Η νύχτα που ο παράδεισος έπεσε (Κεφάλαιο 32) - "My true self"

 Damian’s POV

«Δε... δε θέλω να σε ρίξω...» ψέλλισα. Από πότε εγώ ψέλλιζα; Ακούμπησα την παλάμη μου που έκαιγε στο δροσερό της δέρμα, ακριβώς πάνω από τη θέση της καρδιάς και χαμήλωσα το βλέμμα. Η Λιλιάνα ήταν ξαπλωμένη ακριβώς από κάτω μου με το βλέμμα της να με καίει από όπου περνούσε. Ένιωσα τα λεπτά δάχτυλά της να αγγίζουν το μάγουλό μου και τα μάτια μου καρφώθηκαν στα δικά της. 
«Δεν καταλαβαίνεις έτσι;» με ρώτησε γλυκά, αλλά η φωνή της, βαθιά από τον πόθο, απλά ενέτεινε τη φωτιά μέσα μου σε συνδυασμό με τον δείκτη της που διέγραφε αργούς κύκλους στο στομάχι μου. «Με έχεις ήδη ρίξει...» ψιθύρισε, ενώ κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου. Το κορμί μου σκέπασε το δικό της και ένας απαλός αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της.
Τα νύχια της βυθίστηκαν στη φλεγόμενη σάρκα, λίγο πιο κάτω από τη μέση μου. Ένιωθα τις φλέβες στους πήχεις μου να φουσκώνουν, ενώ προσπαθούσα να κρατήσω το βάρος μου, ενώ βύθιζα το κορμί μου στο δικό της. Ήθελα να βλέπω το όμορφο πρόσωπό της σε όλη την διάρκεια. Η Λιλιάνα μόρφασε από ανυπομονησία και έμπηξε πιο βαθιά τα νύχια της κερδίζοντας ένα βαθύ βογκητό από εμένα που έφερε ένα αξιολάτρευτο κοκκίνισμα στα μάγουλά της. Μια μίξη πόνου και απόλαυσης, ενώ το κορμί της γινόταν ένα με το δικό μου κάνοντάς με να θέλω να μπήξω τα νύχια μου στο δέρμα μου. Αντ’ αυτού βύθισα τους κυνόδοντες μου στα χείλη μου.
«Γαμώτο, Λιλιάνα...» αναστέναξα ενώ δυο σταγόνες αίματος από την πληγή στο χείλος μου έπεφταν πάνω στο δικό της. Πριν προλάβω να αντιδράσω, η γλώσσα της είχε ήδη μαζέψει το κόκκινο υγρό. Τα μάτια μου γούρλωσαν, ενώ εκείνη χαμογέλασε γουργουρίζοντας ευχαριστημένη. Κινήθηκα πιο γρήγορα, πιο απότομα, πιο δυνατά. Οι αναστεναγμοί της έγιναν βαθιά βογκητά και κορυφώθηκαν σε κραυγές απόλαυσης. Προσπαθούσα με όλη μου τη δύναμη να βρω το κουράγιο να συνεχίσω να το κρατάω σε «ανθρώπινα» όρια την ίδια στιγμή που το μόνο που ποθούσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ήταν να ξεδιπλώσω τα φτερά μου και να τελειώσω μέσα της την ίδια στιγμή, μαρκάροντας τη σαν δική μου. Ποτέ δεν είχα αισθανθεί ξανά αυτήν την ανάγκη και το απέφευγα όπως ο αδερφός μου το λιβάνι. Να μαρκάρω μια γυναίκα - ή έναν άντρα- σαν δικό μου... Ήταν πολύ μεγάλη δέσμευση. Ο άνθρωπος υπήρχε περίπτωση να εθιστεί σε εμένα και να φτάσει μέχρι και στο σημείο να αφαιρέσει την ίδια του τη ζωή, εάν αυτό σήμαινε ότι θα με έβλεπε ξανά. Αυτό φυσικά προϋπέθετε να ήξερε τι ήμουν πραγματικά, πράμα που είχα φροντίσει επιμελώς να αποκρύψω από όλους τους ερωτικούς μου παρτενέρ. Όσο για τις γυναίκες... Δεν ήθελα δεκάδες χιλιάδες σπόροι μου να τριγυρνούν δεξιά και αριστερά, σκορπίζοντας τον χαμό και πηδώντας γυναίκες που δικαιωματικά ανήκαν σε εμένα. Όσο για τα φτερά... Ήταν ταμπού. Μεγάλο ταμπού. Κανένας άνθρωπος δεν έπρεπε να δει τα φτερά μας σε μια τέτοια «ευάλωτη» στιγμή. Εάν έβγαζα τα φτερά μου, ναι μεν θα είχα την απόλυτη ηδονή, όμως ο παρτενέρ μου θα έβλεπε την αληθινή μου φύση. Σε κάποια περιστατικά οι άνθρωποι είχαν λιποθυμήσει από φόβο ή χειρότερα, είχαν χάσει τις ζωές τους, όταν οι δαίμονες δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να κρύψουν τα πραγματικά τους πρόσωπα. Όμως η Λιλιάνα... Κοίταξα τα κλειστά της βλέφαρα, το μισάνοιχτο στόμα της και την καμπύλη του λαιμού της που είχε τεντώσει, όπως και το υπόλοιπο σώμα της, προσπαθώντας να βρει την λύτρωση καθώς χτυπούσα έμπειρα και μεθοδικά τα πιο καίρια σημεία της ανατομίας της και, ναι, ήθελα να τα κάνω όλα σε εκείνη. Να τη μαρκάρω. Να τη γεμίσω. Να την κάνω δική μου και μόνο δική μου. Κανένας άλλος εκτός από εμένα να μην νιώσει τη ζεστή, υγρή σάρκα της γύρω του. Κανένας εκτός από εμένα να μην ακούει τα βογκητά και τους αναστεναγμούς τής απόλαυσής της. Αυτός ο Άαρον, καθώς και όσοι προϋπήρχαν πριν από εμένα, δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν τι είχαν στο κρεβάτι τους. Και τι έχασαν, γιατί τώρα που εγώ την είχα νιώσει, δε θα άφηνα κανέναν να την ακουμπήσει ξανά. Ρούφηξα απαλά το σαγόνι της και άφησα ένα μικρό, ανεπαίσθητο, κόκκινο σημάδι, πριν τα χείλη της βρουν τα δικά μου και με τραβήξει σε ένα μακρόσυρτο φιλί γεμάτο γλώσσες και βογκητά. Όσο για τα φτερά μου... Η Λιλιάνα έφερε ύπουλα το πόδι της πάνω από τη γάμπα μου και με μια απότομη, αλλά επιδέξια κίνηση, βρέθηκε από πάνω μου, με το κορμί της πλήρως εκτεθειμένο στο αχόρταγο βλέμμα μου. Κινήθηκε αργά, βασανιστικά και, όταν έκανα να την πιάσω για να κινηθούμε πιο γρήγορα, εκείνη χρησιμοποιώντας τους γοφούς της σηκώθηκε τόσο, ώστε μόνο η άκρη μου να είναι μέσα της. «Για όνομα, γυναίκα...» Η Λιλιάνα άνοιξε τα μάτια της αργά. Το αγγελικό πράσινο χρώμα φωσφόριζε πιο δυνατά και από το φως της Πανσελήνου σε νύχτα με καθαρό ουρανό. Το πλάσμα, η δύναμη που της είχε προσφερθεί από τη γέννησή της και είχε ξεκλειδώσει σε εκείνο το στενό, όταν είχα στείλει τον δαίμονα στο κατόπι της, έδινε ένα γαλάζιο, λαμπερό χρώμα στις φλέβες που διέτρεχαν όλο το κορμί της. Έλαμπε στην κυριολεξία και μου χαμογέλασε συνωμοτικά. Την κοιτούσα μαγεμένος, ανήμπορος να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Ήταν τόσο όμορφη. Τόσο αιθέρια. Τόσο μοναδική. Και ήταν δική μου. Για τώρα. Για απόψε. Για πάντα.
«Σου αρέσει τώρα το αργό βασανιστήριο;» Γλίστρησε πάλι το κορμί της γύρω μου και έγειρα το κεφάλι μου πίσω, βρίζοντας δυνατά και άρπαξα τους γοφούς της για να την καθοδηγήσω στον ρυθμό μου. Άκουσα τον απαλό ήχο των φτερών και το κορμί μου κοκκάλωσε. Δεν μπορεί... Δεν ήταν δυνατόν! Ασφάλισα τα βλέφαρά μου πιο σφιχτά, αλλά η Λιλιάνα δε συμμεριζόταν την απόγνωση που με κυρίευε. Κινήθηκε πιο δυνατά, πιο γρήγορα, οι μύες της με έκλειναν ολοένα και περισσότερο και ένιωθα την ηδονή του οργασμού της να πλησιάζει απειλητικά τον δικό μου. Έπρεπε, έπρεπε να ανοίξω τα καταραμένα τα μάτια μου! Να τη δω, ενώ τελείωνε. Να δω την πλήρη έκσταση να χαράζεται στο πανέμορφο πρόσωπο της και να είμαι εγώ αυτός που της τη χάριζε! Γρύλισα από απόγνωση και άνοιξα τα βλέφαρα μου αναθεματίζοντας την ώρα και τη στιγμή που δημιουργήθηκα και αντίκρυσα το απόλυτο.... Τα ολόχρυσα φτερά της, μεγαλύτερα από ότι ήταν ποτέ τα δικά μου ακόμα και σαν Αρχάγγελος, εκτείνονταν από πάνω μου αγγίζοντας σχεδόν τους τοίχους δίπλα μας. Το κεφάλι της ήταν ριγμένο πίσω, ενώ ο καταρράκτης των μαλλιών της κύκλωναν το πρόσωπό της σαν το πιο λαμπρό φωτοστέφανο. Τα κατακόκκινα χείλη της επαναλάμβαναν το όνομά μου σαν προσευχή, ενώ το κορμί της με έσφιξε σε ασφυκτικό βαθμό και το χέρι της μπλέχτηκε με το δικό μου. Ένας χείμαρρος  συναισθημάτων με κατέκλυσε, ενώ το κεφάλι της έπεφτε στον ώμο μου και τα χείλη της πλησίασαν το αυτί μου. «Τέλειωσε μαζί μου» ψιθύρισε και ήταν αρκετό, ώστε να με κάνει να χτυπήσω το όριό μου. Σήκωσα τον κορμό μου, με τη Λιλιάνα αγκαλιασμένη γύρω μου και ήταν η σειρά μου να ξεδιπλώσω τα φτερά μου. Ούρλιαξα το όνομά της και την κράτησα στην αγκαλιά μου, ενώ τη μάρκαρα σαν δική μου ολοκληρωτικά.
Η ανάσα της επανήλθε γρηγορότερα από τη δική μου και άνοιξε αργά τα κουρασμένα μάτια της που έλαμπαν, ενώ το χέρι της απλώθηκε να ακουμπήσει τα ολόμαυρα φτερά μου. Μεγαλύτερα από του αδερφού μου και πιο εντυπωσιακά, καθώς εκείνου είχαν διαφθαρεί από τις αμαρτίες. «Είσαι τόσο όμορφος» ψιθύρισε με μια φωνή γεμάτη συναίσθημα και ένιωσα πάλι εκείνο το καταραμένο αίσθημα ενοχής στο στομάχι. Το χέρι της χάιδευε απαλά το φτέρωμά μου και ένιωθα να ανταποκρίνομαι στο άγγιγμά της με έναν τρόπο που με τρόμαξε. Τα χρυσά φτερά της μαζεύτηκαν, ενώ τα δικά μου απλώνονταν, τυλίγοντας και τους δυο μας σε μια προστατευτική «φυλακή». Ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της και το κεφάλι της ακούμπησε τον ώμο μου. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον κορμό μου και για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν τρόμαξα από την τρυφερότητα. Αντιθέτως, ακούμπησα τα χείλη μου στον ελεύθερο ώμο της και της έδωσα ένα απαλό φιλί εκεί. Ένιωσα τα χείλη να σχηματίζουν ένα χαμόγελο στο δέρμα μου και με φίλησε απαλά στη βάση του λαιμού μου.
«Λιλιάνα...» η φωνή μου, ακόμα βαθιά, έσπασε τη σιωπή.
«Μμμ...» μουρμούρισε χωρίς να κουνηθεί.
«Εσύ τα κατάφερες πρώτη». Το κεφάλι της σηκώθηκε αργά και το βλέμμα της βυθίστηκε στο δικό μου με απορία. «Εσύ με έριξες πρώτο...»

NADIA