Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

31.10.17

Ένας άγγελος γεννιέται (Διήγημα) Μετά το Happy End

Ένας άγγελος γεννιέται

Είχαν περάσει κιόλας τρεις μέρες από τότε που η γιαγιά της την είχε πάρει από εκείνο τον κρύο δρόμο την Παραμονή των Χριστουγέννων. Βέβαια εκείνη δεν το καταλάβαινε. Ο χρόνος κυλούσε πολύ διαφορετικά εκεί που ήταν. Νόμιζε πως ήταν μέρα όλη την ώρα, γιατί όσο ζούσε φοβόταν το σκοτάδι και το κρύο που έφερνε μαζί  του. Έτσι, κάθε νύχτα, περίμενε καρτερικά να ξημερώσει. Και ήταν εκείνα τα πρώτα χρώματα της αυγής που έκαναν την ψυχή της να γαληνεύει. Γι’ αυτό τα έβλεπε τώρα συνέχεια και χαμογελούσε ευτυχισμένη και ξέγνοιαστη για πρώτη φορά. Άλλοι πάλι νόμιζαν πως ήταν συνέχεια μεσημέρι, ενώ αυτοί που αγαπούσαν το απόγευμα και το ηλιοβασίλεμα, το έβλεπαν παντού. Κανείς όμως δεν έβλεπε σκοτάδι.

Πολλά είχαν αλλάξει από όταν είχε έρθει. Αρχικά, είχε αλλάξει η ίδια. Τα μαλλιά της πάντοτε ξανθά και κυματιστά. Όμως δε γυάλιζαν πια χιονονιφάδες ούτε και σταγόνες βροχής πάνω σε αυτά. Δεν κολλούσαν πάνω στο μέτωπό της. Ήταν στεγνά κι όμορφα όπως πλαισίωναν το πρόσωπό της. Τα χείλη της είχαν σταματήσει να μελανιάζουν και να σκάνε από το κρύο και τις κακουχίες. Ήταν ρόδινα όπως και τα μάγουλά της. Τα ρούχα της είχαν αλλάξει κι αυτά. Ήταν ντυμένη με ένα όμορφο άσπρο φόρεμα με μακριά μανίκια και για πρώτη φορά φορούσε παπούτσια που της έκαναν. Ήταν ένα ζευγάρι γκρι μπότες με γούνα. Τα πρώτα της παπούτσια και τα πιο ξεχωριστά. Το δέρμα της κι αυτό καθαρό και ευωδιαστό, όπως τα λουλούδια της άνοιξης. Ναι, ήταν πολύ όμορφα εκεί που ήταν. Δεν ήξερε πού ακριβώς. Δεν τολμούσε να ρωτήσει, αν ήταν στον Παράδεισο, μήπως κι όλα αυτά εξαφανίζονταν κι εκείνη ξυπνούσε από το όνειρο ή την παραίσθηση. Γιατί, αν ήταν όνειρο και ξυπνούσε, θα επέστρεφε στον κρύο δρόμο χωρίς παπούτσια ή στο επίσης κρύο σπίτι χωρίς σόμπα ή φως. Καθόλου δεν ήθελε να ξυπνήσει.
Ύστερα δεν ήταν μόνο η ζέστη που δεν ήθελε να αποχωριστεί ή τα μοναδικά χρώματα της αυγής που δε χόρταινε να βλέπει. Υπήρχαν άνθρωποι που την αγαπούσαν και τη νοιάζονταν εκεί. Είχε τη γιαγιά της και φίλους, που ήταν σαν κι αυτήν, μόνο που είχαν φτερά. Κι εκείνη ήλπιζε να αποκτήσει και να πετάει μαζί τους εκεί που πήγαιναν κάθε μέρα. Δεν μπορούσαν να της πουν πού, αλλά μόνο πως θα μάθαινε, μόλις περνούσε τις Πύλες. Όμως, ακόμη και χωρίς φτερά, έπαιζαν όλοι μαζί. Και γελούσαν. Ναι, γελούσε. Της άρεσε αυτός ο ήχος που έβγαζε. Δε θυμόταν αυτόν τον ήχο, πριν φύγει από τον δρόμο, πριν φύγει από το σπίτι.
Τρεις ανθρώπινες μέρες κράτησε η αναμονή κι όμως της φάνηκαν σχεδόν αιώνες. Τρεις μέρες μέχρι να της ανατεθεί μια αποστολή, ένα καθήκον καλύτερα. Η γιαγιά της την πήρε γλυκά από το χέρι για να την οδηγήσει στις Πύλες. Δεν ήταν συνηθισμένη πόρτα, δεν είχε ούτε πόμολο ούτε και πορτόφυλλα. Μπορούσες να μπεις, αν σε είχαν καλέσει. Ο τρόπος που έμπαινες, ας πούμε απλώς, πως ήταν σχεδόν μαγικός. Πετώντας αγκαλιά, γιαγιά και εγγονή έφτασαν στον προορισμό τους. Η γιαγιά της χαμογέλασε πλατιά και τη φίλησε. Εκεί αποχαιρετίστηκαν οι δυο τους και η μικρή ξανθομαλλούσα πέρασε μέσα από τη συννεφένια πύλη σε ό,τι και αν βρισκόταν πίσω από αυτή. Το κορμί της είχε γίνει ξαφνικά ελαφρύ σαν πούπουλο και μια ολόλευκη λάμψη την έκανε να τυφλωθεί. Και τότε πέταξε και συνέχισε να πετάει, μέχρι που έφτασε μπροστά Του.
Η γιαγιά της δεν κατάφερε να περάσει τις πύλες, ούτε τότε ούτε και ποτέ ξανά δηλαδή. Είχε ήδη χάσει τα φτερά της, τη στιγμή που τα απέκτησε η εγγονή της. Κάθε επιλογή είχε και συνέπειες κι εκείνη το ήξερε αυτό. Το ήξερε και παρόλα αυτά έκανε αυτό που της έλεγε η καρδιά της. Γιατί άξιζε να τα χάσει όλα για να σωθεί ο μικρός της άγγελος. Έχασε τα φτερά της, την ιδιότητά της και θα έφευγε από τον Παράδεισο ξεχνώντας τα πάντα. Σε λίγα λεπτά η ψυχή της θα αποκτούσε νέο σώμα, νέα ζωή, πολύ πριν τη σωστή ώρα. Αλλά θα δεχόταν την τιμωρία, γιατί είχε σώσει αυτό το αθώο πλάσμα από έναν κόσμο γεμάτο ασχήμια. Έναν κόσμο που δεν ήταν έτοιμος ούτε και αρκετός για άτομα όπως εκείνη. Άτομα με καλοσύνη στην καρδιά και στο μυαλό. Άξιζε και με το παραπάνω. Φυσικά, δεν ήταν η μόνη που το πίστευε αυτό. Εκείνος, παρόλο που έπρεπε να την τιμωρήσει για το ατόπημά της, συμφωνούσε πως οι Μοίρες αργούσαν υπερβολικά να κόψουν το τελευταίο νήμα που κρατούσε τη μικρή στη ζωή. Όσο πονούσε εκείνη, πονούσε κι Αυτός. Όταν έμαθε πως την είχε φέρει μαζί της, την κάλεσε κοντά του. Της είχε ανακοινώσει το τίμημα, όμως είχε χαμογελάσει. Είχε χαμογελάσει ανεπαίσθητα και με μια ματιά τής είχε πει όλα αυτά που δεν μπορούσαν να πουν τα λόγια. Την είχε διαβεβαιώσει με αυτόν τον τρόπο πως η επιλογή της ήταν η σωστή.
Χαμένη σε τέτοιες σκέψεις άργησε να παρατηρήσει πως η μορφή της είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Η διαδικασία είχε ξεκινήσει και δεν υπήρχε γυρισμός. Δύο ήταν οι τελευταίες της επιθυμίες προτού η απόλυτη ουσία της, η ψυχή της, λάβει την αρχική της μορφή και γυρίσει πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Ευχήθηκε η εγγονή της να ήταν ευτυχισμένη και το δικό της ταξίδι να ήταν πιο όμορφο αυτή τη φορά. Ύστερα όλα χάθηκαν.
Στο μεταξύ, το κοριτσάκι που άλλοτε πωλούσε σπίρτα, βρισκόταν τώρα μπροστά Του. Εκείνος χαμογέλασε γλυκά, όταν της είπε τι είχε γίνει. Τι είχε κάνει η γιαγιά της, γιατί ήταν εκεί, ποιος ήταν ο ρόλος της. Χαμογελούσε και έτσι εκείνη δε φοβόταν. Δε φοβόταν, γιατί ήξερε πως η γιαγιά της θα ήταν καλά κι εκείνος θα την προστάτευε. Δε φοβόταν, γιατί ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Έπρεπε να ακολουθήσει τα βήματά της και να κάνει τη ζωή μερικών όσο καλύτερη γινόταν, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε πως έπρεπε να τους πάρει τη ζωή και να τους δώσει μια άλλη. Ο πρώτος της προορισμός ήταν ένα παιδικό νοσοκομείο. Εκεί βρισκόταν ένα αγόρι που πάλευε και προσπαθούσε. Όμως είχε πονέσει, είχε κουραστεί. Κι εκείνη θα τον βοηθούσε να αποχαιρετήσει τους γονείς του και να γνωρίσει  ένα καλύτερο αύριο.

Χαρούμενη έφυγε από τις Πύλες κι άρχισε κιόλας το ταξίδι για τη Γη. Εκείνος έμεινε να την κοιτάει. Όχι ακριβώς εκείνη, μα το μελλοντικό της εαυτό. Μια μέρα, όχι πολύ σύντομα, θα έφτανε και για εκείνη η στιγμή που θα επέλεγε να δώσει τα φτερά της για να σώσει κάποιον σε μια πράξη απόλυτης ανιδιοτέλειας. Και τότε, ένα νέο ταξίδι θα ξεκινούσε γι’ αυτή. Ένα αιώνιο ταξίδι που θα επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά. Ένα γάργαρο γέλιο του ξέφυγε. Πράγματι, το επόμενο ταξίδι θα αργούσε, αλλά θα ήταν πολύ όμορφο. Και το ξανθομάλλικο κορίτσι θα έκανε καλύτερο τον κόσμο, όχι όλο, μα μόνο το μερίδιο που της αντιστοιχούσε. Και θα τον έκανε ίσως και παραπάνω από καλύτερο. Θα τον έκανε ευτυχισμένο. 

Τέλος

Έλενα Παπαδοπούλου