Η καλοτυχία του γκι, της Γεωργίας Κρίκη

«Όχι, Αυγή! Είναι ένας φαντασμένος αλαζόνας», μου έλεγε η Άρια νευριασμένη καθώς χτυπούσα την πόρτα του Αχιλλέα.

Τα χέρια μας ήταν γεμάτα σακούλες με τον στολισμό και τα υλικά για τα φαγητά που θέλαμε να φτιάξουμε για τα Χριστούγεννα την αποψινή βραδιά. Το χιόνι έπεφτε νωχελικά, αλλά λίγο πιο πυκνό σε αυτό το υψόμετρο. Λάτρευα αυτό το χωριό σε κάθε εποχή του. Η Χασιά μπορεί να ήταν λίγη ώρα έξω από την Αθήνα, αλλά παρέμενε χωριό.

«Δεν έχετε βαρεθεί όλη αυτή την κόντρα τόσα χρόνια; Από το δημοτικό πάει αυτή η ιστορία. Μήπως φέτος να κάνατε μια ανακωχή;» της πρότεινα όταν η πόρτα άνοιξε απότομα.

Μπροστά μας στεκόταν ο Λουκάς, φορώντας μόνο μια αθλητική  φόρμα από κάτω. Σαν προσωπικός γυμναστής έπρεπε να διατηρείτε σε άριστη φόρμα. Το μυώδης γραμμωμένο του σώμα ήταν σε κοινή θέα και έφερνε πάντα σε δύσκολη θέση την Άρια. Ήμουν σίγουρη πώς αν την κοιτούσα, τα χείλη της θα ήταν μια λεπτή γραμμή. Ο Λούκας το γνώριζε ότι γι’ αυτόν τον λόγο είχαν γίνει επικοί καυγάδες και το έκανε επίτηδες με κάθε ευκαιρία για να την τσιγκλήσει. Το χαμόγελο στα χείλη του μπορώ να πω ότι ήταν περισσότερο σατανικό. Ήμουν σίγουρη πώς είχε βγάλει την μπλούζα του, λίγα δεύτερα πριν ανοίξει την πόρτα.

«Αυγή! Πόσο σου πάει αυτή η μπλούζα!» είπε παίρνοντας τα ψώνια από τα χέρια μου, αδιαφορώντας για την φίλη μας.

«Ευχαριστώ», είπα με ανακούφιση ανοιγοκλείνοντας τις παλάμες μου.

Υπέφεραν από την δουλειά και δεν είχε τελειώσει η εορταστική περίοδος.

«Έι! Πόσο γάιδαρος είσαι;» του είπε η Άρια όταν τον είδε να μας γυρίζει την πλάτη.

«Τι θες Αέρος;» την ρώτησε χωρίς να γυρίσει να της ρίξει ούτε ένα βλέμμα καθώς κατευθυνόταν στην κουζίνα.

Χαμογέλασα ακούγοντας ακόμα μια φορά το παρατσούκλι που της είχε βγάλει όταν μας ανακοίνωσε ότι θα γινόταν αεροσυνοδός. Έκλεισα πίσω μου την εξώπορτα πριν τους ακολουθήσω.

«Υπάρχει λόγος να σε βοηθήσω;» την ρώτησε με βλέμμα αδιαφορίας καθώς άδειαζε το περιεχόμενο από της σακούλες. «Το μόνο που κάνεις είναι να σκύβεις πάνω από τους ανθρώπους και να τους ρωτάς ‘Νερό ή Κρασί;’. Δεν είναι κουρασμένα τα χέρια σου από τις πολλές ώρες δουλειάς όπως της Αυγής. Εσύ το μόνο που κάνεις είναι να είσαι μια γλάστρα που περιφέρεται μέσα σε ένα αεροπλάνο», κατέληξε με αδιάφορο βλέμμα.

«Άι γαμήσου μαλάκα», του είπε και βγήκε από την μπαλκονόπορτα με νεύρα.

«Μπορείτε να μου εξηγήσετε γιατί το κάνετε αυτό», τον ρώτησα κοιτάζοντας την Άρια να κατευθύνετε προς το κιόσκι του κήπου.

«Μα δεν την άκουσες τι είπε; Απαιτεί πράγματα που δεν στέκουν. Την ίδια κούραση έχεις εσύ με αυτή;»

«Τι συμβαίνει; Γιατί όλος αυτές οι φωνές;» άκουσα τον Αχιλλέα από πίσω μου.

Έριξα μια ματιά πάνω από τον ώμο μου και το σαγόνι μου κόντεψε να πέσει στο πάτωμα. Ο Αχιλλέας μόλις είχε βγει από το μπάνιο με μια πετσέτα τυλιγμένη χαμηλά γύρω από την μέση του. Με μια άλλη στο χέρι έτριβε τα βρεγμένα του μαλλιά. Το στήθος του γυμνό και μικρές στάλες από το νερό ήταν ακόμα σε κάποια σημεία πάνω στο γυμνό του δέρμα. Οι δυο φίλοι μας είχαν παρόμοια κορμιά αλλά αυτό που μου έκοβε πάντα την ανάσα ήταν του Αχιλλέα.

«Τα συνηθισμένα», δήλωσα όταν στράφηκα μπροστά μου. «Γι’ ακόμα μια φορά ο φίλος μας τα έβαλε με την Άρια», το βλέμμα μου στάθηκε στον Λουκά ο οποίος με κοιτούσε με τα σοκολατένια μάτια του.

Μετά από τόσα χρόνια είχα μάθει να κρύβω καλά τα συναισθήματά μου από όλους. Ήταν η πρώτη φορά που ο Λουκάς με κοιτούσε τόσο έντονα. Ο Αχιλλέας πέρασε από δίπλα μου και στα ρουθούνια μου έσκασε το αφρόλουτρό του. Κράτησα την ανάσα μου προσπαθώντας να ηρεμήσω το ξέφρενο χτυποκάρδι μου. Στιγμές από εκείνο το βράδυ εισέβαλαν στο μυαλό μου και η αίσθηση των χεριών του πάνω στο κορμί μου με αποσυντόνισαν. Καθάρισα το λαιμό μου και ξεκίνησα να συγκεντρώνω τον στολισμό.

«Πες μου ότι δεν την έκανες να φύγει;» ρώτησε τον Λουκά με έμφαση.

«Όχι, ρε μαλάκα. Η Drama Queen είναι έξω και δεν υπάρχει περίπτωση να απομακρυνθεί όταν ξέρει ότι θα γίνει πάρτι», είπε αδιάφορα.

«Για να ξέρεις… Σκεφτόταν να μην έρθει», τον πληροφόρησα. «Μπορεί να σου αρέσει-»

«Να μου αρέσει;» ρώτησε με αποστροφή.

«Μην βιάζεσαι», του είπα γυρνώντας τα μάτια με αγανάκτηση στο ταβάνι. «Μπορεί να σου αρέσει να την κουρδίζεις, αλλά είναι άνθρωπος και έχει συναισθήματα. Δεν μου έχει πει κάτι, αλλά τελευταία κάτι την απασχολεί και δεν είναι καλά τον τελευταίο καιρό. Το μόνο που θέλω είναι να περάσει ήρεμα και χαρούμενα Χριστούγεννα», τον κοίταξα παρακλητικά. «Κάνε ανακωχή μόνο για τις γιορτές. Κάνε το για χάρη μου» τον παρακάλεσα.

Τον είδα να ακουμπά με τον γοφό του την άκρη του πάγκου και τα μπράτσα διπλωμένα να το σκέφτεται. Ξεστόμισε μια βρισιά, πήρε το φούτερ που είχε ρίξει πάνω στον καναπέ και βγήκε και εκείνος έξω.

Έκανα να ακολουθήσω και εγώ αλλά με σταμάτησε ο Αχιλλέας πιάνοντάς με απαλά από το μπράτσο.

«Άστους για λίγο μόνους. Μπορεί να τα βρούνε επιτέλους ή να κάνουν την ανακωχή που λες», είπε σιγά καθώς με κοιτούσε στα μάτια.

Τα μελί του μάτια με υπνώτιζαν κάθε φορά όπως και τώρα. Ο αντίχειράς του έτριψε το μπράτσο μου ασυναίσθητα. Μια ανατριχίλα απλώθηκε στο κορμί μου. Την επόμενη στιγμή με άφησε και πέρασε πίσω από τον πάγκο της κουζίνας.

«Λίγες ώρες τους δίνω», είπε με χαμόγελο και άλλη διάθεση.

«Εγώ πιστεύω μέχρι την αλλαγή του χρόνου».

Το βλέμμα του βρήκε το δικό μου. «Είσαι πολύ αισιόδοξη στο να κρατήσει η ανακωχή μέχρι τότε».

«Κωλώνεις;» τον προκάλεσα.

Χαμογέλασε με νόημα. «Ούτε καν! Θα είναι το ευκολότερο στοίχημα που θα σου έχω πάρει», κατέληξε και άπλωσε το χέρι του για να σφραγίσουμε την συμφωνία.

Κοίταξα την παλάμη του. Για γραφίστας τα χέρια του ήταν αρκετά σκληραγωγημένα και οι παλάμες του αρκετά μεγάλες, αν και μπορούσαν να σε αγγίξουν με τρομερή απαλότητα.

«Κωλώνεις;» μου ανταπέδωσε την ερώτηση, μη γνωρίζοντας την αλλαγή κατεύθυνσης των σκέψεών μου.

«Πάει το στοίχημα», είπα με σιγουριά πιάνοντας το χέρι του. «Θα μου φτιάξεις το χάος στον υπολογιστή μου, θα κάτσεις να σου κάνω μια πλήρη περιποίηση προσώπου και θα έχω πέντε μασάζ σε όποιο σημείο θέλω εγώ», είδα το χαμόγελό του να χάνεται και να κοκκαλώνει. «Εντάξει θα είμαι ελαστική μαζί σου. Ξέρω ότι σιχαίνεσαι τα πόδια και θα είναι μια περιοχή που δεν θα πλησιάσεις», του είπα κλείνοντας με νόημα το μάτι. «Εγώ τι πρέπει να κάνω;» ρώτησα κοιτάζοντάς τον. «Αχιλλέα», κούνησα μπροστά του το άλλο χέρι μου.

«Τι;»

«Τι, τι; Δεν με άκουγες τόση ώρα τι σου μιλούσα;»

Καθάρισε τον λαιμό του και κούνησε το κεφάλι του. «Ναι, σε άκουσα. Χάος, πρόσωπο και μασάζ», με επιβεβαίωσε.

Συνέχισε να με κοιτά στα μάτια χωρίς να μου δώσει απάντηση.

«Αχιλλέα; Θα μου πεις τι θα κερδίσω εγώ;»

«Τι θα χάσεις θες να πεις», είπε με μια υποψία χαμόγελου.

«Είχα μια προσδοκία», είπα ανασηκώνοντας τους ώμους μου.

«Δύσκολα να με πιάσεις στον ύπνο», είπε και την επόμενη στιγμή το μετάνιωσε. Η αλήθεια ήταν ότι και οι δυο μας είχαμε πιαστεί κυριολεκτικά στον ύπνο. Το χέρι του έσφιξε ανεπαίσθητα το δικό μου. Ξερόβηξε και συνέχισε. «Θα μου φτιάξεις τρεις πίτες και θέλω αυτά τα χειροποίητα λουλούδια που φτιάχνεις».

«Μόνο;» ρώτησα με ανασηκωμένο το ένα μου φρύδι. «Πού είναι η παγίδα;» τον κοίταξα καχύποπτα.

«Θέλω πενήντα κομμάτια από αυτά», είπε με ένα αθώο χαμόγελο στα χείλη.

«Σκατά», ψέλλισα αφήνοντας το χέρι του.

Ήταν μια διαδικασία που έπαιρνε χρόνο και εγώ δεν είχα πολύ στην διάθεσή μου τις επόμενες μέρες. Αν έχανα το στοίχημα.

«Ξεκίνα να υπολογίζεις τις ώρες που θα τα φτιάχνεις», είπε με ένα γελάκι πάνω από τον ώμο του καθώς πήγαινε στο δωμάτιό του για να ετοιμαστεί.

Στράφηκα προς την μπαλκονόπορτα και είδα τους δύο φίλους μας να μιλούν έντονα. Ένας ελαφρύς βρυχηθμός βγήκε από μέσα μου με παράπονο.

 

Το πάρτι είχε στεφθεί με επιτυχία. Ο μπουφές και ο στολισμός είχαν κλέψει την παράσταση. Είχα ετοιμάσει πίτες, μπουρεκάκια και πολλά γλυκά με πρωταγωνιστές τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες. Αυτό που εντυπωσίασε όλους ήταν η ιδέα της Άρια με τα κρεμαστά γκι από το ταβάνι. Μου έκανε ολόκληρη διάλεξη για την διαφορά του Γκι με τους λευκούς καρπούς και του Αρκουδοπούρναρου με τους κόκκινους καρπούς. Εκείνη επέλεξε το γνήσιο γκι να κρεμάσει για να φέρει καλοτυχία και αγάπη σε όποιος σταθούν από κάτω. Ένα σουηδικό έθιμο που δεν έχουμε εδώ στην Ελλάδα, αλλά όλο το βράδυ είχε μεγάλη απήχηση με ζευγάρια να φιλιούνται από κάτω. Ο Λουκάς δεν έχανε την ευκαιρία και μοίραζε φιλιά, ενώ η Άρια από την άλλη απέφευγε μεθοδικά όλα τα σημεία.

Η ώρα ήταν τέσσερις τα ξημερώματα και είχαν φύγει όλοι οι καλεσμένοι. Είχαμε πάρει από μια σακούλα ο κάθε ένας και μαζεύαμε τον χαμό που είχε γίνει. Η Άρια ήταν αρκετά μεθυσμένη, αλλά ήταν τελείως διαφορετική από τις άλλες φορές που ήταν μέσα στην ζωντάνια. Προσπάθησα πολλές φορές να πιάσω κουβέντα μαζί της, αλλά κάθε φορά ξαφνιαζόταν και μου χαμογελούσε κουρασμένα. Αμέσως μετά επέστρεφε στις σκέψεις της, χωρίς να πει κουβέντα.

«Δεν μπορώ να καταλάβω τι της συμβαίνει», μουρμούρησα.

«Προσπάθησα και εγώ να την πλησιάσω, αλλά μου έλεγε ότι ‘Όλα είναι τέλεια’», άκουσα δίπλα μου τον Αχιλλέα ανήσυχο και προβληματισμένο.

Κρατούσαμε μια μικρή απόσταση ασφαλείας από εκείνο το βράδυ και αυτό είχε ξεκινήσει να με κουράζει. Πώς μπορούσαμε να είμαστε ίδιοι με πριν; Πώς γινόταν να σβήσω την μνήμη που ήταν τόσο ζωντανή μέσα μου; Πώς μπορούσα να βγάλω την αίσθηση των χειλιών του πάνω από το δέρμα μου; Αισθανόμουν ότι τον έχανα… ότι απομακρυνόμασταν. Γι’ αυτό δεν είχα πει ποτέ τίποτα για τα αισθήματά μου.

«Και εγώ προσπάθησα να την κάνω να μου πει τι έχει και μου είπε να μην ανακατεύομαι», άκουσα τον Λουκά να λέει δίπλα μου.

«Πρέπει να έχει να κάνει με την δουλειά της», είπα σκεφτική.

«Έκλαιγε», ξεστόμισε σιγά ο Λουκάς και στραφήκαμε προς το μέρος του. «Όταν την βρήκα στο κιόσκι έκλαιγε. Όταν έφτασα κοντά και την ρώτησα μου είπε ότι το φαντάστηκα».

«Μήπως όντως το φαντάστηκες; Δεν έχω δει ποτέ την Άρια να κλαίει», ανέφερα.

«Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα και στα χέρια της κρατούσε χαρτομάντιλο. Όταν της το είπα με έβρισε και μου είπε να επιστρέψω στο σπίτι. Δεν μπορούσε άλλο ψεύτικο ενδιαφέρον. Πιστεύει ότι το παίζω που ενδιαφέρομαι για εκείνη είπε», κατέληξε σκεφτικός.

«Και άλλες φορές έχετε τσακωθεί και πολύ χειρότερα, αλλά τώρα είναι σαν ζόμπι. Όλο το βράδυ τραγουδούσε, χόρευε και μιλούσε με όλους. Τώρα είναι σαν να έχει σβήσει όλη αυτή η ζωντάνια. Μήπως να την πείραξε το ποτό; Μήπως έχει κάνει πολύ κατανάλωση από το κρασί που έφερε ο γείτονας;» ρώτησε ο Αχιλλέας.

«Μπορεί όλο το βράδυ να ήταν ευδιάθετη με ένα ποτήρι στο χέρι, αλλά δεν έχει πιει στάλα από οινόπνευμα. Και έχω την εντύπωση ότι όλη αυτή η συμπεριφορά ήταν προσποίηση», μας πληροφόρησε ο Λουκάς.

«Είσαι σίγουρος», τον ρωτήσαμε έκπληκτοι και οι δυο.

«Ναι. Είμαι σίγουρος», είπε χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω της.

Για λίγα λεπτά στεκόμασταν εκεί βυθισμένοι στις σκέψεις μας να παρατηρούμε την Άρια που έκανε νωχελικές και άσκοπες κινήσεις. Άξαφνα άκουσα ένα σιγανό μούγκρισμα από την πλευρά του Λουκά που με ξάφνιασε τόσο που έπεσα πάνω στον Αχιλλέα. Εκείνος με έπιασε από τους ώμους γερά για να με στηρίξει. Μείναμε να κοιτάζουμε τον Λουκά να πλησιάζει αποφασιστικά την Άρια.

Εκείνη δεν τον πήρε χαμπάρι μέχρι που έπεσε πάνω του. Την έπιασε από την μέση και την σταθεροποίησε. Τα μάτια της βρήκαν τα δικά του, αλλά δεν είπαν τίποτα.

«Γεια σου», τον ακούσαμε να της λέει σιγά.

«Γεια», απάντησε στον ίδιο τόνο.

«Στεκόμαστε κάτω από ένα γκι», την πληροφόρησε.

Τα μάτια της στράφηκαν προς τα πάνω και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα άλλαξε η στάση του σώματός της. Σαν να ξύπνησε, σαν να επέστρεψε από εκεί που είχε πάει το μυαλό της.

«Επιδειξία, πάρε τα χέρια σου από πάνω μου», του είπε με θυμό.

Άφησε τα χέρια του να πέσουν στο πλάι, αλλά δεν απομακρύνθηκε κανένας τους.

«Τι έγινε Αέρος; Δική σου ιδέα ήταν όλο αυτό», την κατηγόρησε δείχνοντας το ταβάνι.

«Ναι ήταν», παραδέχτηκε. «Και είχε και μεγάλη επιτυχία» τον ενημέρωσε και έκανε να απομακρυνθεί.

«Κότα», είπε μόνο ο Λουκάς.

Αυτή ήταν πρόκληση και η Άρια δεν μπορούσε να πει όχι στις προκλήσεις. Επίσης δεν την είχε πει ποτέ και κανένας κότα. Ήταν πάντα μέσα σε όλα και ο Λουκάς πατούσε πάντα επιδέξια το κουμπί της.

«Τι είπες;»

«Σε είπα κότα. Όλο το βράδυ αποφεύγεις να κάτσεις κάτω από ένα γκι και τώρα που έγινε σηκώνεσαι και φεύγεις χωρίς να με φιλήσεις. Με αυτόν τον τρόπο διώχνεις την τύχη και την αγάπη από την ζωή σου, μόνο και μόνο επειδή είμαι εγώ αυτός που πρέπει να φιλήσεις», ανασήκωσε τους ώμους. «Είσαι κότα», την ξαναπροκάλεσε.

Κάτι στα μάτια της άστραψαν πριν στραφεί προς το μέρος του και τον πλησιάσει. Στάθηκε μόλις λίγα εκατοστά μπροστά του και κοίταξε το γκι με σφιγμένα χείλη.

Το χαμόγελο του Λουκά έσβησε όταν τον έπιασε από το πουκάμισο του και τον τράβηξε προς το μέρος της. Τα χείλη τους ενώθηκαν με ένα άγριο φιλί που τους άφησε και τους δυο ξέπνοους όταν σταμάτησαν.

«Κανείς δεν με έχει αποκαλέσει κότα», ήταν το μόνο που είπε πριν βγει από την πόρτα με τα πράγματά της.

Ο Λουκάς στράφηκε προς το μέρος μας με μπερδεμένο βλέμμα. «Πρέπει να φύγω», είπε μουδιασμένα και πριν βγει κλείσει την πόρτα μας κοίταξε. «Αυτό είναι τύχη», είπε δείχνοντας με το βλέμμα του προς τα πάνω και έκλεισε την πόρτα απαλά πίσω του.

Εγώ και ο Αχιλλέας δεν είχαμε σαλέψει από τις θέσεις μας μπροστά σε αυτό που μόλις είχαμε δει. Ένιωθα το ζεστό σκληρό του στέρνο πίσω στην πλάτη μου και τα χέρια του ακόμα κρατούσαν τους ώμους μου. Δεν είχαμε βγάλει άχνα καθόλη την διάρκεια της σκηνής που είχε εξελιχθεί μπροστά μας. Ένιωσα τον Αχιλλέα να στρέφει το κεφάλι του προς τα επάνω και οι παλάμες του με έσφιξαν ελαφρά. Στράφηκα και εγώ να δω αν οι υποψίες μου ήταν βάσιμες.

Ήταν γεγονός, στεκόμασταν κάτω από ένα γκι.

«Αν το αγνοήσουμε μπορεί να μας φέρει γρουσουζιά», τον άκουσα να λέει.

«Ναι. Το πιο πιθανό», είπα όταν το καυτό του βλέμμα βρήκε το δικό μου.

«Δεν το θέλουμε αυτό», ψιθύρισε όταν κοίταξε τα χείλη μου.

«Δεν το θέλουμε», συμφώνησα στον ίδιο τόνο.

Με έστρεψε προς το μέρος του σιγά.

Η καρδιά μου έχασε κάποιους χτύπους και αμέσως μετά χτυπούσε τόσο έντονα που είχα την εντύπωση ότι θα έβγαινε έξω από το στήθος μου.

«Μπορώ;»

«Ναι», απάντησα σιγά.

Έκλεισε απαλά το πρόσωπό μου μέσα στις παλάμες του και πλησίασε τα χείλη μου αποθέτοντας ένα απαλό φιλί.

Απομακρύνθηκε λίγα εκατοστά για να με κοιτάξει και ξανά χαμήλωσε αναζητώντας και ερευνώντας περισσότερα. Με τρεμάμενα χέρια τον τράβηξα πιο κοντά μου και εκείνος πέρασε το ένα του χέρι στην μέση μου σφίγγοντάς με πάνω του.

Όσα είχα να του δώσω τώρα, αυτή την στιγμή τα ερεύνησε με τα χείλη του απαλά. Δεν μου έφτανε. Δεν του έφτανε. Η γλώσσα του χάιδεψε αισθησιακά τα όρια του στόματός μου. Άνοιξα για να μπει απαλή του γλώσσα για να χορέψει σε ένα απαλό ρυθμό. Χρόνια λαχταρούσα να γευτώ το φιλί του και να που τώρα είχα την ευκαιρία. Μόνο για σήμερα. Μόνο για απόψε. Μόνο για τώρα. Με το γκι πάνω από τα κεφάλι μας.