Ο Οίκος των Δράκων ΙΙ (κεφάλαιο 21)

Κίρα

Μετά την επίσκεψη στο αναρρωτήριο, είχε επιστρέψει εσπευσμένα στο δωμάτιό της. Ο Ντέβαν κοιμόταν ακόμα. Είχε πετάξει τα σκεπάσματα από πάνω του στον ύπνο του, και τώρα αυτά σχημάτιζαν ένα κουβάρι στο σημείο όπου θα έπρεπε να ήταν ξαπλωμένη δίπλα του.
Ο Ντέβαν ήταν ένας όμορφος άντρας, αλλά όταν κοιμόταν το πρόσωπό του μεταμορφωνόταν. Όλη η ένταση -που συνήθως του προκαλούσε η οικογένειά του- χανόταν από τις γραμμές του προσώπου του και τα χαρακτηριστικά του έπαιρναν μια πιο γλυκιά όψη, πιο αθώα, σαν να ήταν ένας έφηβος δίχως έγνοιες στον κόσμο και όχι ένας άντρας που είχε κάνει ήδη οικογένεια. Η Κίρα ήθελε να πάει κοντά του, να αγγίξει απαλά τη γραμμή των ζυγωματικών του και τα καλοσχηματισμένα χείλη του. Η επιθυμία ήταν τόσο έντονη που το σώμα της πονούσε. Αλλά δεν υπήρχε χρόνος.

Γονάτισε μπροστά στο μπαούλο με τα πράγματά της και άνοιξε το καπάκι. Αν πράγματι ήταν η Ναζλί αυτή που κρυβόταν πίσω από το καταραμένο κολιέ, τότε υπήρχε μια πολύ μεγάλη πιθανότητα η Σαφίγια να έτρεχε για να την προειδοποιήσει αυτή τη στιγμή. Το ζαφείρι έκαιγε μέσα στην παλάμη της σαν να κρατούσε ένα κάρβουνο. Το πέταξε στο πάτωμα δίπλα της και άρχισε να ψάχνει βιαστικά μέσα στο μπαούλο, πετώντας ρούχα και μικροαντικείμενα έξω. Τράβηξε το μαχαίρι που της είχε χαρίσει ο Ντέβαν, με το σκαλιστό δέντρο στη λαβή, μέσα από τις στρώσεις των υφασμάτων. Το κράτησε γερά με το δεξί της χέρι και κατέβασε με δύναμη τη λαβή πάνω στο κούμπωμα του κολιέ.
Ο θόρυβος έκανε τον Ντέβαν να ανασαλέψει, αλλά δεν ξύπνησε. Θα πρέπει να ήταν πολύ πιο καταβεβλημένος από όσο επέτρεπε να φανεί. Μίσος φούντωσε μέσα της για την πριγκίπισσα. Μια μικρή φωνή στο πίσω μέρος του μυαλού της της έλεγε να μη βγάζει βιαστικά συμπεράσματα πριν βρει αποδείξεις για την εμπλοκή της Ναζλί. Αλλά εκείνη τη στιγμή η Κίρα χρειαζόταν ένα πρόσωπο για να μισεί και το δικό της της έκανε μια χαρά.
Πέρασε το μαχαίρι στη ζώνη της φροντίζοντας να κρύβεται όσο το δυνατόν καλύτερα μέσα στο ύφασμα της φούστας της, πήρε το κολιέ, και σηκώθηκε όρθια ξεχνώντας το ανοιχτό μπαούλο και τα πεταμένα πράγματα στο πάτωμα.
Μικροί, απαλοί ήχοι ακούστηκαν στο δωμάτιο. Ο Ραίγκαρ είχε ξυπνήσει και κουνούσε τα χέρια και τα πόδια του προσπαθώντας να πετάξει από πάνω του τη λεπτή κουβέρτα που τον σκέπαζε. Η Κίρα κάθισε στο κρεβάτι και ακούμπησε τα χέρια της στην άκρη του καλαθιού, περιμένοντας να δει αν το μωρό θα έκλαιγε. Μπορεί να είχε πεινάσει ή να ήθελε να τον κρατήσει στην αγκαλιά της για να αποκοιμηθεί. Αλλά ο Ραίγκαρ δεν έκλαψε, σαν να καταλάβαινε πως έπρεπε να κάνει ησυχία για να βοηθήσει τη μητέρα του.
«Πρόσεχε τον πατέρα σου όσο θα λείπω» του είπε σιγανά. «Το ξέρω πως μπορείς. Είσαι ένα πολύ ξεχωριστό παιδί».
Δεν το έλεγε μόνο και μόνο επειδή ήταν η μητέρα του. Ο γιος της είχε κληρονομήσει τις ικανότητες των Μεταμορφιστών από την πλευρά του πατέρα του και τις δυνάμεις των μάγων από την πλευρά της μητέρας του. Μια ολόκληρη Σύναξη είχε δώσει όρκο να τον προστατεύει. Θα μάθαινε πώς να κυβερνάει από τον πατέρα του και μια μέρα θα γινόταν ο Άρχοντας ολόκληρης της Ναβίντια. Αν το ήθελε, ολόκληρος ο κόσμος θα βρισκόταν στα πόδια του.
Προς το παρόν, όμως, παρακολουθούσε τη μητέρα του με μεγάλα γαλανά ματάκια γεμάτα περιέργεια. Η Κίρα χαμογέλασε. Έσκυψε και τον φίλησε στο μέτωπο.
Ήξερε ότι θα έπρεπε να ξυπνήσει τον Ντέβαν. Αλλά δεν είχε χρόνο και δεν ήθελε να τον ανησυχήσει. Άλλωστε μπορούσε να τα καταφέρει και μόνη της, για τώρα τουλάχιστον. Αν τα πράγματα δυσκόλευαν, θα του μιλούσε.
Ακόμα και μέσα στο κεφάλι της οι δικαιολογίες ακουγόντουσαν γελοίες. Ο πραγματικός λόγος που δίσταζε να του εκμυστηρευτεί τις υποψίες της ήταν ότι φοβόταν πως θα τις απέρριπτε ως υπερβολές -ή ακόμα χειρότερα ζήλια- και θα επέλεγε να πιστέψει τη Ναζλί.
Φοβόταν την απόρριψή του.
Έφτιαξε την κουβέρτα του μωρού και σηκώθηκε όρθια. Το στομάχι της δέθηκε σε έναν σφιχτό κόμπο καθώς απομακρυνόταν από κοντά τους αλλά αυτό δεν τη σταμάτησε. Άνοιξε την πόρτα και γλίστρησε αθόρυβα έξω, ακριβώς όπως είχε κάνει και πριν από λίγες ώρες.
Ήταν ώρα να μάθει ποιος ήθελε να κάνει κακό στην οικογένειά της.


* * *


Το ξημέρωμα τη βρήκε στην αγορά. Οι κίτρινες ακτίνες του ήλιου ζέσταιναν το χώμα και τα πέτρινα κτίσματα, διώχνοντας την πάχνη που είχε μαζευτεί πάνω τους κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Η Κίρα καθόταν στη σκιά ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού και παρακολουθούσε τους εμπόρους να στήνουν τους πάγκους τους, προετοιμάζοντας τα εμπορεύματά τους για τον κόσμο που σύντομα θα κατέκλυζε το παζάρι. Μεγαλόσωμοι αγρότες κουβαλούσαν ξύλινα καφάσια γεμάτα φρεσκοκομμένα λαχανικά, άλλοι ξετύλιγαν ρολά με πολύχρωμα υφάσματα για να μπορούν να τα δουν οι υποψήφιοι αγοραστές, ή τακτοποιούσαν ζεστά καρβέλια και γλυκά σε όμορφες σειρές.
Ξεχώρισε τον ψηλό, γεροδεμένο άντρα με τα πυκνά μαύρα γένια που είχε δει την προηγούμενη φορά. Έμοιαζε περισσότερο με πειρατή παρά με έμπορο. Κρατούσε ένα μεγάλο σιδερένιο κουτί το οποίο ακούμπησε πάνω στον ξύλινο πάγκο. Σκούπισε το μέτωπο του με το μανίκι του και στη συνέχεια τράβηξε ένα μακρύ κλειδί που κρεμόταν από μια αλυσίδα στον λαιμό του, άνοιξε το κουτί, και άρχισε να βγάζει έξω τα κοσμήματα. Η εμπόρισσα εμφανίστηκε λίγο αργότερα, μια έντονη γαλάζια κουκκίδα μέσα στο πλήθος. Ένα φουλάρι στο ίδιο χρώμα με τα ρούχα της κάλυπτε τα μαλλιά της και αμέτρητες σειρές από κολιέ κρεμόντουσαν από τον λαιμό της. Έπιανε ένα ένα τα βραχιόλια και τα σκουλαρίκια και τα γυάλιζε με ένα χνουδωτό πανί πριν τα τακτοποιήσει στον πάγκο.
Η Κίρα κοίταξε γύρω της, ψάχνοντας για κάποια περίεργη κίνηση ή κάποιο βλέμμα καρφωμένο πάνω της. Ήταν πολύ προσεχτική όταν έφυγε από το παλάτι και δεν είχε αντιληφθεί κάποιον να την ακολουθεί. Ακόμα κι έτσι, όμως, έκανε πολλούς κύκλους μέσα στην πόλη πριν πάει στο παζάρι, ελπίζοντας να μπερδέψει όποιον την ακολουθούσε σε περίπτωση που την παρακολουθούσαν.
Αποφασίζοντας πως το πεδίο ήταν καθαρό, βγήκε από τα χαλάσματα του εγκαταλελειμμένου σπιτιού και περπάτησε χαλαρά προς τον πάγκο με τα κοσμήματα, ένα θαύμα αν σκεφτεί κανείς ότι ένιωθε τους μύες της άκαμπτους από την ένταση.
«Καλημέρα» χαιρέτησε, προσπαθώντας να κάνει τη φωνή της να φανεί ευχάριστη.
Η εμπόρισσα την κοίταξε και το στόμα της σχημάτισε ένα μικρό ξαφνιασμένο Ο.
«Σε θυμάμαι εσένα». Άφησε το πανί στον πάγκο και ακούμπησε τα χέρια της στους γοφούς της. «Πού είναι ο όμορφος νεαρός που σε συνόδευε την προηγούμενη φορά;»
«Κάτι τον τριγυρίζει και έπρεπε να μείνει στο κρεβάτι».
«Τι κρίμα. Ελπίζω να του περάσει γρήγορα».
Η Κίρα πίεσε τον εαυτό της να ευχαριστήσει τη γυναίκα παρόλο που το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να χιμήξει στον λαιμό της μάγισσας.
«Λοιπόν, τι σε φέρνει στα μέρη μας; Μήπως ήρθες για να αγοράσεις δώρα για τους συγγενείς σου πίσω στην πατρίδα;»
Η Κίρα ένιωσε την παρόρμηση να τη ρωτήσει πώς ήξερε ότι εκείνη και ο Ντέβαν ήταν ξενομερίτες αφού κανένας από τους δυο τους δεν είχε αναφέρει κάτι τέτοιο στην προηγούμενη συνάντησή τους. Αλλά μάλλον δεν ήταν απαραίτητο να συμβαίνει κάτι ύποπτο για να το καταλάβει αυτό. Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν ήταν από το Νιέζντιελ, με το χλωμό δέρμα τους και τα ανοιχτόχρωμα μάτια τους.
«Ίσως αργότερα» αποκρίθηκε η κοπέλα και της έδειξε το κολιέ. «Είχαμε ένα μικρό ατύχημα. Αναρωτιόμουν αν μπορείς να το επιδιορθώσεις».
Η μάγισσα πήρε το κολιέ από το χέρι της και κοίταξε συνοφρυωμένη το σπασμένο κούμπωμα. Το περιεργάστηκε για μια στιγμή και είπε:
«Δε θα είναι δύσκολο να το φτιάξω. Στην χειρότερη περίπτωση θα αντικαταστήσω ολόκληρη την αλυσίδα, αν και δε νομίζω πως θα χρειαστεί. Έλα γρήγορα, τώρα που δεν έχουμε ακόμα πολύ κόσμο». Έκανε νόημα στον συνεργάτη της να προσέχει τον πάγκο.
Πήγαν στο μικρό εργαστήριο που τους είχε πάει και την προηγούμενη φορά δήθεν για να τους εξηγήσει τι ήταν ένας αγωγός, ενώ στην πραγματικότητα τους οδηγούσε σε μια παγίδα για να πέσει στα χέρια τους το καταραμένο κολιέ.
«Αναρωτιέμαι πώς έγινε αυτό» είπε η γυναίκα κοιτάζοντας το σπασμένο κούμπωμα. Η Κίρα έκλεισε την πόρτα του δωματίου, απομονώνοντας τες από τον έξω κόσμο.
«Ο γιος μου το έριξε κάτω, δεν το είδα και το πάτησα. Του αρέσει να παίζει με αστραφτερά πράγματα». Η γυναίκα την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω σαν να μπορούσε να δει πέρα από το ψέμα της.
«Φαίνεσαι λεπτοκαμωμένη κοπέλα. Σίγουρα όχι αρκετά βαριά για να κάνεις τέτοια ζημιά». Η Κίρα σήκωσε τους ώμους της, σαν να μην καταλάβαινε ούτε εκείνη πώς είχε γίνει.
«Τέλος πάντων, δώσε μου λίγα λεπτά και θα το κάνω σαν καινούργιο».
Της γύρισε την πλάτη για να πάει στο γραφείο με τα εργαλεία της. Αυτή ήταν η ευκαιρία που έψαχνε η Κίρα. Με μια γρήγορη κίνηση τράβηξε το μαχαίρι από τη ζώνη της και το κράτησε στον λαιμό της εμπόρισσας.
«Τι κάνεις;» αναφώνησε η μάγισσα και κοκάλωσε μπροστά της.
«Ποιος σε έβαλε να μου δώσεις το κολιέ;» απαίτησε να μάθει.
«Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς!» Η Κίρα δεν μπορούσε να δει καλά το πρόσωπό της, αλλά ακουγόταν πραγματικά τρομοκρατημένη. «Έχω λεφτά. Πάρε τα κοσμήματα-»
«Ήξερες τι είμαι. Μας δελέασες για να έρθουμε εδώ και να μας δώσεις το συγκεκριμένο κολιέ, ενώ θα μπορούσες να μας είχε πουλήσει οποιοδήποτε από εκείνα που είχες στον πάγκο σου. Ήξερες πως το πετράδι ήταν καταραμένο. Για ποιον δουλεύεις;»
«Δ-δεν ξέρω» τραύλισε. «Μου έστειλαν μόνο ένα σημείωμα που μου έλεγαν τι ήθελαν να κάνω. Δε συνάντησα ούτε είδα κανέναν».
«Αυτό δεν ήταν μια συμφωνία για μια κοινή δολοφονία. Ο στόχος σας ήταν ο διάδοχος της Ναβίντια. Οποιοσδήποτε στη θέση σου θα είχε εξαφανιστεί από την πόλη, αλλά εσύ έμεινες. Υποψιάζομαι πως το έκανες για να βεβαιωθείς η δουλειά έγινε και να ενημερώσεις αυτόν που σε έβαλε να το κάνεις. Σε ποιον θα έδινες αναφορά; Πώς θα επικοινωνούσες μαζί του;» Η μάγισσα σταμάτησε να τρέμει και η φωνή της πήρε μια πιο ψυχρή χροιά.
«Κόψε μου τον λαιμό. Δε θα πάρεις πληροφορίες από εμένα».
«Γνωρίζεις την Ορόρα Ντρόγκομιρ; Δώσε μου ένα όνομα αλλιώς θα τη γνωρίσεις σύντομα, και σου εγγυώμαι ότι δε θα είναι τόσο ευγενική όσο εγώ. Ποιος θέλει να μας κάνει κακό;»
«Ποιος δε θέλει θα έπρεπε να ρωτάς. Οι Ντρόγκομιρ πέρασαν τις τελευταίες δεκαετίες δημιουργώντας μια ορδή από εχθρούς. Μπορεί να είναι οι μάγισσες της Ναβίντια ή οι Άρχοντες της Νταχάρα. Μπορεί να το οργάνωσαν οι Ορεσίβιοι που έχασαν τα πάντα όταν δολοφονήθηκε η αρχηγός τους. Όλοι έχουν πρόσβαση στη μαγεία και όλοι θα έδιναν τα πάντα για να δουν τον Οίκο των Ντρόγκομιρ να γίνεται ερείπια».
Η Κίρα πίεσε περισσότερο το μαχαίρι στον λαιμό της. Η λεπίδα γρατζούνισε το δέρμα της και λεπτά κόκκινα ρυάκια κύλησαν λεκιάζοντας το γαλάζιο ύφασμα του ρούχου της. «Αρκετά με τα παιχνίδια» είπε μέσα από τα δόντια της. «Δώσε μου ένα όνομα».
Η μάγισσα γύρισε το κεφάλι της στο πλάι -όσο της επέτρεπε η στάση που βρισκόταν- και την κοίταξε με μια περίεργη λάμψη ευθυμίας στα μάτια, σαν να είχε αποδεχθεί το γεγονός ότι θα πέθαινε, αλλά ήταν αποφασισμένη να παίξει μαζί της μέχρι το τέλος. «Αν ψάχνεις για τον ένοχο γιατί δεν κοιτάς μέσα στον Οίκο των Ντρόγκομιρ; Ακόμα και αυτοί είναι σαν λιοντάρια έτοιμα να κατασπαράξουν το ένα το άλλο. Ο διάδοχος δεν είχε επιτεθεί στον Άρχοντά του; Ίσως ο Άρχοντας Αίρυς αναγνώρισε την απειλή που ζει κάτω από τη στέγη του και αποφάσισε να την ξεφορτωθεί. Εξάλλου, έχει κι άλλο παιδί για να τον διαδεχθεί».
«Πες μου ποιος θέλει τον Ντέβαν νεκρό!»
«Πολλοί, να είσαι σίγουρη γι' αυτό. Και όχι μόνο εκείνον. Ανόητο κορίτσι, τα χάλασες όλα! Ποια μητέρα δεν κρατάει το παιδί της όταν κλαίει;»
Το αίμα της Κίρας πάγωσε μέσα στις φλέβες της. Όποιος κι αν ήταν αυτός για τον οποίο δούλευε η μάγισσα ήθελε νεκρό και τον Ραίγκαρ; Φαντάστηκε το μωρό της άρρωστο, το μικρό του σώμα να μην μπορεί να αντέξει τα ξόρκια για πολύ όπως ένας ενήλικας... Ένα ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική της στήλη. Υπήρχαν πολλοί που θα ωφελούνταν από κάτι τέτοιο, τόσοι που φοβόταν να τους μετρήσει.
Η μάγισσα εκμεταλλεύτηκε τη στιγμή που το μυαλό της Κίρα βρισκόταν αλλού και κινήθηκε γρήγορα. Έβαλε το χέρι της στο φαρδύ μανίκι του καφτανιού της και έβγαλε έξω ένα μικροσκοπικό φιαλίδιο. Προτού η Κίρα προλάβει να αντιδράσει, τράβηξε τον φελλό και ήπιε το περιεχόμενό του. Το σώμα της άρχισε να τραντάζεται και η Κίρα έκανε ένα βήμα πίσω αφήνοντάς τη να σωριαστεί στο πάτωμα. Την παρακολούθησε να σπαρταράει σαν ψάρι που το είχαν τραβήξει έξω από το νερό, κόκκινοι αφροί έβγαιναν από το στόμα της, μέχρι που έμεινε τελείως ακίνητη.
Η Κίρα έκλεισε το στόμα της με το χέρι της και έπνιξε μια εξαγριωμένη κραυγή.
«Ανάθεμα!» Ήταν απρόσεχτη και είχε χάσει το μοναδικό στοιχείο που θα μπορούσε να την οδηγήσει στο άτομο που ήθελε να σκοτώσει την οικογένειά της. Θα πρέπει να ήταν κάποιος πολύ ισχυρός αν η μάγισσα προτίμησε να αυτοκτονήσει παρά να τον προδώσει.
Να ήταν πράγματι ο Αίρυς; Είχε παρανοήσει τόσο ώστε να προτιμά να θυσιάσει γιο και εγγονό παρά να ρισκάρει να υπάρχει κάποιος που θα μπορούσε να σφετεριστεί την εξουσία του;
Πέρασε νευρικά τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά της. Έπρεπε να φύγει από εκεί. Γονάτισε και πήρε το κολιέ με το ζαφείρι μέσα από τα κλειστά δάχτυλα της μάγισσας. Καλύτερα να μην το έβρισκε εκεί όποιος ανακάλυπτε το πτώμα. Πήγε στην πόρτα και έριξε μια τελευταία ματιά στη νεκρή γυναίκα.
«Είθε να καίγεσαι για πάντα στις Εφτά Κολάσεις» της είπε. Βγήκε από το εργαστήρι και χάθηκε μέσα στο πλήθος.

Φαίη