Ο Οίκος των Δράκων ΙΙ (κεφάλαιο 9)

Νερίσσα


Είχαν κανονίσει να συναντηθούν στο σταυροδρόμι έξω από την πόλη με το πρώτο φως της αυγής. Ο καθαρός ουρανός προμήνυε μια καλή μέρα, με μονάχα μερικά λευκά σύννεφα να σπάνε το γαλάζιο σκορπισμένα εδώ κι εκεί. Η Νερίσσα έσφιξε τα χαλινάρια του αλόγου της προσπαθώντας να διώξει τη νευρικότητα που ένιωθε. Το ζώο, μια γκρίζα φοράδα, κούνησε ενοχλημένο το κεφάλι του. Το είχε αγοράσει πριν από μερικούς μήνες σε μια πόλη κοντά στην Γκάλμα. Δεν ήταν τόσο γρήγορο όσο το πέταγμα αλλά η Νερίσσα δεν μπορούσε να πηγαίνει από χωριό σε χωριό ή να τριγυρνάει στους δρόμους των πόλεων μεταμορφωμένη σε δράκο, εκτός κι αν ήθελε να αρχίσει να την κυνηγάει ο τρομοκρατημένος όχλος με πυρσούς και όπλα. Προτιμούσε να το αποφύγει αυτό, οπότε η αγορά του αλόγου ήταν απαραίτητη. Ήταν καλό ζώο, σωστά εκπαιδευμένο και υπάκουο.

Ο αυχένας και οι ώμοι της ήταν τόσο σφιγμένοι που είχαν αρχίσει να πονάνε. Τέντωσε τον λαιμό της για να εκτονώσει λίγο την ένταση. Μπορεί να είχε βρει έναν μάγο αλλά τίποτα δεν είχε τελειώσει μέχρι να φέρει πίσω τον αδελφό της. Άραγε τι ιστορίες θα είχε να τους πει από τη μεταθανάτια ζωή; Θα ήταν σαν το μέρος που περιέγραφαν τα παραμύθια και τα τραγούδια των βάρδων ή σαν ένας βαθύς ύπνος δίχως όνειρα; Η Νερίσσα ήθελε να σκέφτεται πως ο Νάριαν βρισκόταν μαζί με τους γονείς τους, όμως η ζωή του σε αυτόν τον κόσμο είχε λήξει πολύ πρόωρα και η αδελφή του και ο Οίκος του τον είχαν ακόμα ανάγκη.

Η προειδοποίηση της Ασσαντόρα ηχούσε στα αυτιά της. Οι μάγισσες σπάνια εξορίζουν κάποιον δικό τους και όταν συμβαίνει δεν το κάνουν με ελαφριά καρδιά. Ό,τι κι αν έκανε αυτός ο μάγος ήταν αρκετά σοβαρό ώστε να μην τον δεχθεί ξανά καμία Σύναξη. Υπό άλλες συνθήκες δε θα την ενδιέφερε το παρελθόν του. Ήθελε τις υπηρεσίες του, όχι την ιστορία της ζωής του και άλλωστε προερχόταν από έναν Οίκο που είχε κάνει φρικαλεότητες ικανές να κρατήσουν και τον πιο σκληροτράχηλο πολεμιστή ξύπνιο τα βράδια, οπότε δεν υπήρχαν πολλά πράγματα που μπορούσαν να την ξαφνιάσουν ή να την τρομάξουν. Αν όμως το παρελθόν του μπορούσε να τη βάλει σε μπελάδες ή να της προκαλέσει προβλήματα τότε ήθελε να το ξέρει.

Ο ήχος από οπλές πάνω σε χώμα τράβηξε την προσοχή της και η ξανθιά Ντρόγκομιρ γύρισε το κεφάλι της για να δει ποιος ήταν. Παραλίγο να μην αναγνωρίσει τον αναβάτη πάνω στο καφέ άλογο που σταμάτησε δίπλα στο δικό της.

«Άργησες» ήταν το πρώτο πράγμα που είπε στον Κάσσιαν. Το πρόσωπο του ήταν φρεσκοξυρισμένο και καθαρό και της φάνηκε πως τα καστανόξανθα μαλλιά του ήταν ελαφρώς πιο κοντά απ' ό,τι χθες. Ο άντρας που έβλεπε στο φως του ήλιου ήταν πολύ διαφορετικός από το κακόμοιρο πλάσμα που είχε γνωρίσει σε εκείνη τη σκοτεινή ταβέρνα. Σήμερα ήταν πιο περιποιημένος και η πλάτη του ήταν ίσια, όχι σκυφτή. Με αυτή την εικόνα θα μπορούσε να παραστήσει άνετα έναν άρχοντα ή έναν ευγενή.

«Βιάζεσαι να πας κάπου, πριγκίπισσα;» αποκρίθηκε χωρίς να της δώσει ιδιαίτερη σημασία, απολαμβάνοντας τις ζεστές ακτίνες του ήλιου στο πρόσωπό του.

«Όσο πιο γρήγορα τελειώσουμε με αυτό, τόσο καλύτερα. Και μη με ξαναπείς πριγκίπισσα» είπε αυστηρά αλλά ο μάγος την αγνόησε. Η Νερίσσα προσπάθησε να κρύψει τη δυσαρέσκειά της για αυτό το γεγονός. Προφανώς η λέξη «σεβασμός» ήταν άγνωστη στις μάγισσες. «Λοιπόν, πώς ξεκινάμε;»

«Περίμενε μια στιγμή, πριγκίπισσα» τη σταμάτησε. «Νομίζεις ότι το να φέρεις κάποιον από τους νεκρούς είναι απλή υπόθεση;»

Η Νερίσσα στριφογύρισε τα γαλάζια μάτια της. «Πόσο δύσκολο είναι να ψάλεις μερικές λέξεις;» ρώτησε ανυπόμονα. Αυτή ήταν μια πολύ κακή αρχή.

«Γιατί οι άνθρωποι που δεν ξέρουν τίποτα από μαγεία ανακατεύονται με δυνάμεις που δεν μπορούν να καταλάβουν;» ρώτησε τον εαυτό του και στράφηκε ξανά προς την κοπέλα. «Το θέμα δεν είναι το ίδιο το ξόρκι, αλλά τα υλικά που χρειάζονται για να γίνει. Αν το μόνο που ήθελες ήταν μερικές λέξεις για να φέρεις έναν αγαπημένο πίσω στη ζωή όλοι θα το έκαναν, δε νομίζεις;»

Ο τόνος του δεν της άρεσε, ήταν σαν να μιλούσε σε ένα μικρό παιδί που δεν μπορούσε να καταλάβει απλά πράγματα για τον κόσμο γύρω του και έπρεπε να του τα εξηγήσει. Είχε μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον όπου όλοι γύρω της έτρεχαν να ικανοποιήσουν κάθε θέλημα και διαταγή της, σε βαθμό που ποτέ δεν της πέρασε από το μυαλό ότι κάποιος θα μπορούσε να της συμπεριφερθεί διαφορετικά. Η συμπεριφορά του Κάσσιαν όχι απλά την ενοχλούσε, αλλά και την αποσυντόνιζε. Όμως δεν μπορούσε να αρνηθεί πως είχε δίκιο.

«Τι υλικά χρειάζεσαι;» ρώτησε κρατώντας τον τόνο της ήρεμο, υπενθυμίζοντας στον εαυτό της ότι τον είχε ανάγκη. Δεν ήταν καμία κακομαθημένη πριγκίπισσα που περίμενε να την υπηρετούν οι πάντες, μπορούσε και να συνεργαστεί με άλλους. Σωστά;

«Η τελετή που θες να γίνει είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία. Αλλά το μόνο που πρέπει να σε απασχολεί είναι ότι χρειάζεται μια μεγάλη πηγή ενέργειας που θα είναι ικανή να τροφοδοτήσει το ξόρκι που θα καλέσει την ψυχή του αδελφού σου από τον Άλλο Κόσμο και θα αποκαταστήσει τη ζωτική του ενέργεια. Και όταν λέω μεγάλη εννοώ τεράστια. Εξασφάλισε αυτό και μετά άσε τα υπόλοιπα σε εμένα».

«Και πού θα βρω μια τέτοια πηγή ενέργειας;»

Ο νεαρός μάγος έμεινε για λίγο σκεπτικός. «Ο Ντέβαν Ντρόγκομιρ δεν έχει έναν γιο; Ένα παιδί με την ικανότητα των Μεταμορφιστών και τις δυνάμεις των μάγων να κυλάνε στις φλέβες του;» Προσέχοντας την ξαφνιασμένη έκφρασή της πρόσθεσε: «Τα νέα έχουν ταξιδέψει σε όλη τη Ναβίντια και τις γειτονικές χώρες. Ένα υβρίδιο δεν είναι κάτι που ακούς κάθε μέρα. Αυτή είναι πολλή δύναμη. Αν μπορούσαμε να πάρουμε λίγη...»

«Όχι!» είπε απότομα η Νερίσσα. «Αν κάνεις έστω και ένα ύποπτο βήμα προς το παιδί του ξαδέλφου μου εγώ η ίδια θα ξεριζώσω το κεφάλι σου από τους ώμους σου, κατάλαβες;»

«Ηρέμησε» της είπε σηκώνοντας τα χέρια του. «Μια πρόταση έκανα. Το παιδί δε θα πάθαινε κακό. Δε θα έβλαπτα ποτέ ένα μωρό. Για όνομα των Θεών, εσείς οι γυναίκες τα δραματοποιείτε όλα».

Η Νερίσσα γρύλισε και τα μάτια της χωρίστηκαν στα δυο από ισάριθμες μαύρες κάθετες σχισμές και χρυσά λέπια άστραψαν στις άκρες του προσώπου και του λαιμού της. Όσο κι αν πικραμένη ήταν με την Ορόρα και τον Ντέβαν δε θα επέτρεπε ποτέ να πάθει κάτι ο Ραίγκαρ. Όσο κι αν ήθελε να ξαναδεί τον Νάριαν αυτή η ιδέα ήταν εκτός συζήτησης.

«Αλλά αφού δε σου αρέσει αυτή η ιδέα έχω κι άλλη πρόταση» είπε ο Κάσσιαν.

«Για να την ακούσω». Ο τόνος της ήταν αιχμηρός, μια ξεκάθαρη προειδοποίηση να διαλέξει προσεκτικά τα επόμενα λόγια του. Η προηγούμενη ιδέα του την είχε αναστατώσει πολύ περισσότερο απ' ό,τι μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Ίσως έπρεπε να είχε ακούσει την Ασσαντόρα ότι όλο αυτό ήταν κακή ιδέα.

«Μια από τις αρχηγούς των Συνάξεων πέθανε στο Ξέφωτο των Ρόδων πέρυσι».

«Το ξέρω, ήμουν εκεί. Και τι με αυτό;»

Ο Άρχοντας Αίρυς την είχε σκοτώσει ανοίγοντας την πλάτη της στα δύο. Η Νερίσσα ακόμα μπορούσε να ακούσει τις φωνές της μάχης και τα ουρλιαχτά των ετοιμοθάνατων μάγων στα αυτιά της. Ακόμα και μετά από τόσους μήνες κάθε φορά που θυμόταν τα φρικιαστικά τέρατα από χώμα και κιτρινισμένα οστά που είχαν φτιάξει οι Ορεσίβιοι για να τους υπερασπιστούν έκανε τις μικρές τριχούλες στα χέρια της να σηκώνονται όρθιες. Όχι πως θα το παραδεχόταν βέβαια.

«Η ενέργειά της μαζί με την ενέργεια των συντρόφων της και όσων μάγων χάθηκαν κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου που είχε ξεσπάσει πριν από αιώνες ανάμεσα στις Συνάξεις είναι ακόμα εκεί».

«Άρα μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε για το ξόρκι» συμπέρανε, συλλογιζόμενη την πιθανότητα. «Τι άλλο χρειάζεσαι;»

«Τα κόκαλα του αδελφού σου και το μεγαλύτερο πετράδι που μπορείς να βρεις».

Η Νερίσσα τον κοίταξε σηκώνοντας ειρωνικά ένα φρύδι. «Δε σε πληρώνω αρκετά;»

«Χρειάζεσαι έναν αγωγό για να τραβήξεις όλη αυτή την ενέργεια και να τη χρησιμοποιήσεις στο ξόρκι» απάντησε σα να ήταν κάτι αυτονόητο. «Τα πετράδια είναι καλοί αγωγοί και μια τόσο μεγάλη ποσότητα ενέργειας χρειάζεται ένα μεγάλο πετράδι. Κατάλαβες, ξανθούλα;»

«Κατάλαβα». Άρα έπρεπε να φέρει τα οστά του Νάριαν για να κάνουν το ξόρκι. «Γύρνα στην πόλη και πήγαινε στο πανδοχείο. Περίμενε εκεί. Θα γυρίσω σε πέντε μέρες».

Ο Κάσσιαν την κοίταξε με απορία. «Πού πηγαίνεις;»

«Να φέρω τα υλικά για το ξόρκι σου». Άφησε τα χαλινάρια και κατέβηκε από τη σέλα. «Πρόσεχε το άλογό μου» του είπε.

Θα έκανε πιο γρήγορα αν πετούσε.

Έπρεπε να γυρίσει στο μέρος μισούσε και φοβόταν όσο κανένα άλλο στον κόσμο. Στο μέρος που κατέστρεφε τις ζωές όλων όσων το πλησίαζαν. Εκεί όπου ήλπιζε ότι δε θα χρειαζόταν να ξαναπατήσει ποτέ στη ζωή της.

Σπίτι.

Φαίη