Μοιραία Συνάντηση (Κεφάλαιο 13)


Το ίδιο βράδυ ξύπνησα υπό τις κραυγές της φίλης μου έντρομη. Τρέχοντας στο σαλόνι τη βρήκα με το κινητό πεσμένο στο πάτωμα και μάτια κλειστά από τον πανικό. Σκύβοντας από πάνω της ρώτησα «Ποιος ήταν; Τι συνέβη;»


«Η... η... μαμά σου...» τραύλισε με κομμένη ανάσα και τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα.

«Τι με εκείνη; Τι συνέβη; Πες μου.» Πιάνοντάς την από τους καρπούς άρχισα να την ταρακουνώ με δύναμη, απελπισμένη για την απάντησή της.

«Είναι στο νοσοκομείο. Η αστυνομία προσπάθησε να βρει εσένα μα εφόσον δεν έχεις πλέον το παλιό σου νούμερο πήραν έμενα...»

«ΚΑΙ;»

«Κάποιος μπήκε σπίτι της και την πυροβόλησε, αφού πρώτα την ξυλοκόπησε.» αποκρίθηκε σταυρώνοντας τα χέρια της.

«Δεν το πιστεύω, είναι αδιανόητο...»

«Είναι σε κρίσιμη κατάσταση...»

«Μόνο ένας θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Σου ορκίζομαι, εάν είναι αυτός θα τον βρω και θα τον σκοτώσω.»

Προτού προλάβω να τελειώσω τη φράση μου, ένιωσα τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου... Ήταν τόσο έντονη η ζαλάδα, που βρέθηκα κάτω στο πάτωμα ανήμπορη να κουνηθώ ή να μιλήσω.
«Εύα; Εύα; Άνοιξε τα μάτια σου. Μίλα μου.» ούρλιαξε η Γωγώ από πάνω μου μα δεν είχα δύναμη.
Όλα αυτά ήταν υπερβολικά ακόμα και για έμενα. Το σκοτάδι με τύλιγε ξανά και αυτή τη φορά δεν ήξερα πώς να ξεφύγω.

Ώρες αργότερα άνοιξα τα μάτια μου σιγά προσπαθώντας να συνηθίσω στο έντονο φως. Ήμουν σε ένα διαφορετικό δωμάτιο, πιθανότατα σε κάποιο νοσοκομείο. Στα αριστερά μου υπήρχε ένας ορός, ο οποίος οδηγούσε στη φλέβα μου και δεξιά μου... Δεξιά μου βρισκόταν ο Θάνος με κλειστά μάτια, κρατώντας το χέρι μου. Πότε βρέθηκε εδώ και προπαντός γιατί ήμουν εγώ εδώ; Τι είχε συμβεί; Προσπάθησα να ανασηκωθώ μα σύντομα το κεφάλι μου άρχισε να γυρίζει, οπότε ξάπλωσα πάλι.
Ο Θάνος κουνήθηκε ελαφρώς, σφίγγοντας πιο πολύ το χέρι μου. Στο δάχτυλό του υπήρχε ακόμα η βέρα, μετά από όλο αυτό το διάστημα. Στη σκέψη αυτή μου ήρθε να βάλω τα κλάματα αλλά δεν το έκανα. Αντ' αυτού, πήρα το χέρι μου από το δικό του τρίβοντας το ελαφρά.

«Ω, ξύπνησες επιτέλους. Φοβήθηκα πάρα πολύ για εσένα.» Με μια κίνηση πετάχτηκε από την καρέκλα και έκλεισε το πρόσωπό μου στα χέρια του σκύβοντας από πάνω μου.

«Θάνο...» το χέρι μου ξεκουράστηκε στο στήθος του, βλέποντας τη μελαγχολία στα γαλανά μάτια του.

Τα χείλη του συνθλίφθηκαν στα δικά μου απαλά σφίγγοντας με στην αγκαλιά του. Προσπάθησα να μην ανταποδώσω, σπρώχνοντάς τον μακριά μου μα με ένα χέρι ήταν αρκετά δύσκολο. Όσο πιο πολύ απομάκρυνα το σώμα μου από το δικό του τόσο πιο πολύ με τραβούσε προς το μέρος του, ωθώντας τη γλώσσα του στα βάθη του λαιμού μου. Ακούσαμε την πόρτα να ανοίγει και έπειτα να κλείνει με έναν ελαφρύ γδούπο, που όμως ήταν αρκετός για να τον κάνει να με αφήσει.

«Γεια σου Εύα. Μίλησα με τον γιατρό που σε παρακολουθεί για την κατάσταση της υγείας σου και μου είπε πως σε λίγες μέρες θα μπορείς να βγεις από το νοσοκομείο.» ξεκίνησε να λέει ένας κοντός και εύσωμος αστυνόμος, βγάζοντας ένα μπλοκάκι από το μπουφάν του.

«Βρήκατε αυτό το τέρας που κυνήγησε την μάνα μου;»

Τρίβοντας τα χέρια του μουρμούρισε « Όχι ακόμα, δεν έχουμε καμία πληροφορία για το ατύχημα. Εκείνη δεν έχει ξυπνήσει ακόμα έπειτα από το χειρουργείο, οπότε δεν μπορεί να μας μιλήσει.» Οι γροθιές μου σφίχτηκαν από θυμό παραμερίζοντας και τη ζαλάδα και τη ναυτία που ένιωθα. «Το καλό που σας θέλω να τον βρείτε αλλιώς...»

«Αγάπη μου ηρέμησε. Είμαι σίγουρος πως θα βρουν αυτό το κάθαρμα.» Το χέρι του Θάνου βρέθηκε στη πλάτη μου με έμενα να τον κοιτάω εκνευρισμένη.

«Δεν είμαι η αγάπη σου και θα σου ζητούσα να φύγεις. Αρκετά κάθισες. Όπως βλέπεις είμαι καλά.» Αγριεμένη έστρεψα την προσοχή μου στον αστυνόμο.

Εκείνος μπαίνοντας μπροστά μου έπιασε το πηγούνι μου, γυρνώντας με ξανά στο μέρος του «Τι πρέπει να κάνω για να με εμπιστευτείς; Σου ζήτησα να με συγχωρέσεις αμέτρητες φορές...» Τα μάτια του άστραφταν ενώ κρατούσε με δύναμη τα χέρια μου.

«Ε... Βλέπω πως είστε στη μέση ενός συζυγικού καβγά οπότε...» κατακόκκινος ο αστυνόμος κίνησε προς την έξοδο «Θα περάσω ξανά αργότερα.» κλείνοντας την πόρτα με άφησε μόνη μαζί του.

«Μπορείς να φύγεις, δεν σε χρειάζομαι εδώ.» μουρμούρισα ξαπλώνοντας στο κρεβάτι.

«Γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί έφυγες με αυτό τον τρόπο; Δεν περάσαμε καλά, δεν σου φέρθηκα καλά;» η απεγνωσμένη φωνή του γέμισε το δωμάτιο κάνοντάς με να νιώσω άβολα.

Αλλάζοντας πλευρό κοίταξα έξω από το παράθυρο με εκείνον να μου χαϊδεύει το χέρι...

«Σε παρακαλώ, πες κάτι... Εξήγησε μου.»

Άνοιξα το στόμα μου να μιλήσω μα σύντομα το έκλεισα πάλι. «Σε παρακαλώ φύγε, άσε με ήσυχη.» ψιθύρισα κλείνοντας το πρόσωπο στα χέρια μου.

Κάνοντας τον γύρο του κρεβατιού ήρθε από την άλλη πλευρά γονατίζοντας μπροστά μου, ώστε να είμαστε στο ίδιο ύψος.

«Δώσε μου μια ευκαιρία ακόμα!» Έβγαλε τη βέρα μου από την τσέπη του. Σε δευτερόλεπτα την είχε περάσει στο χέρι μου παρά τις αντιρρήσεις μου. «Μπορείς να με εμπιστευτείς;» ρώτησε απελπισμένος σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό του.

Κλείνοντας τα μάτια μου ψιθύρισα «Δυστυχώς όχι.»

«Καμία αγάπη δεν κρατάει για πάντα, ειδικά όταν είναι βυθισμένη στο ψέμα και την αμαρτία. Μα και όταν κρατήσει, οι δαίμονες θα συνεχίσουν να την τραβάνε στην κόλαση.»

Στις επόμενες δύο μέρες πήρα εξιτήριο από το νοσοκομείο με τον γιατρό να δείχνει ενοχλημένος που έφευγα τόσο νωρίς. Παρ' αυτά, δεν είχα καμία όρεξη να μείνω μέσα την ώρα που ο δολοφόνος της μάνας μου βρισκόταν εκεί έξω. Οι οροί σε συνδυασμό με τα φάρμακα με είχαν βοηθήσει κάπως εφόσον οι ναυτίες δεν ήταν τόσο έντονες όπως πριν, ενώ οι ζαλάδες και οι πόνοι είχαν εξαφανιστεί.
Προτού να φύγω βέβαια οι νοσηλεύτριες μου είχαν πάρει αίμα, καθώς ο γιατρός ήθελε έναν επαναληπτικό έλεγχο. Τι στο καλό μπορεί να σήμαινε αυτό, αναρωτήθηκα εκείνη τη μέρα καθώς έβαζα τα πράγματά μου σε ένα ταξί και κατευθυνόμουν στο σπίτι μου. Στο μυαλό μου στριφογύριζαν αμέτρητα πράγματα: η Γωγώ, η οποία είχε κάποιο πρόβλημα αλλά δεν είχα προλάβει να επικοινωνήσω μαζί της, από το σχολείο μου είχαν στείλει ειδοποιητήριο πως θα με αποβάλλουν αν συνεχίσω να λείπω... Μα αυτά ήταν ασήμαντα μπροστά στα πραγματικά προβλήματα.

Οι γιατροί δεν είχαν ιδέα πότε θα συνερχόταν η μαμά μου ή αν θα μπορούσε να είναι όπως πριν. Η σφαίρα είχε χτυπήσει τον αριστερό πνεύμονα, ενώ θραύσματα είχαν φτάσει στην καρδιά. Η απόγνωσή μου όταν το άκουσα ήταν τεράστια, καθώς τι σόι άνθρωπος ήμουν για να αφήσω να συμβεί τέτοιο κακό στην οικογένειά μου. Έπρεπε να τους προστατεύω, ήμουν δυνατή, δεν είχα επιλογή. Αντίστοιχα αρνητική ήταν και η συνάντησή μου με τον αρχηγό της αστυνομίας, ο οποίος με πληροφόρησε πως οι βαλλιστικές έρευνες και η ταυτοποίηση στοιχείων δεν έδειξαν κάτι. Κοινώς, ο δράστης δεν ήταν στη βάση δεδομένων της Ελλάδας ή του εξωτερικού,  πράγμα που με τρέλαινε.

Απογοήτευση...φόβος...απόγνωση...  Αυτά ένιωθα όταν έφτασα έξω από το σπίτι μου. Ήταν λίγο πιο έξω από την πόλη μου, ένα διώροφο σπίτι, αρκετά μεγάλο για μια οικογένεια αλλά και έναν άνθρωπο του είδους μου. Τους τοίχους και τα παράθυρα κάλυπταν αναρριχώμενα φυτά, δίνοντας την αίσθηση ξεχασμένου αρχοντικού. Προχώρησα στο δασώδες μονοπάτι, περνώντας ξυστά από το μικρό σιντριβάνι που υπήρχε στη μέση.

Τα μάτια μου πλανήθηκαν στις μικροκάμερες που είχα στήσει σε κάθε γωνιά, είσοδο και έξοδο, θέλοντας να είμαι πλήρως προετοιμασμένη για ό,τι ερχόταν. Μπαίνοντας μέσα δεν μπορούσα να μην σκέφτομαι τον Μπαρίσνικοφ, ήξερα πως αυτός εξέδωσε το συμβόλαιο θανάτου, από τη στιγμή που δεν έκανα ό ό,τι ήθελε. Τα δάχτυλά μου πλανήθηκαν στα ξύλινα βικτοριανά έπιπλα και στους πίνακες ζωγραφικής, όπως ανέβαινα τη στριφογυριστή σκάλα για τον δεύτερο όροφο.

Ξεφυσώντας, γδύθηκα και έπεσα στο ονειρεμένο κρεβάτι μου, όμοιο με αυτά που είχαν οι βασίλισσες τον 18ο αιώνα. Για κάποιον λόγο, από εκεί που δεν αγαπούσα τα έντονα χρώματα μπορούσε κανείς ανάμεσα στο κλασικό λευκό και μαύρο να δει μια μεγάλη γκάμα χρωμάτων. Παίρνοντας το κινητό στα χέρια μου, είδα πέντε αναπάντητες κλήσεις. Τρεις από τη Γωγώ, δύο από τον Θάνο. Ο τελευταίος δεν είχε σταματήσει να με ενοχλεί όλο αυτό το διάστημα, όσο και αν του είχα ξεκαθαρίσει τη θέση μου.

Παρατήρησα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, βλέποντας το σώμα μου πιο πλαδαρό από ποτέ. Αναμφίβολα είχα πάρει δυο τρία κιλά -ίσως και παραπάνω- και ήμουν πρησμένη. Αναθεματισμένο άγχος, σκέφτηκα, και γρήγορα άλλαξα ρούχα φορώντας  ένα ζευγάρι φόρμες. Έπρεπε να κερδίσω τον χαμένο χρόνο εάν επρόκειτο να αντιμετωπίσω μια για πάντα τον Μπαρίσνικοφ. Εξάλλου κανένας άντρας δεν θα στεκόταν εμπόδιο στη ζωή μου. Μαφιόζος ή γκόμενος. Προτού να φύγω, έβαλα στη θήκη το αγαπημένο μου μαχαίρι έτοιμη για όλα: το Ontario Mark 3, ένα μαχαίρι που χρησιμοποιείται από τις Ειδικές Δυνάμεις και το Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό.


Η Γωγώ προσπάθησε να μιλήσει μα εκείνος της έκλεισε το στόμα χωρίς να δέχεται το όχι για απάντηση. Μπορούσε να καταλάβει από μέτρα την απογοήτευση και τον πόνο του, μα όσο και αν το ήθελε ήταν αδύνατο να τον βοηθήσει.

«Μίλησέ της. Εσένα σε ακούει, είσαι η καλύτερή της φίλη.» συνέχισε ικετευτικά ο Θάνος με σφιγμένες γροθιές.

«Ξέρεις πως δεν θα με ακούσει σε αυτό το θέμα.»

«Δεν μπορεί να μου το κάνει αυτό, την αγαπάω όσο τίποτα άλλο.»

«Είναι πληγωμένη, Θάνο. Σε πίστεψε και εσύ την πρόδωσες με τον χειρότερο τρόπο. Φαντάζομαι πως δεν είναι κάτι που έκανες επίτηδες αλλά εκείνη δεν ασπάζεται τη λογική μου.» κατέληξε εκείνη ελαφρώς θυμωμένη.

Ο Θάνος σήκωσε τα μανίκια ως πάνω, σκασμένος και εκνευρισμένος από τη Γωγώ... Ή μάλλον από την Εύα, που όσα τηλέφωνα και αν της είχε κάνει δεν απάντησε πίσω ούτε μια φορά. Ήθελε να είναι δίπλα της στο νοσοκομείο μα εκείνη χωρίς να διστάσει ζήτησε από την αστυνομία να τον απομακρύνουν.

«Φέρεται τόσο περίεργα. Τη μια στιγμή είναι καλά και την αμέσως επόμενη κάνει σαν τρελή.» αποκρίθηκε εκείνος συνοφρυωμένος.

«Νομίζω πως στη φάση που βρίσκεται τώρα θα αργήσει να ηρεμήσει.» Οι λέξεις βγήκαν σαν σφαίρες από το στόμα της προτού συνειδητοποιήσει τη βλακεία της. Γρήγορα πήγε να φύγει αλλά εκείνος της έκλεισε τον δρόμο.

«Τι εννοείς; Υπάρχει κάτι που ρέπω να ξέρω; Πες μου.» Έσφιξε τα χέρια του γύρω από τους ώμους της ταρακουνώντας την με τρομαγμένο βλέμμα.

Σταγόνες από ιδρώτα κυλούσαν τώρα από το μέτωπό του στο καλοσιδερωμένο πουκάμισο μα ήταν το τελευταίο που ένοιαζε τη Γωγώ. Εάν η φίλη της μάθαινε τι σκόπευε να ξεστομίσει, σίγουρα δεν θα γλίτωνε ζωντανή.

«Τίποτα... Δεν είναι τίποτα. Ξέρεις όλο αυτό το άγχος με το σχολείο, την απόπειρα δολοφονίας εναντίον της μάνας της...» προσπάθησε με νύχια και με δόντια να μπαλώσει τη βλακεία αλλά από τον τρόπο που την κοιτούσε μάλλον δεν ήταν τόσο πιστευτή.

«Εάν της συμβαίνει κάτι πρέπει να το ξέρω. Είναι η γυναίκα μου και δεν θα αφήσω κανέναν και τίποτα να την αγγίξει.» τα μάτια του σκοτείνιασαν καθώς το χέρι του βρέθηκε γύρω από τον λαιμό της.

«Σε παρακαλώ, άφησέ με. Δεν ξέρω τίποτα, έχω μέρες να της μιλήσω εξάλλου.» ικέτεψε εκείνη με κόκκινα μάτια.

«Αποκλείεται... το νιώθω πως κάτι συμβαίνει και εσύ μου το κρύβεις.»

«Ό,τι και αν συμβαίνει θα στο πει εκείνη. Μη μου ζητάς να προδώσω τη φίλη μου. Εάν το κάνω θα με σκοτώσει. Κυριολεκτικά.» εξομολογήθηκε σφίγγοντας τα χέρια της γύρω από το δικό του.

Η έκφρασή του μαλάκωσε, δείχνοντας να την πιστεύει.


«Το ξέρω πως φέρομαι άσχημα μα πραγματικά δεν θέλω να της συμβεί κάτι κακό.» Γρήγορα απομακρύνθηκε από κοντά της κατεβάζοντας τα μανίκια και ισιώνοντας τη γραβάτα του. Εκείνη τον κοιτούσε φοβισμένη, μαζεμένη στη γωνιά όπου την είχε αφήσει. Άνοιξε το στόμα της διστακτικά. «Θα είναι σε αυτό το γυμναστήριο για τις επόμενες μέρες. Ως επί το πλείστον μετά τις 23.00.» Γράφοντας σε ένα χαρτάκι τη διεύθυνση, την έσπρωξε στην τσέπη από το σακάκι του.

Εύα Αναγνώστου