μαζί της συγκεντρωμένες σ’ ένα μικρό πουγγί, τις φύλαξε στον κόρφο της. Το ασημένιο μενταγιόν με το μεγάλο σμαράγδι, που είχε κληρονομήσει από τη μητέρα της το πέρασε στο λαιμό της και το έκρυψε κάτω από το μάλλινο ύφασμα. Ήταν το μόνο κόσμημα που είχε στην κατοχή της, κανένα άλλο δεν της χρειαζόταν. Και το κοφτερό στιλέτο της, που βρισκόταν κάτω από το μαξιλάρι της, το έδεσε μ’ ένα σπάγκο στο δεξί της πόδι,  για να μπορεί εύκολα να το φτάσει σε περίπτωση ανάγκης. Ήταν το πιο ακριβό αντικείμενο που είχε στην κατοχή της, με μια χρυσή λαβή από ελεφαντόδοντο σκαλισμένη με χρυσό και διακοσμημένη με ρουμπίνια. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως της έλειπε το θηκάρι.
Τέλος, φόρεσε το ζεστό μανδύα της από γούνα ελαφιού. Ήταν έτοιμη. Βγήκε από το δωμάτιο με προφύλαξη, καθώς δεν ήθελε να γίνει αντιληπτή. Προτού όμως εγκαταλείψει το κάστρο του Τμουτάρακαν, κατέβηκε  στα μαγειρεία για να πάρει προμήθειες για το μακρύ ταξίδι.  Επέλεξε τρόφιμα που διατηρούνταν όπως παστό κρέας, ψωμί, και τυρί, καθώς δύο μεγάλα φλασκιά, ένα με νερό κι ένα με βότκα. Βγήκε στον περίβολο του παλατιού, από την έξοδο των υπηρετών.
Κοντοστάθηκε. Χρειαζόταν ένα άλογο αλλά φυσικά, δεν μπορούσε να πάρει από ένα από τους στάβλους. Στα δέκατα έκτα γενέθλιά της ο αδερφός της, τής είχε χαρίσει μια όμορφη φοράδα με λευκό τρίχωμα και ασημένια χαίτη. Όμως, εκείνο το άλογο το είχε χάσει. Έτσι, πήγε με τα πόδια ως την κεντρική πύλη.  Εκεί, συνάντησε δυο πάνοπλους φρουρούς, που όμως, λαγοκοιμόνταν. Αναγκάστηκε να τους ξυπνήσει, για να ανεβάσουν τη σιδερένια καγκελόπορτα και να της επιτρέψουν την έξοδο. Για να δικαιολογήσει την επιθυμία της, τους είπε ψέματα πως ήταν μια από τις υπηρέτριες στο κάστρο, αλλά είχε μάθει πως αρρώστησε η μάνα της κι έπρεπε να πάει να τη δει. Εκείνοι, αγρίεψαν που τους χάλασε τον ύπνο, μα τελικά, έκαναν αυτό που ήθελε. Και η Ναντέζντα έφυγε σαν φυγάς, μέσα στη νύχτα.
Με γοργό και αλαφρό περπάτημα, δεν άργησε να φτάσει στην πόλη και έπειτα στο λιμάνι. Αν ήταν τυχερή, ίσως έβρισκε κάποιο πλοίο έτοιμο να μπαρκάρει την αυγή· δε θα ένιωθε ασφαλής αν δεν έβαζε τη θάλασσα ανάμεσα σε κείνη και τον Μιστισλάβ. Ευτυχώς, η τύχη της χαμογέλασε. Ρωτώντας τους ναυτεργάτες, έμαθε πως ένα εμπορικό καράβι θα ξεκινούσε για το Ολέτσκι  το χάραμα, δηλαδή προς το κοντινότερο λιμάνι του ηπειρωτικού ρωσικού κράτους. Αφού μίλησε για πολύ ώρα με τον καπετάνιο, κέρδισε μια θέση στο κατάστρωμα. Αναγκάστηκε όμως, να θυσιάσει πάνω από τα μισά της χρήματα, για να τον πείσει ότι δεν ήταν γρουσουζιά να πάρει μια γυναίκα μαζί του, κι ότι δε θα του προκαλούσε κανένα πρόβλημα. Εκείνος τη βρήκε μια γυναίκα μόνη, απεγνωσμένη και δε δίστασε να την εκμεταλλευτεί.
Μόλις οι πρώτες χρυσαφένιες αχτίδες χάρισαν το φως τους στον συννεφιασμένο ουρανό, το πλεούμενο άνοιξε πανιά και το ταξίδι ξεκίνησε. Κι η Ναντέζντα έστεκε όρθια στην κουπαστή κοιτάζοντας το Τμουτάρακαν που απομακρυνόταν και που δε θα έβλεπε ποτέ ξανά.
Νομίζω ότι επιτέλους βρίσκω ξανά τον εαυτό μου.  Μια ορφανή γεροντοκόρη, είκοσι έξι χρόνων, ξεπεσμένη αριστοκράτισσα και αρκετά αλλοπρόσαλλη ώστε να αψηφήσει το θέλημα ενός από τους ισχυρότερους άρχοντες της χώρας και να παλέψει για το ακατόρθωτο, στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις. Τουλάχιστον αυτό θα έλεγαν οι περισσότεροι. Γιατί φαινομενικά δεν έχω κανένα λόγο να εγκαταλείψω τη σιγουριά που μου προσφέρει  ατσάλινη μέγγενη του Μιστισλάβ για να κυνηγήσω χίμαιρες…
Φαινομενικά.
Γιατί μισώ τον Καταραμένο με όλη μου την καρδιά, με όλη μου τη δύναμη και μια  ένταση που μου καίει τα σωθικά  και με εξωθεί στα άκρα. Αυτό που μου είναι ασυγχώρητο. Σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια το Γιαροσλάβ, τον Πρίγκιπα του Νόβγκοροντ. Ήταν ο αδερφός μου, ο μοναδικός απ’ όλη μας την οικογένεια για τον οποίο νοιάστηκα πραγματικά και του οποίου το θάνατο θρηνώ κάθε μέρα της μίζερης και αξιολύπητης ζωής μου. 
Μπορώ λοιπόν να φανώ μεγαλόψυχη, να συγχωρήσω και να ξεχάσω; Μπορώ να προχωρήσω παρακάτω όταν ο αδερφός μου βρήκε ένα τόσο βίαιο και άδικο θάνατο από το χέρι του Καταραμένου; Θα έπρεπε να με ενδιαφέρει ότι είναι αδερφός μου, έστω και θετός;
Όχι. Ποτέ δε θα συγχωρέσω. Και δεν έχει μείνει τίποτα που να με συνδέει με τους ζωντανούς.  Η μητέρα μου είναι νεκρή. Όλοι οι ομομήτριοι αδερφοί μου, επίσης νεκροί. Οι αδερφές μου έχουν σταλεί στην Πολωνία, ως παλλακίδες του Βασιλιά Μπολεσλάβ της Πολωνίας, πληρωμή για την βοήθεια που έδωσε στον γαμπρό του κατά τη διάρκεια του τελευταίου εμφυλίου. Οι δύο ετεροθαλείς αδερφοί μου, που είναι ακόμα στη ζωή, μου είναι πλήρως αδιάφοροι. Και τα συναισθήματα είναι αμοιβαία. Αυτή η οικογένεια έχει πεθάνει εδώ και καιρό. Την κατέστρεψε ανεπανόρθωτα ο φθόνος, η φιλοδοξία και η απληστία: οικογενειακή παρακαταθήκη, μαζί με το στέμμα και το  όνομα της δυναστείας.
Το μόνο που με  νοιάζει είναι η εκδίκησή μου, η τιμωρία του Καταραμένου. Ξέρω ότι δεν έχω στρατό, ότι το όνομά μου δεν αποτελεί φόβητρο, όμως αν μπορέσω να  τον πλησιάσω αρκετά,  το μαχαίρι μου θα κάνει μια χαρά τη δουλειά του. Το να σκοτώσεις έναν Μεγάλο Πρίγκιπα δεν είναι ακατόρθωτο, αν είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις την ζωή σου, για να το πετύχεις.  Κι εγώ είμαι έτοιμη για κάθε θυσία.
Δεν ξεχνώ ποτέ ποια ήμουν κάποτε. Ήμουν πριγκίπισσα. Μπορεί να γεννήθηκα εκτός νόμιμου γάμου, σ’ ένα μοναστήρι και όχι σε κάστρο, μπορεί κανείς να μην με αντιμετωπίζει ως τέτοια και να ζω στην αφάνεια, όμως εξακολουθώ να είμαι κόρη του πιο χαρισματικού και πρωτοπόρου ηγέτη που γνώρισε η χώρα, του Μεγάλου Βλαντιμίρ. Έχω κάθε δικαίωμα να κάνω τον Καταραμένο να πληρώσει για τα κρίματά του.      
Αν το να θέλω να γυρίσω στο Κίεβο, στην πατρογονική εστία, και να εκδικηθώ επιτέλους τη δολοφονία του αδερφού μου, με κάνει αλλοπρόσαλλη… Τότε λοιπόν ναι, είμαι. Και δεν σκοπεύω ν’  απολογηθώ.

Είμαι η Ναντέζντα Βλαντιμίροβα, και το όνομα μου θα γραφεί στην ιστορία της Ρωσίας, είτε ως προδότης του έθνους, είτε ως εθνοσωτήρας. Θα εξαρτηθεί από το ποιος θα κερδίσει.

Σοφία Γκρέκα