Ο Οίκος των Δράκων (Κεφάλαιο 21)

Κίρα

«Άουτς!»

«Συγγνώμη» είπε η Κάλικ που είχε καταπιαστεί με το να φτιάχνει τα μαλλιά της Κίρα. Τα δυο κορίτσια καθόντουσαν στο κρεβάτι και η Κίρα παρακολουθούσε τη μικρή Ντρόγκομιρ να πλέκει τα μαλλιά της μέσα από τον καθρέφτη στον απέναντι τοίχο του δωματίου. Μπορεί στην αρχή να παραπονιόταν για την παρουσία της Κάλικ -και ακόμα παραπονιόταν- αλλά με τον καιρό την είχε συνηθίσει. Μπορεί να στριφογύριζε όλη τη μέρα χωρίς να σταματάει στιγμή, σαν ένα υπερκινητικό σκιουράκι που σε έπιανε πονοκέφαλος αν προσπαθούσες να το παρακολουθήσεις, και να πείραζε τα πράγματά της, αλλά ήταν καλή και προσέθετε μια εύθυμη νότα στο κάστρο. Ακόμα και οι υπηρέτες, που μετά από τόσους μήνες εξακολουθούσαν να κοιτάζουν τον Ντέβαν και την Ορόρα με μισό μάτι, την είχαν συμπαθήσει.

«Πρέπει να πιάνεις τα μαλλιά σου πίσω πιο συχνά» της είπε η κοκκινομάλλα. «Έχεις όμορφο πρόσωπο. Αλλά και ο ξάδελφός μου είναι πολύ ευχάριστος στα μάτια. Το παιδί σου θα είναι τυχερό σε όποιον κι αν μοιάσει».

«Το ξέρω» αποκρίθηκε και χάιδεψε την κοιλιά της, ενώ φανταζόταν πως περνούσε τα δάχτυλα της μέσα από τα μαλλιά της κόρης της.

«Πότε θα αρχίσεις να ετοιμάζεις το παιδικό δωμάτιο;»

«Δεν ξέρω. Το μωρό έχει ακόμα καιρό μέχρι να γεννηθεί».

«Δυο φεγγάρια δεν είναι πολύς καιρός, Κίρα!» της είπε σαν να μην μπορούσε να καταλάβει τη λογική της. «Ούτε η κούνια δε θα είναι έτοιμη μέχρι τότε. Και το μωρό θέλει πολλά πράγματα. Πρέπει να του ράψουν κουβερτούλες και ρουχαλάκια. Χρειάζεται και μια μικρή μπανιέρα. Δεν πιστεύω να κάνεις μπάνιο το παιδί σου μέσα σε σκάφη». Η Κίρα την κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη.

«Ναι και θα το απλώνω μαζί με τα ρούχα για να στεγνώσει» είπε ειρωνικά. Η Κάλικ έκανε μια μικρή αποδοκιμαστική γκριμάτσα και αναστέναξε δραματικά.

«Πάλι καλά που ο Ντέβαν-» ξεκίνησε να λέει αλλά σταμάτησε απότομα στα μισά της φράσης.

«Ο Ντέβαν τι;» ρώτησε η Κίρα.

«Τίποτα. Θα σου πει εκείνος όταν θα είναι ώρα. Έχεις σκεφτεί το όνομα που θα δώσεις στο μωρό;»

«Έχω μερικά ονόματα στο μυαλό μου, αλλά δεν έχω καταλήξει ακόμα σε κάποιο».

«Γιατί δεν το λες Λυάννα;» πρότεινε με ενθουσιασμό η Κάλικ. «Είναι ωραίο όνομα. Και μετά μπορούμε να τη φωνάζουμε Λύα. Εκτός φυσικά κι αν είναι αγόρι. Θα ήταν περίεργο να πει κάποιος ένα αγόρι Λυάννα».

«Δεν είναι αγόρι» είπε ξεφυσώντας η Κίρα. Γιατί όλοι επέμεναν πως το παιδί της είναι αγόρι; Είχε αρχίσει να πιστεύει πως ο Ντέβαν ήλπιζε να ήταν γιος, ώστε να μην έχει να ανησυχεί για τους μνηστήρες που μια μέρα θα προσέγγιζαν την κόρη τους.

«Εγώ θα σου πρότεινα να αρχίσεις να προετοιμάζεσαι για αυτή την πιθανότητα» της είπε η Κάλικ. «Η οικογένειά μας έχει πολλούς γιους. Όμως αν είναι αγόρι μπορείς να του δώσεις το όνομα του πατέρα σου».

Η Κίρα ένιωσε μια έντονη θλίψη να απλώνεται μέσα της, καθώς μνήμες από τον θάνατο του πατέρα της ξεπηδούσαν από τις σκοτεινές γωνίες του μυαλού της και έρχονταν στην επιφάνεια. Θυμόταν πως την τελευταία νύχτα που τον είχε δει είχε ξυπνήσει από τις φωνές και είχε σηκωθεί από το κρεβάτι της, για να βρει τους γονείς της. Είχε τρέξει στην κρεβατοκάμαρά τους, ξέροντας πως μόνο μαζί τους θα ένιωθε ασφαλής. Βρήκε τον πατέρα της να ντύνεται πρόχειρα και τη μητέρα της να τον εκλιπαρεί κλαίγοντας να μη φύγει. Εκείνος τη φίλησε στο μάγουλο και της είπε να μείνει με την κόρη τους, προτού πάρει το σπαθί του και φύγει. Η Κίρα ήταν μόλις έντεκα χρονών τότε, αλλά ήξερε τι είχε συμβεί: Οι Ντρόγκομιρ είχαν αποφασίσει πως είχε έρθει η ώρα να σπάσουν την κατάρα. Ο πατέρας της ήξερε ότι δεν είχε καμία ελπίδα να νικήσει, ωστόσο έτρεξε χωρίς δισταγμό μαζί με τους άντρες του για να τους αντιμετωπίσει, έτσι ώστε η Κίρα και η μητέρα της να έχουν χρόνο να κρυφτούν.

Αργότερα έμαθαν πως, όταν η μάχη είχε σχεδόν τελειώσει, ο πατέρας της πήδηξε από τις πολεμίστρες και έδωσε μόνος του τέλος στη ζωή του, για να μην επιτρέψει στον Αίρυς να πάρει αυτό που ήθελε. Η μητέρα της δεν ξεπέρασε ποτέ τη θλίψη για τον χαμό του και πέθανε την επόμενη άνοιξη, αφήνοντάς την ορφανή. Λίγα χρόνια αργότερα ο Αίρυς έστειλε τον Ντέβαν να παρακολουθεί την Κίρα, για να βεβαιωθεί πως δε θα συνέβαινε τίποτα παρόμοιο με αυτό που είχε γίνει με τον πατέρα της και δε θα έχαναν την τελευταία τους Θυσία.

Αναρωτήθηκε τι θα είχε συμβεί αν ο Αίρυς είχε επιτύχει την πρώτη φορά. Σίγουρα θα είχε βρει έναν τρόπο να αναγκάσει τον δεκαπεντάχρονο γιο του να ολοκληρώσει τη Θυσία. Ο Ντέβαν δε θα είχε έρθει ποτέ στο δωμάτιό της και το πιο πιθανόν ήταν να τον έβλεπε για πρώτη φορά όταν θα γεννιόταν ένας νέος αρσενικός Ντρόγκομιρ που θα ξεκινούσε ξανά την κατάρα και θα χρειάζονταν μια νέα Θυσία. Δε θα είχαν ερωτευτεί ποτέ, δε θα είχε παλέψει για χάρη της, και το παιδί της δε θα υπήρχε.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε η Κάλικ που έβλεπε μέσα από τον καθρέφτη τα δάκρυα που γυάλιζαν στα μάτια της.

Η Κίρα ήξερε πως αν στεναχωριόταν εκείνη θα στεναχωριόταν και το μωρό, οπότε προσπάθησε να ηρεμήσει και να διώξει τις αναμνήσεις. Όμως δεν μπορούσε να μη σκέφτεται τι άποψη θα είχε ο πατέρας της για αυτό το παιδί. Θα χαιρόταν που η κόρη του θα γινόταν μητέρα και δε θα χρειαζόταν να φοβάται για τη ζωή του παιδιού της, ή θα ένιωθε απογοήτευση και ντροπή, επειδή ο πατέρας του ήταν ένας Ντρόγκομιρ;

Η Κάλικ την έπιασε από τους ώμους και τη γύρισε ελαφρά προς το μέρος της για να την κοιτάξει.

«Είπα κάτι που σε στεναχώρησε;»

Ο Ντέβαν και η Ορόρα μπήκαν γελώντας στο δωμάτιο. Τα ρούχα και τα πρόσωπά τους ήταν λερωμένα με χώμα και τα μαλλιά τους ήταν ανακατεμένα λες και ένα πουλί είχε αποφασίσει να φτιάξει τη φωλιά του στα κεφάλια τους.

«Για όνομα των Θεών, τι πάθατε εσείς οι δύο;» αναφώνησε η Κάλικ.

«Ξέρεις την Ορόρα» απάντησε ο Ντέβαν. «Δεν της αρέσει όταν χάνει στην ξιφασκία».

«Δεν έχασα» διαμαρτυρήθηκε η αδελφή του.

«Συνέχισε να το λες αυτό στον εαυτό σου» την πείραξε και το βλέμμα του βρήκε την Κίρα.

Η κοπέλα προσπάθησε να κρύψει την ταραγμένη έκφρασή της, αλλά μάλλον δεν τα κατάφερε και πολύ καλά, επειδή τα χρυσά μάτια του Ντέβαν γέμισαν ανησυχία.

«Κίρα, τι συμβαίνει;» τη ρώτησε και έσπευσε να πάει κοντά της.

«Τίποτα» Σκούπισε βιαστικά μερικά αδέσποτα δάκρυα που είχαν επαναστατήσει και είχαν τρέξει πάνω στα μάγουλά της.

«Το μωρό ήταν ακίνητο πάλι και τρόμαξα» είπε ψέματα.

«Η μητέρα μου σου εξήγησε πως το μωρό απλώς κοιμάται» της είπε ήρεμα και κάθισε δίπλα της. «Δε γίνεται να ανησυχείς κάθε φορά».

«Εσύ δεν είσαι μητέρα, γι' αυτό δεν μπορείς να με καταλάβεις»

Ο Ντέβαν στράφηκε προς την αδελφή και την ξαδέλφη του.

«Μπορείτε να μας αφήσετε λίγο μόνους;» Τα κορίτσια έφυγαν και η προσοχή του εστίασε ξανά στην Κίρα. «Μη μου λες ψέματα. Το καταλαβαίνω όταν το κάνεις. Πες μου τι σε στεναχώρησε».

«Δε θέλω να το συζητήσω» του είπε σχεδόν παρακλητικά. Ήθελε να διώξει τις σκέψεις και τα άσχημα συναισθήματα από το μυαλό της. Δεν προσπαθούσε να ξεχάσει τον πατέρα της και αυτό που είχαν κάνει οι Ντρόγκομιρ στην οικογένειά της -δεν ήθελε να ξεχάσει- αλλά ούτε και ήθελε να αρχίσει να κατηγορεί τον Ντέβαν για κάτι που εκείνος δεν είχε καμία ανάμειξη.

«Η Κάλικ μου είπε ότι ετοιμάζεις κάτι» είπε σε μια απόπειρα να αλλάξει την κουβέντα.

«Κάνω πολλά πράγματα κάθε μέρα» της απάντησε προσπαθώντας να ξεγλιστρήσει. «Πρέπει να γίνεις πιο συγκεκριμένη».

«Κάτι που έχει σχέση με το μωρό»

«Α» ήταν το μόνο που είπε ο Ντέβαν. Τι μπορεί να ετοίμαζε που εκείνη δεν το ήξερε;

«Δε θα μου πεις;» τον ρώτησε.

«Δεν μπορώ να σου πω. Πρέπει να το δεις μόνη σου».

«Τότε δείξε μου».

«Είναι στο σπίτι».

Ήξερε πως με το σπίτι εννοούσε το κάστρο των Ντρόγκομιρ. Τελικά δεν είχε και τόση περιέργεια να μάθει τι ήταν αυτό που ετοίμαζε.

«Θα πω στους υπηρέτες να σου ετοιμάσουν το μπάνιο» είπε βιαστικά και ετοιμάστηκε να σηκωθεί. «Και να αλλάξουν τα σεντόνια του κρεβατιού. Τι κάνατε με την Ορόρα, κυλιόσασταν στις λάσπες;» Ο Ντέβαν έπιασε το χέρι της για να την εμποδίσει.

«Θα ήθελα πάρα πολύ να έρθεις στο σπίτι μου για να δεις τι έφτιαξα» της είπε.

«Και εγώ θα ήθελα πάρα πολύ να μη με γεμίζεις χώματα» είπε κοιτώντας το λερωμένο χέρι του που κρατούσε το δικό του. Όταν είδε πως η έκφρασή του παρέμεινε σοβαρή είπε:

«Ντέβαν, δεν είναι καλή ιδέα». Ήταν ακόμα συναισθηματικά φορτισμένη από τις μνήμες με τους γονείς της και γενικά καμία μέρα δεν ήταν καλή, για να πλησιάσει τους Ντρόγκομιρ.

«Θα είναι μόνο για λίγο» επέμεινε το αγόρι. «Και θα είμαστε στο δωμάτιό μου. Σου δίνω τον λόγο μου πως δε θα συναντήσεις κανέναν άλλο».

«Είναι μακριά και είμαι κουρασμένη».

«Είναι κοντά αν πάμε πετώντας».

«Δεν είμαι σίγουρη πως αυτό είναι καλό για το μωρό».

«Θα πετάω αργά. Σε παρακαλώ, Κίρα».

Το μυαλό της προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει κάποια δικαιολογία για να αρνηθεί, χωρίς να ακουστεί παράλογη ή εγωίστρια. Πραγματικά δεν ήθελε να πάει, αλλά δεν ήθελε να δίνει αφορμές στους άλλους να λένε πως μόνο ο Ντέβαν έκανε υποχωρήσεις και θυσίες για τη σχέση τους. Και η αλήθεια ήταν πως είχε κάνει πολλά. Αναστέναξε.

«Πόση ώρα θα μείνουμε εκεί;»

«Απλά θα μπούμε και θα βγούμε αμέσως». Την κοίταξε δύσπιστα. «Μόλις συμφώνησες;»

«Μπορώ να μάθω γιατί σου φαίνεται τόσο περίεργο;» είπε ενοχλημένη. «Δεν είσαι ο μόνος που μπορεί να κάνει υποχωρήσεις εδώ πέρα. Κι εγώ μπορώ».

Της έριξε ένα περίεργο βλέμμα σηκώνοντας τα φρύδια του δηλώνοντας ξεκάθαρα πως δεν πίστευε κάτι τέτοιο.

«Πήγαινε να πλυθείς πριν αλλάξω γνώμη» τον απείλησε.

Ο Ντέβαν τη φίλησε χαρούμενος και έτρεξε να κάνει αυτό που του είχε πει σαν να φοβόταν πως πράγματι θα άλλαζε γνώμη. Και είχε δίκιο. Η Κίρα ήδη προσπαθούσε να βρει κάποιο τρόπο, για να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση. Τι δουλειά είχε μια Σέλτιγκαρ στο κάστρo των Ντρόγκομιρ; Και όσο σκεφτόταν πως μπορεί να έπεφτε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Αίρυς...

Έπρεπε να σταματήσει να κάνει σαν μωρό. Ο πατέρας της δεν είχε διστάσει να σταθεί απέναντι στους Ντρόγκομιρ κι εκείνη φοβόταν να πλησιάσει το κάστρο; Ήταν ανόητο να περιμένει πως κάτι τέτοιο δε θα συνέβαινε ποτέ. Το παιδί της θα επισκεπτόταν το σπίτι του πατέρα του, και εννοείται πως η Κίρα δε θα άφηνε την κόρη της μόνη μέσα σε μια φωλιά από φίδια, άρα ήταν αναπόφευκτο.

Σηκώθηκε και πήγε στο λουτρό, όπου ο Ντέβαν ήταν ήδη μέσα στην μπανιέρα. Το καυτό νερό έβγαζε ακόμα ατμούς, αλλά το αγόρι δε φαινόταν να ενοχλείται. Η Κίρα πλησίασε και γονάτισε δίπλα του, ακουμπώντας τους αγκώνες της στο χείλος της μπανιέρας.

«Πιστεύεις πως δε νοιάζομαι για την ευτυχία σου;» τον ρώτησε χωρίς να τον κοιτάζει. Ακούμπησε με την άκρη του δαχτύλου της το νερό, προσεχτικά για να μην καεί, και άρχισε να σχηματίζει αφηρημένα σχέδια στην επιφάνειά του.

Ο Ντέβαν ξαφνιάστηκε από την ερώτησή της. Έμεινε σιωπηλός για λίγο, προσπαθώντας να διαλέξει τις κατάλληλες λέξεις για να απαντήσει.

«Πιστεύω πως νοιάζεσαι πρώτα για τη δική σου ευτυχία». Η Κίρα γέλασε πικρά.

«Δηλαδή με θεωρείς εγωίστρια».

«Όχι, Κίρα» της είπε μαλακά. «Μεγάλωσες απομονωμένη και έμαθες να παίρνεις μόνη σου τις αποφάσεις σου. Και μετά εμφανίζομαι εγώ, και ξαφνικά πρέπει να συναποφασίζεις μαζί με κάποιον άλλο, και σου ζητάω να με εμπιστευτείς, ενώ ξέρω πως έχεις μάθει να βασίζεσαι μόνο στον εαυτό σου». Τον κοίταξε μπερδεμένη

«Θες να μου πεις πως δε σε εμπιστεύομαι; Μα εγώ...»

Σήκωσε το χέρι του και χάιδεψε το μάγουλό της. Ζεστές σταγόνες κύλησαν στο πρόσωπό της και τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της. «Οι γονείς σου έφυγαν. Η οικογένειά μου στους πήρε και αυτό ήταν λάθος. Μακάρι να μπορούσα να το διορθώσω αλλά δεν μπορώ. Όλα αυτά τα χρόνια περίμενες πως θα σε σκότωναν, πως εγώ θα σε σκότωνα. Έχεις μάθει να περιμένεις πως θα συμβεί κάτι κακό και τώρα φοβάσαι να πιστέψεις πως όλα θα πάνε καλά, γιατί κατά βάθος σκέφτεσαι πως, αν αφεθείς, μπορεί να πληγωθείς. Δεν το λέω σαν κατηγορία. Αν οι ρόλοι μας ήταν αντεστραμμένοι, και εγώ θα ένιωθα το ίδιο. Ξέρω πως έχω την αγάπη σου, αλλά δεν έχω την εμπιστοσύνη σου. Θέλω να σου δείξω πως μπορείς να γίνεις ευτυχισμένη, αλλά πρέπει να με βοηθήσεις κι εσύ».

Κράτησε το χέρι του πάνω στο μάγουλό της και έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή.

«Θα προσπαθήσω» του υποσχέθηκε. «Αρκεί να μου δώσεις τον λόγο σου πως θα είσαι πάντα εδώ και θα συνεχίσεις να με αγαπάς όσο γκρινιάρα, παράλογη και ξεροκέφαλη κι αν γίνω».

«Αυτό που μόλις περιέγραψες είναι η συνηθισμένη σου συμπεριφορά» την πείραξε.

Έβαλε το χέρι της στην μπανιέρα και άρχισε να πετάει νερό προς το μέρος του έχοντας μια δήθεν θιγμένη έκφραση.

«Πολύ ώριμο αυτό!» είπε ο Ντέβαν που είχε σηκώσει το χέρι του για να προστατεύσει τα μάτια του από τις σταγόνες που πετάγονταν προς το μέρος του.

«Ποτέ δεν ισχυρίστηκα ότι είμαι ώριμη» του είπε και σηκώθηκε από το πάτωμα, χρησιμοποιώντας το χείλος της μπανιέρας για να τραβήξει το σώμα της προς τα πάνω. Η κοιλιά της μεγάλωνε όλο και περισσότερο και είχε αρχίσει να την εμποδίζει να κάνει απλές κινήσεις.

«Δεν πιστεύω να άλλαξες γνώμη» της είπε ο Ντέβαν.

«Όχι. Εκτός κι αν άλλαξες εσύ γνώμη και προτιμάς να μπω μαζί σου στην μπανιέρα και να μείνουμε εδώ» του είπε με ένα μικρό πονηρό χαμόγελο.

«Ξέρω τι προσπαθείς να κάνεις, αλλά δε θα υποκύψω» είπε αποφασιστικά. «Αυτή τη φορά…»

«Έπρεπε να προσπαθήσω» αποκρίθηκε σηκώνοντας στους ώμους και βγήκε από το λουτρό για να τον αφήσει να τελειώσει το μπάνιο του.

Γύρισε στο δωμάτιό της και άλλαξε το λευκό φόρεμα που φορούσε με ένα μάλλινο γκρίζο που θα την κρατούσε ζεστή πάνω στην πλάτη του δράκου στον κρύο αέρα της νύχτας. Εξακολουθούσε να μη θέλει να το κάνει, αλλά ήθελε να δείξει στον Ντέβαν πως τον εμπιστευόταν. Αφού της είχε πει πως δε θα συναντούσε τον πατέρα του ή κάποιον άλλο τότε τον πίστευε. Αυτό όμως δεν την εμπόδισε από το να πει:

«Μου είπες πως θα μου δείξεις αυτό που θέλεις και θα φύγουμε αμέσως» του θύμισε.

«Εκτός κι αν αλλάξεις γνώμη» της είπε με ένα μικρό στραβό χαμόγελο, που συνήθως σήμαινε πως είχε κάτι στο μυαλό του.

Ήθελε να του πει πως δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση, αλλά τελευταία στιγμή αποφάσισε να μη μιλήσει. Τον ακολούθησε στο μπαλκόνι και τον παρακολούθησε να μεταμορφώνεται. Πάντα της φαινόταν κάπως παράξενο, αλλά και ταυτόχρονα μαγευτικό θέαμα να βλέπει το αγόρι να μεταμορφώνεται και στη θέση του να εμφανίζεται ο μαύρος δράκος. Τα χρυσά του μάτια έμεναν ακριβώς τα ίδια με πριν, δυο σκούρες χρυσές λίμνες από λιωμένο κεχριμπάρι.

Ο δράκος ξάπλωσε πάνω στην κοιλιά του, για να τη βοηθήσει να ανέβει στην πλάτη του και η Κίρα πάτησε πάνω στο πίσω πόδι του και πιάστηκε από τα καρφιά της πλάτης του, για να τραβήξει το σώμα της προς τα πάνω.

«Βάζεις μια έγκυο να σκαρφαλώνει στην πλάτη ενός δράκου που έχει δυο φορές το ύψος της» του είπε μισό-γκρινιάζοντας και μισό-αστεία. Άκουσε τον δράκο να βγάζει έναν σχεδόν δυσαρεστημένο ήχο. «Είπες πως θα με αγαπάς όσο κι αν γκρινιάζω» του θύμισε γελώντας.

Έκλεισε τα μάτια της για να τα προστατεύσει από τον άνεμο, καθώς ο δράκος απογειωνόταν και αφέθηκε στην απελευθερωτική αίσθηση της πτήσης. Ήταν ένα από τα ελάχιστα πράγματα που ζήλευε στους Ντρόγκομιρ. Ο Ντέβαν ήταν πολύ τυχερός που μπορούσε να πετάξει.

Τώρα που το μυαλό της δεν ήταν ασχολημένο, προσπαθώντας να σκαρφιστεί κάποια δικαιολογία για να αποφύγει το ταξίδι, ήταν ελεύθερη να σκεφτεί τι μπορεί να ήταν αυτό που ήθελε να της δείξει ο Ντέβαν. Τον είχε δει μερικές φορές να κάθεται μόνος στον κήπο και να σκαλίζει μικρούς, ξύλινους δράκους, αλλά αν αυτό ήταν το μυστικό του, τότε γιατί έπρεπε να πάνε στο κάστρο των Ντρόγκομιρ για να της το δείξει;

Διάφορες σκέψεις και πιθανότητες σχετικά με το τι ήταν αυτό που ετοίμαζε περνούσαν από το μυαλό της κατά τη διάρκεια της διαδρομής και δε συνειδητοποίησε ότι είχαν σχεδόν φτάσει στον προορισμό τους. Αν και οι Ντρόγκομιρ αποτελούσαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της -για τον έναν ή τον άλλο λόγο- η Κίρα δεν είχε δει ποτέ την έδρα του Οίκου τους. Είχε ακούσει βέβαια πως ήταν το πιο μεγαλόπρεπο από όλα τα κάστρα της Ναβίντιας και διατυμπάνιζε την ισχύ και τον πλούτο τους, αλλά τώρα έβλεπε πως οι φήμες το αδικούσαν.

Το κάστρο τους, στην πραγματικότητα, ήταν ένα σύμπλεγμα από κάστρα που σχημάτιζαν κάτι σαν μια μικρή πόλη. Η έκταση που καταλάμβανε ήταν τόσο μεγάλη που αν κάποιος επιχειρούσε να κάνει τον γύρο των τειχών που το περικύκλωναν θα χρειαζόταν τουλάχιστον μια μέρα με τα πόδια. Το κεντρικό μέρος του κάστρου, εκεί που υπέθετε πως ζούσε ο Αίρυς και η οικογένειά του, ήταν κτισμένο με κατάμαυρη πέτρα και μάρμαρο. Πανύψηλοι πύργοι υψώνονταν στον ουρανό, με πέτρινους άφτερους δράκους να τυλίγουν τις ουρές τους γύρω από τις αιχμηρές κωνικές κορυφές, με υψωμένο το κεφάλι τους στον ουρανό φωνάζοντας. Χιλιάδες πέτρινα τέρατα ήταν τοποθετημένα στις επάλξεις των τειχών σαν άγρυπνοι φρουροί. Ο σχεδιασμός ολόκληρου του κάστρου ήταν προσανατολισμένος ώστε να μοιάζει με δράκο. Οι πύλες έμοιαζαν με μικρούς δράκους, πυρσοί και λάβαρα των Ντρόγκομιρ ήταν στερεωμένα σε νύχια δράκων. Ένα ζεύγος πελώρια φτερά κάλυπτε το οπλοστάσιο και το σιδεράδικο, ενώ ουρές σχημάτιζαν παντού σκάλες και αψίδες.

«Αυτό είναι το σπίτι σου;» είπε παρόλο που ήξερε πως ο μαύρος δράκος δεν μπορούσε να της απαντήσει, χωρίς να πάρει τα μάτια της από το εντυπωσιακό θέαμα. Το κάστρο έδειχνε επιβλητικό, ταυτόχρονα όμως και εχθρικό. Δεν μπορούσε να φανταστεί κάποιον να αποκαλεί αυτό το μέρος «σπίτι».

Παντού υπήρχαν τεράστια πέτρινα μπαλκόνια με δίφυλλες αψιδωτές μπαλκονόπορτες, για να μπορούν να μπαινοβγαίνουν άνετα οι δράκοι στο κάστρο. Ο Ντέβαν προσγειώθηκε σε ένα στα ψηλότερα επίπεδα. Το στομάχι της Κίρα σφίχτηκε, καθώς γλιστρούσε από την πλάτη του για να κατέβει. Πώς ήταν τόσο σίγουρος πως δε θα συναντούσαν τον θείο του ή τα ξαδέλφια του; Πώς ήξερε πως ο πατέρας του δε θα έμπαινε στο δωμάτιό του ψάχνοντας για τον γιο του;

«Κίρα» είπε ο Ντέβαν, που είχε πάρει την ανθρώπινη μορφή του χωρίς να τον αντιληφθεί, για να τραβήξει την προσοχή της. Ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της, το άγγιγμα του καυτό πάνω στο παγωμένο δέρμα της.

«Εσύ τρέμεις. Αν σου είναι τόσο δύσκολο, τότε θα γυρίσουμε πίσω».

«Είμαστε ήδη εδώ, έτσι δεν είναι;» αποκρίθηκε μουδιασμένα. Θα προτιμούσε να βρίσκετε σε οποιοδήποτε άλλο μέρος εκείνη τη στιγμή, αλλά δε θα το έβαζε στα πόδια σαν καμία δειλή.

Ο Ντέβαν άνοιξε τις μπαλκονόπορτες και περίμενε να περάσει πρώτη μέσα πριν την ακολουθήσει. Τα διαμερίσματα του Ντέβαν ήταν μεγάλα και άνετα, με κόκκινα, μαύρα και χρυσά χρώματα να κυριαρχούν στον χώρο. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με υφαντά που απεικόνιζαν δράκους με ανοιχτά φτερά, το έμβλημα των Ντρόγκομιρ.

«Πάντα είχα μια περιέργεια να δω το δωμάτιό σου» του είπε.

«Αλήθεια;» Γύρισε για να τον κοιτάξει, νιώθοντας την ένταση να φεύγει σιγά σιγά από το σώμα της.

«Εσύ είχες βρεθεί στο δωμάτιό μου αμέτρητες φορές. Ήταν δίκαιο να δω κι εγώ το δικό σου».

Δεν ήταν αλήθεια ότι δεν τον εμπιστευόταν. Ήξερε πως όσο ήταν μαζί της, δε θα επέτρεπε σε κανέναν να την πειράξει. Ένιωθε ασφάλεια δίπλα του, ακόμα κι αν βρισκόταν στο αμέσως επόμενο χειρότερο μέρος που θα μπορούσε να βρεθεί μετά την Αρχαία Πόλη.

Η προσοχή της επέστρεψε στο δωμάτιο. Ο κύριος χώρος αποτελούνταν από την κρεβατοκάμαρα, ενώ υπήρχαν και άλλα μικρότερα δωμάτια ενωμένα με το μεγαλύτερο. Ένα παχύ πλούσιο χαλί έπνιγε τα βήματά της, καθώς προχωρούσε προς το ψηλό κρεβάτι στη μέση του χώρου. Τέσσερις κολόνες από σκούρο ξύλο στήριζαν ένα ουρανό από σκούρο κόκκινο βελούδο και τα σκεπάσματα και τα μαξιλάρια, που είχαν το ίδιο χρώμα, ήταν διακοσμημένα με σχέδια από χρυσοκλωστή. Τα πάντα, από τα βαριά ξύλινα έπιπλα μέχρι τα κηροπήγια στους τοίχους, ήταν κατασκευασμένα με εκπληκτική μαεστρία και επιδεξιότητα, δίνοντας μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες που στις περισσότερες περιπτώσεις έμοιαζαν με έργα τέχνης. Το ήξερε πως στους Ντρόγκομιρ άρεσε η επίδειξη, αλλά δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο πολύ.

«Λοιπόν, τι είναι αυτό που θέλεις να μου δείξεις;»

«Δεν είναι έτοιμο ακόμα...» ξεκίνησε να λέει κάπως αμήχανα και προχώρησε προς ένα από τα μικρότερα δωμάτια, παραμερίζοντας τη χρυσό-κόκκινη κουρτίνα που το απομόνωνε από τον κυρίως χώρο.

Η Κίρα μπήκε επιφυλακτικά μέσα νιώθοντας μεγάλη περιέργεια να μάθει επιτέλους τι ήταν αυτό που ήθελε να της δείξει το αγόρι, αλλά δεν της είχε δώσει καμία πληροφορία μέχρι τώρα. Κράτησε μια μικρή ανάσα μόλις αντίκρισε τον χώρο. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με μια απλή ταπετσαρία σε ένα ουδέτερο ανοιχτό καφέ χρώμα και το πέτρινο πάτωμα ήταν γυμνό, αν και υπήρχε ένα διπλωμένο χαλί δίπλα στην πόρτα που μάλλον δεν είχε προλάβει να στρώσει ακόμα. Στη μέση του χώρου υπήρχε μια στρογγυλή ξύλινη κούνια, στρωμένη με λευκά σεντόνια και μικρά μαξιλαράκια κεντημένα με χρυσοκλωστή στις άκρες τους. Οι ξύλινοι δράκοι που είχε φτιάξει ο Ντέβαν κρεμόντουσαν πάνω από την κούνια, στερεωμένοι σε ένα ξύλινο στεφάνι που κρεμόταν με μια λεπτή αλυσίδα από την οροφή. Τους είχε βάψει κιόλας, έναν σε κόκκινο χρώμα, έναν σε μπλε και έναν σε πράσινο. Οι τρεις δράκοι πετούσαν σε έναν κύκλο γύρω από μια βελανιδιά με πλούσιο φύλλωμα στο κέντρο τους. Υπήρχαν κι άλλα έπιπλα στοιβαγμένα στις άκρες του δωματίου, αλλά η προσοχή της Κίρα ήταν αποκλειστικά στραμμένη στο μικρό κρεβατάκι.

«Ήλπιζα πως αν ήθελες θα μπορούσαμε να το φτιάξουμε μαζί» είπε ο Ντέβαν.

Με αργά βήματα πλησίασε την κούνια και άγγιξε τον πράσινο δράκο που είχε το μέγεθος της παλάμης της.

«Οι δράκοι των Ντρόγκομιρ και το δέντρο των Σέλτιγκαρ; Νόμιζα πως είχες πει πως αυτά τα δυο δεν αναμιγνύονται».

«Μερικές φορές μιλάω χωρίς να σκεφτώ» αποκρίθηκε ελαφρά και στάθηκε πίσω της βάζοντας τα χέρια του στους ώμους της. «Αν με αγαπάς πραγματικά, θα αγνοείς τις ανοησίες που λέω κατά καιρούς».

«Δεν το ήξερα πως ήσουν τόσο επιδέξιος με τα χέρια σου». Άγγιξε το ανάγλυφο σχέδιο φύλλων πάνω στο δέντρο. Πρέπει να του είχε πάρει μέρες για να το φτιάξει.

«Δηλαδή το ήξερα, απλώς όχι με το ξύλο» πρόσθεσε πονηρά.

«Είναι μια ασχολία που ξεκίνησα για να μάθω την αρετή της υπομονής. Ο πατέρας μου πάντα το αποδοκίμαζε. Έλεγε πως η χειρωνακτική δουλειά δεν άρμοζε σε έναν Ντρόγκομιρ. Μετά από λίγο άρχισα να το κάνω κρυφά, για να μη χρειάζεται να διαφωνώ μαζί του». Τα χέρια του κατέβηκαν από τους ώμους της και τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση της, ακουμπώντας την κοιλιά της. «Λοιπόν, τι λες; Θα με βοηθήσεις να φτιάξουμε το δωμάτιο;»

«Μου ζητάς με πλάγιο τρόπο να μένουμε εδώ» συνειδητοποίησε η κοπέλα.

«Όχι συνέχεια, αλλά ίσως μερικές μέρες να μένουμε και εδώ».

Η πρώτη της αντίδραση ήταν να του πει όχι, αλλά δεν ήταν όσο άσχημα είχε φανταστεί και ο Ντέβαν μπορούσε να την κάνει να νιώσει άνετα εκεί. Και ήταν το σπίτι του. Εννοείται πως δε σκόπευε να περάσει ούτε ένα βράδυ κάτω από την ίδια στέγη με τον Αίρυς, αλλά για πόσα χρόνια θα ζούσε ακόμα; Ίσως όταν ο Ντέβαν γινόταν Άρχοντας του Οίκου του να πήγαινε να μείνει μαζί του.

Ίσως μια μέρα...

Φαίη