Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

4.10.17

Μονάχα ο Θεός... (Νικητήριο Διήγημα Διαγωνισμού)

























Οι πρώτες Τετάρτες της σεζόν είναι αφιερωμένες στα διηγήματα του Λογοτεχνικού Διαγωνισμού τού Moonlight Tales. Τις ιστορίες των πρώτων δέκα νικητών θα μπορείτε να τις βρείτε στο περιοδικό του Moonlight Tales, που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό, ενώ τα άλλα πέντε, θα δημοσιευθούν εδώ. Το παρακάτω διήγημα κατέχει την 10η θέση.




Μονάχα ο Θεός...

Κάθονταν ο ένας δίπλα στον άλλον, όπως πάντα. Κοιτούσαν τις φλόγες στο τζάκι κι άκουγαν τους τριγμούς των ξύλων που σφύριζαν παράξενα. Οι πλάτες τους, σκυφτές απόψε, βάραιναν απ’ τη στενοχώρια του αποχωρισμού που κοντοζύγωνε. Παππούς και εγγονός πάλευαν να ξεφορτωθούν με λέξεις από μέσα τους τον πόνο, που φώλιαζε στις καρδιές τους. Η καμπανιστή φωνή του αγοριού έσκισε σαν σαΐτα τη βαριά σιωπή, που είχε για ώρα στρωθεί ανάμεσά τους. Τα λόγια έβγαιναν με κόπο.  
«Μα γιατί, γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί μας; Δεν μπορώ να σε φαντάζομαι μονάχο σου, εδώ πέρα, μακριά από μας» τον ικέτευσε για άλλη μια φορά ο μικρός Αλέξανδρος.
«Είμαι πολύ μεγάλος, γιε μου, για ν’ αλλάξω πατρίδα. Εσύ κι οι γονείς σου είστε νέοι. Θα τα καταφέρετε, θα δεις» προσπάθησε εκείνος να τον ημερέψει.
«Τελευταία νύχτα απόψε, παππού, αύριο θα είμαστε πια μακριά σου» ψέλλισε το παιδί  μες στ’ αναφιλητά του.
Τον αγαπούσε πολύ τον παππού του. Δεν ήθελε να τον αποχωριστεί. Μ’ αυτόν μεγάλωσε. Αυτός τον πήγαινε στην αλάνα, σαν ήτανε παιδάκι, για ν’ ανταμώσει τους φίλους του κι ύστερα τον κερνούσε πορτοκαλάδα στο καφενείο. Τα βράδια τού έλεγε ένα σωρό ιστορίες, μέχρι να χαλινώσει και ν’ αποκοιμηθεί. Αυτός του χάιδευε το πονεμένο γόνατο και του σφούγγιζε τα δάκρυα, που έτρεχαν στο πρόσωπό του, με το μαντίλι του. Αυτός τον βοηθούσε στα προβλήματα, που δεν τα καταλάβαινε καλά, και στην ορθογραφία, που τον παίδευε τόσο, στις πρώτες τάξεις του σχολείου. Οι γονείς του δούλευαν κι οι δυο, μα ο παππούς ήταν ολημερίς στο πλάι του, φύλακας άγγελός του.
«Έλα παιδί μου, μην κάνεις έτσι. Μου σπαράζεις την καρδιά. Και μην ξαναπείς αυτήν τη βαριά κουβέντα. Άκου τελευταία νύχτα! Θα ‘ρθουνε κι άλλες πολλές νύχτες και μέρες, γιε μου, όσο έχουμε την υγειά μας κι όσο είμαστε σ’ αυτήν τη ζωή. Να ‘σαι σίγουρος γι’ αυτό, ακούς; Πάλι θ’ ανταμώσουμε, πάλι θα φιληθούμε, θ’ αγκαλιαστούμε, θα πούμε ιστορίες. Εγώ εδώ θα είμαι και θα σε περιμένω» του ‘λεγε ο παππούς για να τον παρηγορήσει, παρόλο που πάλευε κι αυτός να πνίξει τα δάκρυα που ανάβλυζαν στα μάτια του.
Η καρδιά του γέρου σκίρτησε στο άκουσμα αυτής της βαριάς λέξης, τα βλέφαρά του πετάρισαν απ’ τη συγκίνηση. Ο λογισμός του πέταξε σ’ εκείνη την τελευταία μαύρη νύχτα των συντρόφων του. Σ’ εκείνην… τη νύχτα, που χάραξε τον πόνο για πάντα στην ψυχή του. Αυτό το επίθετο, «η τελευταία», προσδίδει στ’ αλήθεια ασήκωτο βάρος στη λέξη νύχτα… σαν τη συνοδεύει. Κάθε φορά που την ακούει, γρατζουνά αυτή την παλιά πληγή του, που αιμορραγεί στη θύμησή της.
«Υπάρχει σίγουρα μια νύχτα, που είναι η τελευταία για τον καθένα μας… Απόψε, θα σου πω μια ιστορία αληθινή, για την τελευταία νύχτα κάποιων ανθρώπων, στα χρόνια της κατοχής. Είναι η πρώτη φορά που θα τη μοιραστώ με άνθρωπο κι έφτασε θαρρώ η ώρα να τη μάθεις» ακούστηκε η φωνή του παππού, βαριά και βραχνή απ’ το ρίγος της συγκίνησης που τον συνεπήρε. 
Ο μικρός τον κοιτούσε με δακρυσμένα μάτια. Η αγωνία και η ένταση διαγράφονταν στο πρόσωπό του. Στα λόγια του παππού του διέκρινε πως αυτή ήταν μια ιερή στιγμή για κείνον, πως θα του εμπιστευόταν κάτι σημαντικό που τον είχε συγκλονίσει και που το κουβαλούσε μέσα του για χρόνια, δίχως να το μοιραστεί με κανέναν.
«Στα χρόνια της κατοχής, παιδί μου, οι άνθρωποι υπέφεραν πολλά και πάλεψαν χρόνια ολόκληρα να τα ξεπεράσουν… και να ξαναγίνουν άνθρωποι, όσοι κατάφεραν απ’ αυτούς να σωθούν. Ένας από δαύτους ήμουνα κι εγώ…
»Ήταν ένας μουντός, σκοτεινός Νοέμβρης. Το κρύο τρυπούσε τα κόκκαλα. Εκατόν τριάντα νοματαίοι, ήμαστε στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, μέσα σ’ ένα μπουντρούμι. Μας αιχμαλώτισαν, για αντίποινα στους δικούς μας και μας πέταξαν, σαν τα σκυλιά, σ’ αυτήν τη φυλακή. Μετρούσαμε έναν μήνα κλεισμένοι εκεί μέσα. Πολλοί άνθρωποι μαζεύονταν απέξω απ’ το στρατόπεδο όλες τις μέρες και ζητούσανε γονατιστοί να δούνε τους δικούς τους. Κανέναν δεν άφηναν. Θα ‘ναι κι η μάνα μου σκεφτόμουνα και μ’ έπαιρνε το παράπονο που δεν μπορούσα να τη δω, να κλάψω στον μαραμένο κόρφο της.
»Εκείνο το βράδυ ο διπλανός μου σιγοψιθύριζε σε κάποιον, μες στο σκοτάδι, πως την προηγούμενη  ήρθε μια μάνα να παρακαλέσει για τα τέσσερα παιδιά της. Γονατιστή ικέτευε τους Γερμανούς και της είπαν, λένε, να διαλέξει ένα απ’ αυτά.  “Η καρδιά της σχίστηκε στα δυο σαν άκουσε την παραγγελιά τους…” συνέχισε μια άλλη φωνή, την ιστορία του διπλανού. Έσκουξε, σαν αλλοπαρμένη και πήρε κατευθείαν τα βουνά η χαροκαμένη. Της σάλεψε το μυαλό απ’ τον πόνο.
»Είχαμε λουφάξει όλοι απ’ τον φόβο. Το απόγευμα φέρανε και καινούριους από τα γύρω χωριά. Κάποιος πετάχτηκε ξαφνικά, με φωνή τρεμάμενη και είπε… ‘’Θα μας σκοτώσουνε πατριώτες, κανένας δε θα μείνει. Είδα τα πτώματα των άλλων, όπως μας φέρνανε. Αύριο κανονίζουν την εκτέλεση, ετοιμάζουν τα πολυβόλα κάτω στη δημοσιά. Αλήθεια σας λέω, μωρέ, δε μ’ ακούτε; Απόψε είναι η τελευταία μας νύχτα…’’
»Παγώσαμε όλοι. Κουρνιάσαμε στη γωνιά μας, ανήμποροι κι απελπισμένοι. Κανένας δε σάλευε. Ζωγραφίζεται άραγε ο φόβος; Ζωγραφίζεται… ακόμα και στα μάτια. Κανένας δεν έκλεισε μάτι εκείνην τη νύχτα. Έβλεπα τις κόρες των ματιών τους, να λαμπυρίζουν μες στο σκοτάδι.
»Είναι τραγικό να γνωρίζεις την τελευταία σου νύχτα. Αβάσταχτο να τη διαβάζεις στα μάτια δεκάδων ανθρώπων που τους προσμένει ο θάνατος. Όλοι, εκείνο το βράδυ, μετρούσαμε αντίστροφα τον χρόνο. Πεταμένοι σ’ εκείνην τη φυλακή, που βρωμούσε χειρότερα κι από αποχωρητήριο. Βρωμούσαν ως και τα χνώτα μας από την πείνα…  Ήμουνα απ’ τους μικρότερους εκεί μέσα. Υπήρχαν κι άλλα παιδιά. Αδέρφια κιόλας.
 »Ένας άλλος μας είπε πως σ’ έναν γιατρό του χαρίζανε τη ζωή κι αυτός αρνιόταν! Κείνη την ώρα μού φάνηκε τόσο παράλογο αυτό! Το περίσσιο θάρρος του! Ευχήθηκα από μέσα μου να ‘μουνα εγώ στη θέση του. Μετά, σαν πέρασαν τα χρόνια, κατάλαβα πως το ίδιο θα ‘κανα κι εγώ.
»Εκατόν τριάντα ζευγάρια μάτια αγρυπνούσαν, γνωρίζοντας πως εκείνη ήτανε η τελευταία τους νύχτα. Υπήρχαν γιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί, που δεν ξεχώριζαν ανάμεσά μας. Στην ίδια μοίρα όλοι. Άπλυτοι, βρώμικοι, ψειριάρηδες, πεινασμένοι, διψασμένοι, φοβισμένοι.
»Άλλος έκλαιγε βουβά μες στο σκοτάδι, άλλος ζητούσε λίγο νερό, άλλος μιλούσε στη γυναίκα του σαν να την είχε δίπλα του κι άλλος σιγομουρμούριζε τραγούδια για τη λευτεριά. Ένας άντρακλας, δυο μέτρα, μοιρολογούσε κιόλας τα παιδιά του, που θα ‘μεναν ορφανά, κι ένας παππούλης έψελνε και προσευχόταν. Κι εμένα έτρεμε το φυλλοκάρδι μου απ’ τον τρόμο. Φτερούγιζε η δεκαεφτάχρονη καρδιά μου σαν πουλί φυλακισμένο στο κλουβί, που παλεύει να τεντώσει τα φτερά του, για να πετάξει μακριά. Να ξεγελάσει τον θάνατο, να του ξεφύγει, να βγει έξω στη ζωή. Να γλιτώσει.
 »Ο νους μου δεν μπορούσε να χωρέσει αυτό το μακάβριο νέο πουθενά. Αρνούνταν να δεχτεί την αλήθεια. Γιατί μας το είπε; Αναρωτιόμουν και μια οργή έβραζε μέσα μου γι’ αυτόν τον άγνωστο που μας έφερε τα κακά μαντάτα. Τι όφελος είχε να γνωρίζουμε την τελευταία μας νύχτα; Τις τελευταίες μας ώρες; Καλύτερα να μην το ξέραμε. Καλύτερα.   
»Τι σκέψεις περνούν απ’ το μυαλό του ανθρώπου, σαν γνωρίζει πως μετράει τις τελευταίες του στιγμές; Θα σου πω. Ξαφνικά πιθύμησα το φως της μέρας, το γλυκό χάραμα που τη συνοδεύει, όπως ανεβαίνει ο ήλιος… Πιθύμησα να ξαναδώ τη θάλασσα και να μεθύσω απ’ το άρωμα της στολισμένης μ’ άνθη πορτοκαλιάς, στην άκρη του σπιτιού μας. Μ’ έπιασε το παράπονο που δεν μπορούσα να δω τη μάνα μου και τον αδερφό μου για τελευταία φορά, ν’ αγγίξω τα πρόσωπά τους, να μου χαρίσουν ένα στερνό χάδι.  
 »Έξω η ζωή συνέχιζε να κυλά σαν ποτάμι. Ένα απαλό αεράκι σιγοψιθύριζε με τα δέντρα. Το φεγγάρι στόλιζε τον ουρανό κι οι άλλοι άνθρωποι κοιμούνταν στα ζεστά κρεβάτια τους. Μονάχα οι καρδιές των μανάδων μας θα ‘μεναν ξάγρυπνες μαζί μας. Και θα χτυπούσαν, σίγουρα, σε πένθιμο σκοπό σαν τις δικές μας. Συλλογιόμουν το αύριο, που δε θα μ’ έβρισκε στη ζεστή γωνιά του σπιτιού μας. Τον ήλιο που θ’ ανάτελλε ξανά, γι’ άλλη μια μέρα, δίχως να τον νοιάζει μια στάλα που εμείς θα λείπαμε. Τι νόημα έχει ο πόλεμος, αναρωτιόμουν, όπως πάσχιζα να δώσω μια απάντηση στον ίδιο μου τον εαυτό. Τι νόημα; Ποιον θα ωφελούσε, αν αύριο έλειπαν μια χούφτα άνθρωποι; Σε τι θ’ άλλαζε ο κόσμος, αν αύριο  λείπαμε εμείς, οι πεινασμένοι;  
»Τα χαράματα οι φρουροί ανοίξανε διάπλατα τις πόρτες. Ένα σούσουρο απελπισίας σηκώθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη. Βγαίναμε ένας ένας με τη σειρά του. Ο γιατρός, που λέγανε πως του χαρίζανε τη ζωή, ξεχώρισε απ’ τη σειρά και βγήκε μπροστά για να μιλήσει. Ζήτησε ν’ αφήσουνε λεύτερα όλα τα παιδιά που ‘σαν ανάμεσά μας. Εκείνοι αρνήθηκαν. Ο γιατρός τους ξανάβαλε οργισμένος τις φωνές, κάνοντας μια δεύτερη απόπειρα μήπως τα καταφέρει. Ζήτησε ξανά ν’ αφήσουνε, τουλάχιστον, ένα απ’ τα τέσσερα αδέρφια. Πού το ‘βρισκε το θάρρος να τους φωνάζει, σκεφτόμουν, σαν τον έβλεπα να παλεύει να σώσει έστω και μια ζωή. Κι ύστερα κατάλαβα πως δεν είχε τίποτα να χάσει. Η δική του ζωή ήταν κιόλας χαμένη. Οι Γερμανοί αρνηθήκανε πάλι και τον σπρώξανε πίσω στη θέση του.
»Μας τσουβαλιάσανε όλους σε τρία τέσσερα φορτηγά, μας βρίζανε λυσσασμένα και μας κοπανούσαν με τα όπλα, σα να ήμασταν ζώα. Μας κατεβάσανε κάνα χιλιόμετρο πιο κάτω. Στη δημοσιά. Όπως το ‘χε πει εκείνη η φωνή. Σαν κατεβήκαμε, είδαμε τα πολυβόλα στημένα στη σειρά, αντίκρυ μας, να μας κοιτάνε σαν μάτια τεράστια και να μας σημαδεύουνε από μακριά. Κοιταχτήκαμε έντρομοι. Μερικοί λυγίσανε κι αρχίσανε ν’ αγκαλιάζονται και να κλαίνε αντάμα. Αγκάλιασα κι εγώ τον διπλανό μου κι ας μη τον γνώριζα. Κείνος, μ’ έκλεισε μες στον κόρφο του σαν πατέρας κι είπε ο καψερός: ‘’Κι εσύ, παιδί μου, τι φταις; Εσύ ‘σαι μικρός…’’ Ούτε κι αυτός με γνώριζε.
»Τέτοιες στιγμές οι άνθρωποι γίνονται ένα. Μια γροθιά, μια καρδιά που χτυπάει απελπισμένα και γυρεύει να πετάξει απ’ το στήθος…  Μας φέρανε και μαντίλι, στο τέλος, να κλείσουμε τα μάτια μας. Κανένας δεν το δέχτηκε. Μετά, ξεκίνησε ένας σιγανά να τραγουδά το ‘’έχε γεια καημένε κόσμε… έχε γεια γλυκιά ζωή…’’  Τον ακολουθήσαμε κι οι υπόλοιποι, με τα μάτια να τρέχουν τα δάκρυα ποτάμι.
»Ένας αξιωματικός με γαλόνια, που καθότανε παράμερα, έδωσε το σύνθημα κι αρχίσανε όλοι οι στρατιώτες μαζί να μας σημαδεύουνε έναν έναν. Εμένα με πήρε μια σφαίρα ξυστά στον ώμο κι έπεσα κάτω μες στον πανικό μαζί με τους άλλους. Ο διπλανός μου, έπεσε από πάνω μου και με σκέπασε με το ταλαίπωρο κορμί του γεμάτο αίματα. Αυτός μ’ έσωσε. Ο τελευταίος ήχος που χάιδεψε τ’ αυτιά μου, προτού λιποθυμήσω, ήταν το τρομαγμένο πέταγμα των πουλιών, που ‘χανε φωλιάσει στα δέντρα. Τρομάξανε κι αυτά από τα πολυβόλα, που μας γάζωναν ανελέητα, και πετάξανε μακριά απ’ τον θάνατο, να μην τον βλέπουν».
Ο παππούς σώπασε απότομα. Η ιστορία τέλειωσε. Συλλογιόταν, πώς θα του φαίνονταν, άραγε, του παιδιού όλα όσα άκουσε. Ψέματα θα του φανήκανε, υπέθεσε με το μυαλό του. Ιστορίες, παραμύθια… ψέλλισε μέσα απ’ τα δόντια του, όπως χάιδευε τρυφερά με τη ματιά του το δροσερό του πρόσωπο.
«Και μόνο εσύ ήσουνα τυχερός, παππού, και σώθηκες; Τους σκοτώσανε όλους;» τον ρώτησε ο εγγονός του με φωνή ραγισμένη απ’ τη συγκίνηση.
«Μονάχα εγώ… είδα τον ήλιο ν’ ανατέλλει ξανά και τα μπουμπούκια στις πορτοκαλιές ν’ ανθίζουνε… Για όλους τους άλλους, ήταν η τελευταία νύχτα» του είπε με κόπο και τον πήραν τα κλάματα, όπως τους έφερε ξανά έναν έναν στον νου του.
Το παιδί γύρισε και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, λες και γύρευε να τα διαβάσει. Κι ύστερα, αναλύθηκε σε λυγμούς και κούρνιασε στη γνώριμη, γέρικη αγκαλιά του. Τα χέρια του παππού τυλίχτηκαν, τρέμοντας, γύρω απ’ το εφηβικό κορμί και βάλθηκαν να του χαρίσουν ένα ακόμα στοργικό χάδι.  
«Θα με περιμένεις, παππού, να γυρίσω; Έτσι δεν είναι; Μου το υπόσχεσαι;» τραύλισε ο μικρός μες στον κόρφο του, ζητώντας μια επιβεβαίωση, για ν’ απαλύνει τον πόνο του.
Μονάχα ο Θεός, γιε μου, είναι σε θέση να γνωρίζει αν θ’ ανταμώσουμε ξανά… Αν η αποψινή  είναι η τελευταία  δικιά μας νύχτα… συλλογίστηκε εκείνος, μα δεν τόλμησε να το  ξεστομίσει στον εγγονό του. Δεν άντεχε ούτε αυτός αυτήν τη μαύρη σκέψη και την απόδιωξε αμέσως.
«Θα σε περιμένω, παιδί μου» τον σιγούρεψε κι έκλεισε τα μάτια του, να μην μπορέσει ο εγγονός του να τα διαβάσει.  

Νικολίτσα Μπλούτη Καράτζαλη

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Άγιο Γεώργιο, Λιβαδειάς. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ζω μόνιμα με την οικογένειά μου στη Λιβαδειά και ασχολούμαι με τη συγγραφή. Έχω εκδώσει δυο μυθιστορήματα. Το πρώτο με τίτλο «Όταν η σιωπή… μιλάει στα όνειρα», από τις πρότυπες εκδόσεις Πηγή και το ‘’Κάποτε… στον Παράδεισο’’, από τις εκδόσεις Όστρια. Διηγήματά μου δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικές λογοτεχνικές σελίδες -Λόγω Γραφής, culturagenda, Θεματοφύλακες βιβλίων- καθώς επίσης και στην τοπική εφημερίδα Βοιωτική ώρα. Το διήγημά μου με τίτλο «Το κίτρινο δάνειο» απέσπασε το Ά Βραβείο στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της ΕΤΕΠΚ το 2016 και το διήγημα με τίτλο «Τα φιλαράκια» διακρίθηκε με έπαινο στον ίδιο διαγωνισμό το 2017.