Δείπνο Δολοφόνων (Πρόλογος)


Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2016


Δεν ακούστηκε επικήδειος. 

Ο αιδεσιμότατος ΜακΈνζι είπε μερικά λόγια, οι υπεύθυνοι του γραφείου τελετών χαμήλωσαν το φέρετρο στο έδαφος και ο Κέβιν άφησε να πέσει από τα δάχτυλά του λίγο χώμα πάνω στο ξύλινο κουτί, που είχε μέσα του το σώμα του Λουκ Χολ. Κανείς άλλος δεν είχε πάει στην κηδεία.

Ο μαυροφορεμένος άντρας με το διακριτικό άσπρο κολάρο στο πουκάμισό του και τη μικρή φαλάκρα στην κορυφή του κεφαλιού του πλησίασε τον Κέβιν και ακούμπησε τον ώμο του με συμπόνια.

«Ο Κύριος ενεργεί με μυστήριους τρόπους. Μη θλίβεσαι για τους νεκρούς, τέκνον μου. Είναι σε ένα καλύτερο μέρος τώρα».

Ο Κέβιν ένευσε, ελπίζοντας ότι ο ιερέας θα τον άφηνε ήσυχο. Δεν είχε διάθεση να μιλήσει. Μετά τα τελευταία γεγονότα δεν είχε διάθεση γενικά, ο άντρας όμως δεν έλεγε να φύγει.

«Η ζωή μου θα είναι τόσο διαφορετική χωρίς εκείνον. Τόσα πράγματα άλλαξαν» είπε τελικά, ελπίζοντας πως περίμενε να ακούσει κάτι για να απομακρυνθεί. Αντ’ αυτού έλαβε ακόμη ένα άγγιγμα.

«Ο Λουκ» επέμεινε και ήταν προφανές ότι κατέβαλε προσπάθεια για να θυμηθεί το όνομα που είχε αναφέρει πριν από λίγο «δεν θα ήθελε να στεναχωριέσαι ή να παραμελήσεις τη ζωή σου για εκείνον. Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να συνεχίσεις την καθημερινότητά σου, θυμούμενος με αγάπη και όχι με θλίψη τον άνθρωπο που έχασες».

Ήθελε να τον ρωτήσει πώς σκατά νόμιζε ότι ήξερε τι θα ήθελε ο Λουκ. Πώς υποτίθεται ότι έπρεπε να συνεχίσει σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, όταν εκείνος τον βρήκε νεκρό. Όλα είναι εντάξει, μέχρι να χρειαστεί να μαζέψεις τα πράγματα ενός ανθρώπου που ήξερες τόσα χρόνια, να τα βάλεις σε κουτιά, άλλα να τα πετάξεις και άλλα να τα φυλάξεις μέχρι να χρειαστούν, αφήνοντας ένα σπίτι κενό.

Και, στο κάτω κάτω, αν δεν στεναχωριόταν αυτός, ποιος θα το έκανε; Ο Κέβιν ήξερε ότι θα ήταν ο μόνος και αυτό τον εξόργιζε.

Δεν είπε τίποτα όμως και τελικά ο ιερέας μάλλον βαρέθηκε και έφυγε. Πέρασε λίγα λεπτά μέσα στην ησυχία και τελικά προχώρησε μέχρι τα σύνορα του καταπράσινου νεκροταφείου. Στάθηκε για μια στιγμή δίπλα στο αυτοκίνητό του, με το παλτό του να απορροφά τις σταγόνες της βροχής και κοίταξε προς το αχανές λιβάδι με τους τάφους.

Ο καιρός ήταν όλη μέρα μουντός και οι ψιχάλες που έπεφταν έκαναν το χώμα να μυρίζει. Ήταν μέσα Νοέμβρη και το κρύο είχε ήδη αρχίσει να γίνεται αφόρητο. Ένιωθε άδειος, αλλά και γεμάτος θυμό ταυτόχρονα. Η θλίψη θα ερχόταν μετά.

Ο Κέβιν μπήκε τελικά στο αυτοκίνητό του, αφήνοντας τη θανατερή σιωπή τού νεκροταφείου πίσω και πήγε γρήγορα στο σπίτι του. Τα λιγοστά πράγματα του Λουκ, που είχε κρατήσει για τον εαυτό του, ήταν ακόμα σε ένα μικρό κουτί στη θέση του συνοδηγού. Η κορνίζα από τη μόνη φωτογραφία που είχε με εκείνον προεξείχε, αποκαλύπτοντας ένα πρόσωπο που δεν ήθελε να βλέπει.

Έγραψε το email και ξεκίνησε τη δουλειά.


Διαβάστε το πρώτο κεφάλαιο εδώ