Girl Can you Keep my Secret? (Κεφάλαιο 9)

Πλησιάζω προς το μέρος του με γρήγορες δρασκελιές. Ξαφνικά ξεχνάω την άσχημη διάθεση που είχα πριν , όταν έφυγα από την Adelyn και ήδη χαμογελάω. Είναι ευδιάθετος, χαμογελάει και φαίνεται ανανεωμένος. Τα μαλλιά του είναι ελαφρώς σηκωμένα, εντελώς διαφορετικά από την προηγούμενη φορά. Το ντύσιμο του είναι απλό αλλά σίγουρα όχι απαρατήρητο. Αυτόματα κοιτάω τον εαυτό μου. Δυσανασχετώ γιατί έχω ξεχάσει να αλλάξω και ακόμα φοράω τα ρούχα της γυμναστικής.
«Επιτέλους, ήρθες.» Μου λέει χαμογελώντας.
«Άργησα πολύ;»
«Όχι απλώς σε πειράζω.»
«Έχεις όρεξη για πειράγματα βλέπω.» Λέω γρήγορα νιώθοντας πολύ αμήχανα.
«Ναι, επίσης είσαι η μόνη κοπέλα που θα ερχόταν ποτέ έτσι σε ραντεβού.» Μου αναφέρει ενώ του ξεφεύγει ένα πνιχτό γέλιο.
«Τι θες να πεις με αυτό;»
«Φοράς αθλητικά ρούχα.» Μου απαντάει και κοντοστέκεται δυο βήματα μακριά μου παρατηρώντας με.
«Την επόμενη φορά μην ξεχάσω να φορέσω το καλό μου φόρεμα.» Τον ειρωνεύομαι ελαφρώς.
«Καλή ιδέα. Τώρα ακολούθησε με, έχουμε να πάμε κάπου.»
Ξεκινάει να περπατάει και εγώ τον ακολουθώ. Προσπερνάμε το Blue Fox και τον κοιτάω αινιγματικά.
«Δεν θα πάμε να κάτσουμε σε αυτό το μαγαζί;» Τον ρωτάω γεμάτη απορία. Αυτό είναι το αγαπημένο μου εστιατόριο. Φτιάχνει το πιο νόστιμο μπούτι κοτόπουλο που έχεις φάει ποτέ. Με την Lexi ερχόμασταν κάθε Παρασκευή. Κουνάω το κεφάλι για να διώξω μακριά αυτή την ανάμνηση.


«Όχι, θα σε πάω κάπου πολύ καλύτερα.»


Χαχανίζει ενώ εγώ τον κοιτάω με φόβο. Λες να είναι κανένας δολοφόνος και να μην το είχα καταλάβει την πρώτη φορά; Θα με σκοτώσει; Στρίβουμε και μπροστά μας βλέπουμε το λιμάνι. Αυτό ήταν θα με πετάξει στην θάλασσα. Συνεχίζω να σκέφτομαι πως θέλει να με ξεφορτωθεί ενώ αυτός σταματάει μπροστά από ένα φορτηγάκι με fast food.


«Ελπίζω να πεινάς γιατί εγώ λιμοκτονώ.» Λέει και κάνει στην άκρη για να παραγγείλω.


«Μια σαλάτα ceazar παρακαλώ.»


«Είσαι λίγο ξενέρωτη ή μου φαίνεται; Τέλος πάντων εγώ θα ήθελα ένα cheese burger.» Δίνει την δική του παραγγελία και σε λίγα λεπτά το φαγητό είναι επιτέλους στα χέρια μας.


Κάνω την κίνηση για να πληρώσω την σαλάτα μου αλλά γρήγορα με προλαβαίνει και πληρώνει και για τους δύο μας.


«Σήμερα πληρώνω εγώ.» Μου λέει και πιάνει ενώ περπατάμε προς το λιμάνι.


Κοιτάω επίμονα τα χέρια μας που είναι πιασμένα και προσπαθώ να συνηθίσω την τρυφερή λαβή του. Αυτός χαζεύει την θέα που μας προσφέρει το λιμάνι. Φτάνουμε κοντά στην θάλασσα και αυτός αφήνει κάτω την ζακέτα του για μην λερωθούμε.


«Πως είσαι;» Με ρωτάει ξαφνικά ενώ τρώει.


«Καλά είμαι, νιώθω λίγο πίεση στο σχολείο αλλά νομίζω θα τα καταφέρω.»


«Είναι λογικό να πιέζεσαι, είσαι στην τελευταία τάξη του σχολείου. Έχεις αποφασίσει τι θέλεις να γίνεις;» Με ρωτάει.


«Ναι , θέλω να μπω σε μία γυμναστική ακαδημία και να γίνω προπονήτρια μπάσκετ.»Τον ενημερώνω ενώ μασουλάω.


«Καθόλου κακό, ασχολείσαι με το μπάσκετ;»


«Ναι είναι όλη μου η ζωή. Εσύ τι σπουδάζεις;» Τον ρωτάω εγώ αυτή τη φορά


«Είμαι στην μουσική ακαδημία ARTE.» Μου αναφέρει.


«Μουσικός ;Δεν ακούγεται άσχημο.»


«Ήταν το όνειρο μου από τότε που ήμουν μικρό παιδί. Τι σου αρέσει να κάνεις στον ελεύθερο σου χρόνο;»


Βγάζω την γλώσσα μου έξω γιατί αυτή είναι μία πολύ ξενέρωτη ερώτηση. Γελάει στο θέαμα και με εξετάζει προσεκτικά.


«Παίζω μπάσκετ στην ομάδα του σχολείου και προσέχω τον μικρό μου αδερφό.» Του λέω και με κοιτάει για λίγο ενώ αρχίζει να γελάει.


«Που είναι το αστείο;» Του ρίχνω μια μπουνιά στο μπράτσο.


Όταν σταματάει να γελάει παίρνει βαθιές ανάσες και ύστερα λέει.


«Το μπάσκετ δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση αλλά εσύ να προσέχεις ένα παιδί;»


«Τι; Μου αρέσει να περνάω χρόνο με τα παιδιά. Εσένα τι σου αρέσει να κάνεις;»


«Εκτός από την κιθάρα, μ’ αρέσει πολύ το ποδόσφαιρο.»


«Μένεις μόνος;» Μοιράζομαι την ερώτηση που θέλω να πω εδώ και ώρα μαζί του.


«Ναι, σε ένα διαμέρισμα κοντά στην Down Square. Η οικογένεια μου βρίσκεται στο LA.»


«Προτίμησες το Φοίνιξ από το LA;» Τον ρωτάω λίγο πιο δυνατά από το κανονικό με αποτέλεσμα κάποια κεφάλια να γυρίσουν προς το μέρος μας.


«Ναι εδώ είναι τόσο ήρεμα. Εσύ μένεις με τους γονείς σου;»


«Με την μητέρα μου και τον αδερφό μου.» Του αναφέρω.


«Ωραία επόμενη ερώτηση. Τι έκανες το καλοκαίρι που πέρασε;»


«Παίζουμε το παιχνίδι με τις 20 ερωτήσεις και δεν το έχω καταλάβει;» Τον ρωτάω ενώ αυτός χαμογελάει.


«Μπορεί, γι’ αυτό πρέπει να μου απαντήσεις.»


«Πήγα με την Scarlett και τους γονείς της διακοπές. Σειρά μου πόσο είσαι;»


«Κλείνω τα 20 τον Φεβρουάριο.» Μου αναφέρει και συνεχίζει πριν ξανά μιλήσω.


«Έχεις φίλους; Τους αγαπάς; Αυτοί σε αγαπάνε;»


«Δεν έχω φίλους μόνο την Scarlett την κολλητή μου. Η Scarlett πίστεψε με είναι εντελώς διαφορετική από εμένα. Είναι μέτριου αναστήματος, με καστανό πράσινα μάτια και αδύνατο σώμα. Μισεί το μαύρο και λατρεύει το κόκκινο και το ροζ. Απ' ότι καταλαβαίνεις είναι ένα κλασσικό έφηβο κορίτσι.» Σχολιάζω.


«Πως γίνεται να είστε κολλητές ενώ είστε τόσο διαφορετικές;»


«Τα ετερώνυμα έλκονται, λένε.»


«Είναι περίεργο, εγώ και η Victoria είμαστε σχεδόν ίδιοι.» Μου λέει για την δική του κολλητή.


«Άρα Victoria την λένε την κολλητή σου.» Λέω περισσότερο στον εαυτό μου παρά σε εκείνον.


«Ναι, την έχεις δει. Είναι έξυπνη, λατρεύει τον χορό και σπουδάζει μοντέρνο και λάτιν. Είναι πολυάσχολη και σπάνια προλαβαίνω πλέον να την βλέπω .»


«Τι σου αρέσει να κάνεις το βράδυ πριν κοιμηθείς;» Τον ρωτάω θέλοντας να αλλάξω θέμα.


«Γράφω στίχους ή διαβάζω ποίηση. Εσύ; «


«Στρίβω κανένα τσιγάρο και βλέπω ταινίες.» Του αναφέρω ενώ κοιτάω το ρολόι μου.


«Πάντα κάπνιζες αυτά τα τσιγάρα;» Με ρωτάει απογοητευμένος.


«Όχι τα τελευταία δύο χρόνια.»


«Πόσα κάνεις την ημέρα;»


«Πολλά δεν μετράω.»


«Δεν κάνεις καλό στον εαυτό σου.» Με μαλώνει.


«Το ξέρω. Τέλος πάντων η ώρα πέρασε πρέπει να φύγω.» Του λέω λυπημένα. Δεν θέλω να φύγω.


«Σήκω θα σε πάω εκεί που συναντηθήκαμε.»


Πετάμε τα σκουπίδια σε ένα κάδο που βρίσκουμε εκεί κοντά και περπατάμε μέχρι το εστιατόριο.


«Κάπου εδώ λέμε αντίο.» Μου λέει και κρατάει περισσότερο το χέρι μου στο δικό του αδυνατώντας να το αφήσει.


«Βλέπω ακολουθείς όλα τα στάδια που πρέπει να κάνεις στο πρώτο ραντεβού.» Χαχανίζω ενώ αυτός μένει σοβαρός.


«Κάπως έτσι. Σήμερα πέρασα απίστευτα.» Μου λέει ενώ στέκομαι μπροστά του και πιάνει και το άλλο μου χέρι. Ξεροβήχω με αυτή του την κίνηση νιώθοντας την αμηχανία να με διακατέχει.


«Κι εγώ το ίδιο. Καληνύχτα .» Τον αποχαιρετώ.


«Καληνύχτα όμορφη.» Με φιλάει στο μάγουλο και με πιάνει απροετοίμαστη.


Αφήνω τα χέρια του και απομακρύνομαι από δίπλα του. Δεν κοιτάω πίσω μου γιατί ξέρω ότι δεν πρόκειται να τον αφήσω να φύγει. Ψάχνω για ένα ταξί και ευτυχώς βρίσω ένα γρήγορα. Μπαίνω μέσα και μόνο τότε κοιτάω προς το μέρος του. Στέκεται ακόμα εκεί και με παρακολουθεί. Τον καρφώνω και χαμογελάω ενώ με μου κλείνει το μάτι. Και κάπως έτσι το αυτοκίνητο απομακρύνεται.


{..}


Ο ταξιτζής φτάνει στο σπίτι μου και εγώ του δίνω τα χρήματα. Τον καληνυχτίζω και βγαίνω έξω. Γρήγορα βρίσκομαι μέσα στην αυλή και περπατάω μέχρι την πόρτα. Ξεκλειδώνω και πηγαίνω στην κουζίνα όπου βρίσκω μία ελαφρώς τσιτωμένη μαμά.


«Γεια.» Λέω γρήγορα ενώ πιάνω ένα ποτήρι γεμίζοντας το με νερό.


«Που ήσουν; Άργησες.»


«Είχα βγει μία βόλτα με τον Stefan.»


«Και ποιος είναι αυτός;» Με ρωτάει.


«Ένας φίλος.» Αναφέρω και αφήνω το ποτήρι στο νεροχύτη.


«Τον ξέρω;» Ρωτάει για δεύτερη φορά.


«Όχι δεν τον ξέρεις.» Φεύγω από την κουζίνα και ανεβαίνω τις σκάλες.


Κλείνομαι στο δωμάτιο μου και κάπου εκεί δεν καταλαβαίνω πως αποκοιμιέμαι με τα ρούχα και την φιγούρα του Stefan στο μυαλό μου.






Και όταν τελικά έρθει αυτό που περίμενες.. έχεις τα κότσια να το ζήσεις;


Vas A.