Εξόριστοι (Κεφάλαιο 27)

Drite

Είχε σηκωθεί αέρας και η Drite σφίχτηκε όσο πιο πολύ μπορούσε στη λεπτή της ζακέτα. Ήταν κακοδιάθετη, σκεφτική. Είχε μετανιώσει που του δόθηκε έτσι απλά, χωρίς αντίσταση. Πόσο ανόητα είχε φερθεί αλήθεια! Ποια ανάγκη και ποια τρελή επιθυμία την οδήγησε να κάνει ό,τι έκανε; Θύμωσε που άφησε τον εαυτό της ευάλωτο, να γίνει ακόμα ένα τρόπαιο για να περηφανεύεται στους φίλους του.

Βαθιά μέσα της αποζητούσε την ανθρώπινη επαφή, τόσα χρόνια είχε κουραστεί να είναι μόνη, να εξομολογείται τα πάντα μόνο στην ίδια. Της έλειπε ένα στήριγμα, κάπου να εναποθέσει την ελπίδα της, να βρει ένα αποκούμπι να σταθεί. Παραδέχτηκε βαθιά μέσα της πως αυτό που ένιωθε ήταν κάτι βαθύ και δυνατό. Δεν ήξερε αν έπρεπε να το βαφτίσει έρωτα ή απλά αδυναμία.

Έφτασε στην πολυκατοικία της και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά. Η μιζέρια ξεχείλιζε από παντού, από τους τοίχους, από τον αέρα, από μέσα της. Προσπάθησε να ξεπεράσει την αηδία της, μα ξαφνικά είχε σιχαθεί τα πάντα. Ο πάγος μέσα της, η τελευταία της άμυνα, είχε αρχίσει να ραγίζει και αυτό ήταν κάτι που δεν το άντεχε.

Μπήκε στο διαμέρισμα και διαπίστωσε πως ήταν μόνη. Το κακό προαίσθημα που είχε συνέχισε να υπάρχει. Ξεκίνησε να συμμαζεύει, γιατί είχε μάθει από μικρή ακόμα πως έπρεπε να καλύψει τα όποια ύποπτα ίχνη. Από τις μέρες αυτές που ο πατέρας της είχε στραφεί στην παρανομία, έπρεπε να είναι συνεχώς προετοιμασμένη για το χειρότερο. Ήξερε πώς ανά πάσα στιγμή και χωρίς λόγο μπορεί να είχε δυσάρεστες επισκέψεις. Πήρε μια μεγάλη μαύρη σακούλα και μάζεψε άδεια μπουκάλια, αποτσίγαρα και ματωμένες γάζες. Κατέβηκε και τα πέταξε στον μεγάλο κάδο που ήταν κάτω από το σπίτι της. Από κάπου κοντά, ακούστηκε το θλιβερό αλύχτισμα ενός σκύλου και ανατρίχιασε.

Έκανε ένα μπάνιο για να ξεπλύνει ότι είχε μείνει πάνω της από βρωμιά και συναισθήματα, έτριβε το πετσί της μέχρι που κόντεψε να ματώσει. Αφέθηκε στη λυτρωτική επίδραση του καυτού νερού για να χαλαρώσει από μια έντονη μέρα.

Δεν πρόλαβε να βγει καλά καλά από το μπάνιο, όταν ακούστηκαν έντονα χτυπήματα στην πόρτα.

-Αστυνομία! Ανοίξτε!

Στο άκουσμα των λέξεων πάγωσε, μα ταυτόχρονα προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της. Άνοιξε την πόρτα και αμέσως τρεις ένστολοι με παρατεταμένα όπλα, όρμησαν στο μικρό διαμέρισμα.

-Τι θέλετε; φώναξε η Drite, μα δεν της έδωσαν σημασία.

Τότε ήταν που εμφανίστηκε ο τέταρτος αστυνομικός που ήταν στον διάδρομο και δεν τον είχε προσέξει. Η Drite ξαφνιάστηκε, μα προσπάθησε να μην το δείξει. Αυτός ο άντρας της ήταν γνωστός. Ήταν ο πατέρας του Φάνη, τον αναγνώρισε από τη φωτογραφία που είδε στο σπίτι του. Είχε ένα ενοχλητικό ύφος αυτοπεποίθησης και ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στα χείλη του. Ένιωσε το βλέμμα του πάνω της και σκέπασε καλύτερα το στήθος της με το μπουρνούζι.

-Τι θέλετε; ρώτησε ξανά.

Κοίταξε γύρω χωρίς να της μιλήσει. Οι υπόλοιποι συνέχισαν να ψάχνουν το σπίτι ρίχνοντας βιβλία στο πάτωμα, ανακατεύοντας ντουλάπες, αδειάζοντας συρτάρια. Σταύρωσε τα χέρια της και απέμεινε να τους κοιτά. Ήξερε πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι, θα υπέμενε άλλη μια φορά και αυτόν τον εξευτελισμό.

Οι τρεις αστυνομικοί τελείωσαν και μαζεύτηκαν στο σαλόνι. Δεν είχαν βρει τίποτα. Η Drite τον κοίταξε με ένα ύφος ικανοποίησης, κάτι που δεν του άρεσε. Την πλησίασε άγρια, ώστε αναγκάστηκε να κολλήσει στον τοίχο πίσω της. Το χνώτο του βρωμούσε και απέστρεψε το πρόσωπό της.

-Μη χαίρεσαι, μικρή βρωμιάρα, της είπε. Και ο πατέρας σου νόμιζε πως θα μου ξεφύγει αλλά…

Χτύπησε με δύναμη τη γροθιά στην παλάμη του και γέλασε. Έκανε νόημα του υπόλοιπους και έφυγαν από το διαμέρισμα, αφήνοντάς τη σύξυλη. Περπάτησε με κόπο και σωριάστηκε στον καναπέ. Αδυνατούσε να πιστέψει σε αυτή την κοσμική σύμπτωση που λάμβανε χώρα μπροστά στα μάτια της. Ο πατέρας του Φάνη ήταν αυτός που σκότωσε τον πατέρα της;

Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν, ποια λογική και ποιος νους θα μπορούσε να το χωρέσει; Έχασε την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, ένιωθε σάμπως και δεν υπήρχε βαρύτητα. Τα μάτια της έπεσαν πάνω στο πάγκο της κουζίνας που είχε αφήσει ένα μισό μπουκάλι ουίσκι. Σηκώθηκε και περπατώντας μηχανικά, το πήρε στα χέρια της κατέβασε μια μεγάλη γουλιά. Ένιωσε το κάψιμο στον λάρυγγα, την έπιασε ακατάσχετος βήχας και σωριάστηκε στο πάτωμα κλαίγοντας.

Ηλίας Στεργίου