Αστρόπλοιο (25 Χρόνια Μετά)

Τα χρόνια πέρασαν πολύ γρήγορα μετά το πέρας εκείνης της νύχτας. Το πέρασμα ήταν γρήγορο και διακριτικό.

Και θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό το διακριτικό πέρασμα ήταν αναμενόμενο στην περίπτωση τουλάχιστον που ο χρόνος ήταν βραχυπρόθεσμος, αν δηλαδή ήταν ένα ή δύο χρόνια, που όντως περνούν γρήγορα, εφόσον δεν τους δίνεται η ανάλογη προσοχή. Στην προκειμένη περίπτωσή όμως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον να ειπωθεί.

Για ποιον λόγο;

Μα είναι απλό…

Δεν είχαν περάσει ούτε ένα, ούτε δύο αλλά εικοσιπέντε συναπτά χρόνια. Σχεδόν μια ολόκληρη ζωή. Τα γεγονότα όμως που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια αυτής της ζωής επέτρεψαν το πέρασμά της να είναι διακριτικό μεν γεμάτο δε.

Πρωταγωνιστής ήταν, όπως ήταν λογικό, εκείνη η απόκοσμη κατασκευή που εισέβαλε, χωρίς καμιά προειδοποίηση, στις ζωές των Δελτανιανών.



Η Μαύρη Πυραμίδα, όπως έμεινε γνωστή σε όλους τους κοινωνικούς και μη κόλπους, παρέμεινε ακίνητη στο σημείο που η ίδια είχε επιλέξει ως θρόνο, σιωπηλή και ανενεργή. Όχι όμως και απαρατήρητη.

Η σκοτεινή γόσσα που αφίχθη από την άγνωστη πατρίδα της πρωταγωνίστησε με ευκολία σε όλα τα επιστημονικά, καλλιτεχνικά και βάλε σενάρια που έπλασαν όλοι οι λογισμοί μόλις την αντίκρισαν σε όλο της το μεγαλείο, αφού κόπασε το καταστροφικό χάος που είχε επιβάλει η βίαιη άφιξή της. Ήταν -πολύ απλά δοσμένα- μια μοιραία ύπαρξη, μια μοιραία γυναίκα που μαγνήτιζε όλα τα πεινασμένα ανδρικά βλέμματα.

Εκπρόσωποι από κάθε είδος πολιτισμικής και επιστημονικής κοινότητας είχαν δώσει το παρόν, οπλισμένοι με την επιθυμία να εξερευνήσουν το κάθε μυστικό που έκρυβε από τις πρώτες εβδομάδες και περίμεναν να δοθεί η πολυπόθητη άδεια από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Όταν εκείνη δόθηκε, οι μελέτες ξεκίνησαν και φαινόταν ότι δεν υπήρχε τίποτα ικανό έτσι ώστε να επιβάλει κάποιο είδος παύσης προτού εξερευνηθεί και αναλυθεί διεξοδικά ακόμα και η πιο ασήμαντη γωνιά αυτού του αλλόκοσμου τεχνουργήματος.

Η εσωτερική κατασκευή γαργαλούσε και σαγήνευε τη φαντασία με τρομακτική άνεση, σε σημείο μάλιστα που μπορούσε να κυρτώσει κάπως την προσοχή που όφειλε να επιδείξει ο κάθε επίδοξος εξερευνητής για χάρη της ατομικής του ασφάλειας. Το μεγαλύτερο μέρος ήταν συμπαγές πετρώδες υλικό και μόνο ένα σύστημα από μη διαπλεγμένες σήραγγες, οι οποίες ξεκινούσαν από συγκεκριμένα σημεία σε κάθε πλευρά της πυραμίδας, έσπαγε αυτό το μονοπώλιο. Αυτές οι σήραγγες οδηγούσαν σε έναν θάλαμο στο κέντρο της Πυραμίδας. Σε ένα απίστευτο, γοητευτικό αλλά και τρομακτικό εύρημα.

Μέσα στον θάλαμο αυτό, σε ένα κύβο κατασκευασμένο από κάποιο άγνωστο υλικό, υπήρχε τίποτα μια μικροποσότητα από αλυσίδες δεοξυριβονουκλεικου οξέος. Οι αλυσίδες ήταν συγκρατημένες από δεσμούς υδρογόνου. Η ποσότητα ήταν αρκετή για κάθε είδους εργαστηριακή εκμετάλλευση.

Θα έλεγε κανείς ότι κάποια ανώτερη διάνοια είχε στείλει στους εμβρόντητους Δελτανιανούς επιστήμονες -και όχι μόνο- μια πρόσκληση. Ένα κλειδί που θα ξεκλείδωνε μια πόρτα που οδηγούσε προς το άγνωστο.



ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑΓΕΣ.

Κατά την διάρκεια αυτής της εικοσιπενταετίας, πραγματοποιήθηκε μια έκρηξη τεχνολογικής ανάπτυξης στο υπόλοιπο κοινωνικό γίγνεσθαι. Μερικές από αυτές είχαν προαγωγικά αποτελέσματα στο επίπεδο ποιότητας ζωής και υγείας. Μια από τις πιο σημαντικές εφευρέσεις ήταν η ανάπτυξη των νανοαντισωμάτων: μια πρόσμιξη οργανικών ανοσοσφαιρινών και μικρορομποτικής.

Λανσαρίστηκαν ως το πιο αποτελεσματικό θεραπευτικό πλάνο στις ασθένειες που μέχρι τότε φάνταζαν επικίνδυνες και θανατηφόρες με τον Βιολογικό Ανοσοκαταστολέα να απολαμβάνει εξέχουσα θέση στην ανώτερη παθολογική ιεραρχία.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, υπήρχαν δύο είδη αυτής της πατέντας, η πρώτη γενιά και η δεύτερη. Ο τρόπος λειτουργίας της πρώτης γενιάς ήταν αρκετά απλός: αυτά τα νανοαντισώματα είχαν την ικανότητα να αναγνωρίζουν κάθε λογής παθολογικό οργανισμό και να τον αποδομούν χρησιμοποιώντας ειδικές χημικές ουσίες, οι οποίες ήταν ακίνδυνες για τον οργανισμό- ξενιστή.

Η δεύτερη γενιά ακολουθούσε έναν πιο ιδιαίτερο τρόπο. Αυτά τα νέα νανοαντισώματα ήταν στοχευόμενα να καταστρέψουν έναν ιό, ενώ αυτός είχε ήδη αρχίσει την εισαγωγή του γενετικού του υλικού σε ένα κύτταρο στην πρώτη φάση του αναπαραγωγικού κύκλου. Σε πρώτη φάση ξεκινούσε η αποδόμηση του πρωτεϊνικού περιβλήματος του ιού χρησιμοποιώντας μικρο-λέιζερ αφήνοντας άθικτη την κυτταρική μεμβράνη ή το κυτταρόπλασμα του προσβληθέντος κυττάρου. Στην περίπτωση που ο ιός είχε προλάβει να εισάγει τα γενετικά του στοιχεία πριν την κατάλυσή του, ένας μικροκαθετήρας εισερχόταν στο πυρηνόπλασμα και κατέστρεφε οποιαδήποτε ξένη γενετική πληροφορία αφήνοντας τα κυτταρικά DNA και RNA ανέπαφα.

Η ανοσοποίηση που προέκυπτε και από τις δύο γενιές ήταν εξ' ολοκλήρου παθητική αφού η παραγωγή των νανοαντισωμάτων λάμβανε χώρα σε ειδικά εργαστήρια, ενώ η εισαγωγή τους στους ασθενείς γινόταν μέσω ενδοφλέβιας χορήγησης ορού.




Οι δύο φίλοι άλλαξαν και εκείνοι με τη σειρά τους ακολουθώντας τη γενικότερη ροπή των πραγμάτων. Μεγάλωσαν και εξελίχθηκαν, τόσο πνευματικά όσο και κοινωνικά.

Ο Ντάσερ έδειξε υπομονή μέχρι η σχολή να αναδομηθεί και να είναι έτοιμη να υποδεχθεί τους φοιτητές. Όταν αυτό πραγματοποιήθηκε, κάθισε και διάβασε ακόμη πιο εντατικά. Παιδεύτηκε, κουράστηκε περισσότερο από ποτέ αλλά κάποτε, η αποφοίτηση βρισκόταν πια προ των πυλών. Το πτυχίο της Διπλής Ιδιότητας βρισκόταν πια στα χέρια του. Τώρα ήταν αυτό που ονειρευόταν. Ήταν Νευρολόγος/Νευροχειρούργος.

H καινούργια ιδιότητά του σε συνδυασμό με τις υψηλές του επιδόσεις, του χάρισαν και κάτι επιπλέον: τις εντυπώσεις των κατάλληλων προσώπων. Αυτά με τη σειρά τους του επέτρεψαν πρόσβαση στο σχέδιο ‘’ΕΞΟΡΜΗΣΗ’’ που στο μεταξύ είχε πάει και αυτό πίσω στο πρόγραμμα εξαιτίας της Μαύρης Πυραμίδας.

Σε πρώτη φάση, είχε αναλάβει συμβουλευτικό πόστο στο πρόγραμμα επίτευξης υπολογιστικών μονάδων εξοπλισμένων με δεδομένα και ικανότητες τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό το σχέδιο αφορούσε την επιτυχή συνένωση κλωνοποιημένου εγκεφαλικού ιστού με τεχνολογικά λογισμικά στοιχεία.

Όσο για τον Γκορ, μετά την αποφοίτησή του, απορροφήθηκε στο δυναμικό που ήταν υπεύθυνο για στην ανάπτυξη του Κινητήρα Ενδοδιαστήματος, οι διαδικασίες ανάπτυξης του οποίου είχαν μπλοκαριστεί στον υπερθετικό βαθμό.

Μηνάς Τσαμπάνης