Το Δάσος των Μαγισσών (Κεφάλαιο 5 - Μέρος 1)

Τα βήματά της την είχαν οδηγήσει ξανά στον χαμηλό λόφο με τη βελανιδιά. Είχαν περάσει τρεις μέρες από την τελευταία φορά που είχε δει το αρχαίο δέντρο. Μετά από την επίθεση, ο Άιζακ και οι Πρεσβύτεροι είχαν πάρει μέτρα ασφαλείας τοποθετώντας σκοπούς γύρω από το χωριό. Ο μόνος λόγος που η Σελίν είχε καταφέρει να ξεγλιστρήσει εκείνο το απόγευμα ήταν επειδή η Νάγια είχε πιάσει την κουβέντα στον γιο της Σατρίνα που φυλούσε σκοπιά αποσπώντας, του τη προσοχή. Κανείς δεν την είχε δει να χάνεται μέσα στο δάσος.


Ήταν λες και το χωριό είχε ερημώσει μέσα σε μια νύχτα. Οι μάγοι έμεναν κλεισμένοι στα σπίτια τους αφήνοντας τους δρόμους άδειους και σιωπηλούς. Οι γονείς δεν άφηναν τα παιδιά να παίξουν στην πλατεία, οι χαρούμενες φωνές τους δεν αντηχούσαν στον άνεμο όπως συνέβαινε κάθε μέρα από τότε που η Σελίν θυμόταν τον εαυτό της. Οι συγχωριανοί της συζητούσαν ψιθυρίζοντας, με ώμους σκυφτούς σαν να μην ήθελαν να τραβήξουν τη προσοχή πάνω τους. Μονάχα μια ερώτηση κρεμόταν από τα χείλη τους.
Ποιoς θα επιλεγεί για τη Θυσία;

Ένιωθε να πνίγεται. Όχι μόνο για το βαρύ –σχεδόν πένθιμο– κλίμα που επικρατούσε αλλά και επειδή κάθε μέρα που περνούσε την έφερνε όλο και πιο κοντά σε έναν γάμο που δεν ήθελε. Ήταν ρηχό να σκέφτεται έτσι, το ήξερε, ειδικά τώρα που κάποιος γνωστός της σύντομα θα αντάμωνε τις φρίκες που παραμόνευαν στην καρδιά του δάσους και με την απειλή της μυστηριώδους Μπαστιάνας να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους. Αλλά δεν μπορούσε να ελέγξει πώς ένιωθε και ίσως γι΄ αυτό είχε πάει στη βελανιδιά.

Τα σκούρα μπλε μάτια της καρφώθηκαν σε μια φιγούρα στη βάση της βελανιδιάς. Ο Έρικ καθόταν πάνω στο χορτάρι, με την πλάτη του να ακουμπάει τεμπέλικα στον κορμού του δέντρου και με την προσοχή του εστιασμένη σε κάτι που κρατούσε στα χέρια του. Το λαμπερό πορτοκαλοκόκκινο φως του ήλιου που έδυε πίσω του τον έκανε να μοιάζει με μια σκοτεινή σιλουέτα, αλλά η Σελίν ήξερε πως ήταν αυτός.

Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, η καρδιά της φτερούγησε μέσα στο στήθος της. Γιατί; Αυτό το αγόρι δεν ήταν παρά ένας άγνωστος.

Όμως μαζί του δεν χρειαζόταν να είναι η προστατευόμενη του Άιζακ, η αρραβωνιαστικιά του Ρόραν ή η μάγισσα με τις αλλόκοτες δυνάμεις που έπρεπε να τις κρατά κρυφές. Μπορούσε να είναι απλά η Σελίν.

Σαν να αισθάνθηκε την παρουσία της, ο Έρικ σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε προς το μέρος της. Άφησε αυτό που κρατούσε στο έδαφος και σηκώθηκε όρθιος.

Η Σελίν πήρε μια μικρή ανάσα και προχώρησε προς το μέρος του.

«Δεν περίμενα πως θα σε βρω εδώ» παραδέχθηκε όταν βρέθηκε σε μια απόσταση που μπορούσε να την ακούσει.

«Ερχόμουν κάθε απόγευμα τις τελευταίες τρεις μέρες» αποκρίθηκε το αγόρι. «Ήλπιζα να εμφανιστείς, ώστε να έχω την ευκαιρία να απολογηθώ που δεν εμφανίστηκα στη συνάντησή μας».

Σταμάτησε δυο βήματα μακριά του νιώθοντας την ανακούφιση να την πλημμυρίζει. Για τρεις ολόκληρες μέρες βασανιζόταν από μαύρες σκέψεις, αναρωτιόταν αν τα πλάσματα που είχαν απωθήσει οι μάγοι είχαν φτάσει τα χωριά των ανθρώπων και αν ο Έρικ είχε τραυματιστεί –ή ακόμα χειρότερα, σκοτωθεί. Αν του είχε συμβεί κάτι επειδή δεν τους είχε προειδοποιήσει θα κουβαλούσε αυτό το βάρος στη συνείδησή της για την υπόλοιπη ζωή της. Κι όμως τώρα βρισκόταν μπροστά της, ζωντανός και δίχως εμφανή τραύματα, ανησυχώντας μήπως του είχε θυμώσει επειδή την είχε στήσει στη συνάντησή τους.

«Δεν υπάρχει λόγος να απολογηθείς» του είπε. «Δεν ήρθα ποτέ στη συνάντηση».

«Χαίρομαι» της απάντησε.

Μικρές ζάρες εμφανίστηκαν στο μέτωπό της. «Ομολογώ πως δεν περίμενα να το ακούσω αυτό» παραδέχθηκε μπερδεμένη. Και για να είναι απόλυτα ειλικρινής, τα λόγια του έτσουξαν λίγο. «Εσύ είσαι αυτός που μου ζήτησε να…»

«Παρεξήγησες τα λόγια μου» την έκοψε μαλακά. «Η παρουσία σου μου δίνει μεγάλη χαρά. Αλλά είμαι ευγνώμων που δεν κατάφερες να έρθεις επειδή την προηγούμενη νύχτα έγινε μια επίθεση στο χωριό μου. Δεν θα ήθελα να βάλεις την ασφάλειά σου σε κίνδυνο».

Τελικά οι φόβοι της είχαν επιβεβαιωθεί. «Επίθεση;» επανέλαβε, βάζοντας τα δυνατά της να ακουστεί ξαφνιασμένη. Δεν μπορούσε να αποκαλύψει πως γνώριζε για τα λυκοπλάσματα χωρίς να ακουστεί ύποπτο.

Το πρόσωπο του σκοτείνιασε και πήρε μια πιο σκληρή όψη. «Οι μάγισσες έστειλαν τέρατα να μας επιτεθούν στη μέση της νύχτας» είπε με ψυχρή φωνή που αντικατόπτριζε το μίσος του για το είδος της. «Δώσαμε σκληρή μάχη για να τα σκοτώσουμε και κατά τη διάρκεια της χάσαμε πέντε άντρες. Καλούς ανθρώπους που είχαν οικογένειες».

«Λυπάμαι για τις απώλειές σας» του είπε και το εννοούσε. «Αλλά πώς είσαι τόσο σίγουρος ότι τα έστειλαν οι μάγισσες;»

«Επειδή αυτό κάνουν» αποκρίθηκε, λες και αυτό εξηγούσε τα πάντα. «Το κακό ρέει στις φλέβες τους».

Πάσχισε για να κρατήσει την έκφραση της ήπια και να μην αφήσει να φανεί ότι δυσανασχετούσε. Οι άνθρωποι ήταν όλοι καλοί και αγνοί; Δεν υπήρχαν εγκληματίες και απατεώνες ανάμεσα τους; Γιατί κατέτασσαν τις μάγισσες μόνο σε μια κατηγορία;

Κοίταξε γύρω της προσπαθώντας να βρει τρόπο να αλλάξει τη κουβέντα, αφού δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τις μάγισσες σε έναν άνθρωπο, πόσο μάλλον έναν Κυνηγό, αλλά αν συνέχιζε να τις κατηγορεί δεν ήξερε πώς θα κατάφερνε να συγκρατήσει τη γλώσσα της. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στο αντικείμενο που κρατούσε ο Έρικ προηγούμενος, ένα παλιό βιβλίο με δέσιμο από καφέ δέρμα.

«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε και έσκυψε για να το σηκώσει. Ήταν αρκετά βαρύ, και το φθαρμένο δέρμα ήταν μαλακό κάτω από τα δάχτυλα της. «Τρόποι Διαμελισμού για Αρχάριους Κυνηγούς;»

«Φοβάμαι πως τα αναγνώσματά μου είναι πιο βαρετά».

Η Σελίν άνοιξε το βιβλίο και διαπίστωσε πως δεν είχε καμία σχέση με όπλα, μάχες, ή μάγισσες.

«Βότανα» είπε ξαφνιασμένη.

Εικόνες πράσινων φυτών και μικρών πολύχρωμων αγριολούλουδων ήταν στοργικά ζωγραφισμένες πάνω στις σελίδες, τόσο ζωντανές και με τέτοια λεπτομέρεια που έδιναν την εντύπωση πως μπορούσε να αγγίξει τα μικροσκοπικά φυλλαράκια. Δίπλα στο κάθε φυτό ήταν γραμμένο το όνομά του με λεπτά καλλιγραφικά γράμματα, καθώς και οι ιδιότητες του και οι τρόποι που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ή να καταναλωθεί.

Αυτό δεν ήταν ένα βιβλίο που σε μάθαινε πώς να σκοτώνεις αλλά πώς να δίνεις ζωή.

«Δεν περίμενα ένας Κυνηγός να ασχολείται με κάτι τέτοιο. Αυτό μοιάζει περισσότερο με το βιβλίο ενός θεραπευτή».

«Περίπου. Η μητέρα μου γνώριζε από βότανα και της άρεσε να τα μαζεύει. Τα μοίραζε σε όσους δεν είχαν χρήματα για να πληρώσουν τους θεραπευτές».

«Ακούγεται πολύ καλή γυναίκα». Κάθισε πάνω στο μαλακό χορτάρι και η φούστα του σκούρου πράσινου φορέματός της απλώθηκε γύρω από τα πόδια της. Άρχισε να ξεφυλλίζει τις σελίδες. «Πες μου για την οικογένειά σου».

«Άλλη μια φορά που κάνεις ερωτήσεις, αλλά θα απαντήσεις στις δικές μου;»

«Μπορεί» του απάντησε χωρίς να τον κοιτάζει, με τα μάτια της εστιασμένα στις ζωγραφιές της μητέρας του. Πρέπει να αγαπούσε πολύ αυτό που έκανε για να καταφέρει να δημιουργήσει κάτι τόσο όμορφο.

«Είσαι πάντα τόσο μυστήρια;»

«Ίσως και να είμαι». «»

Έριξε μια κλεφτή ματιά στο αγόρι που στεκόταν από πάνω στης και την παρατηρούσε. Ένα μικρό μειδίαμα τρεμόπαιζε στις άκρες τον χειλιών του αλλά προσποιήθηκε πως δεν το πρόσεξε και πως δεν έκανε διάφορες σκέψεις να περάσουν από το μυαλό της.

«Πες μου για την οικογένειά σου» του ζήτησε ξανά. Ήθελε να μάθει περισσότερα για εκείνον. Ήξερε πως ήταν λάθος να βρίσκεται εκεί, για να μην αναφέρει ανόητο και ριψοκίνδυνο, αλλά το ήθελε.

Το θέλεις επειδή κανείς δεν σου το επέβαλε, ψιθύρισε η μικρή φωνή μέσα στο κεφάλι της. Επειδή είναι δική σου επιλογή να βρίσκεσαι εκεί μαζί του.

Ο Ρόραν ήταν καλός και την αγαπούσε αλλά δεν ήταν δική της απόφαση να είναι μαζί του.

Ο Έρικ κάθισε κι εκείνος στο έδαφος κρατώντας μια πρέπουσα απόσταση από την κοπέλα. «Είμαι ο δεύτερος γιος του Ρίτσαρντ Στόρμπορν. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου είναι Κυνηγός σαν κι εμένα. Εκείνος με εκπαίδευσε για να γίνω μέλος της ομάδας».

Τέλεια, σκέφτηκε ειρωνικά η νεαρή μάγισσα. Συναντιόταν κρυφά με έναν Κυνηγό που προερχόταν από μια οικογένεια Κυνηγών και που σίγουρα είχαν παράδοση να σκοτώνουν μάγισσες. Απλά υπέροχα. Αναρωτήθηκε τι τρέλα την είχε πιάσει όταν δέχθηκε να τον συναντήσει την πρώτη φορά.

«Και μετά είναι τα δίδυμα, ο Τζέιμς και ο Γουίλ που είναι τα μικρότερα αδέλφια. Αλλά αρκετά με εμένα. Σου είπα για την οικογένειά μου, άρα τώρα πρέπει να μου πεις κι εσύ κάτι για εσένα».

«Έχω έναν αδελφό…» ξεκίνησε να λέει άβολα. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε γύρω τους σαν να έψαχνε κάτι που θα τη βοηθούσε να ξεφύγει από τη συζήτηση.

Έχω έναν αδελφό που είναι ταυτόχρονα και αρραβωνιαστικός μου αλλά δεν είναι τόσο άσχημο όσο ακούγεται επειδή στην πραγματικότητα δεν είμαστε αδέλφια εξ αίματος. Ο πατέρας του με πήρε στο σπίτι του όταν η μητέρα μου με πέταξε σαν να μην ήμουν τίποτα για εκείνη.

Ναι, δεν ήταν το είδος της συζήτησης που ήθελε να ξεκινήσει.

Ένιωσε το γνώριμο τσίμπημα της θλίψης μέσα στο στήθος της που πάντα συνόδευε τις σκέψεις για τη μητέρα της. Ποια είσαι; Γιατί με εγκατέλειψες; Δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα της είχε συμβεί αν ο Άιζακ δεν την είχε πάρει υπό την προστασία του. Στα δεκαεφτά χρόνια της ζωής της η μητέρα της δεν είχε προσπαθήσει ούτε μια φορά να επικοινωνήσει μαζί της, έστω από περιέργεια να δει πώς είχε μεγαλώσει η κόρη της. Να δει αν ήταν καλά, αν πεινούσε, αν κρύωνε.

«Δείχνεις θλιμμένη».

Η φωνή του Έρικ την τράβηξε από τις σκέψεις της.

«Σκεφτόμουν τη μητέρα μου». Δεν ήξερε γιατί το είχε πει αυτό. Δεν μιλούσε ποτέ για εκείνη, ούτε καν στη Νάγια και την Αριάνα. Όταν ήταν μικρότερη ρωτούσε συνεχώς τον Άιζακ για τη μητέρα της –Πού είναι; Ποια είναι; Γιατί τα άλλα παιδιά του χωριού έχουν μητέρα και εκείνη όχι;– αλλά δεν πήρε ποτέ απάντηση. Μια μέρα έγινε τόσο έξαλλος που της είχε φωνάξει, απαγορεύοντάς της να τον ξαναρωτήσει ή να αναφερθεί ξανά στη γυναίκα που τη γέννησε. Εκείνη ήταν η τελευταία μέρα που ρώτησε. Ξερόβηξε για να διώξει τον κόμπο που είχε σχηματιστεί στον λαιμό της. «Πέθανε όταν ήμουν πολύ μικρή» είπε ψέματα.

«Λυπάμαι» ήταν το μόνο που της είπε και η Σελίν ξαφνιάστηκε από το πόσο ειλικρινής ακούστηκε. Τα καστανά μάτια του την κοίταζαν θλιμμένα.

«Μη λυπάσαι. Ήμουν μονάχα μερικών ημερών όταν συνέβη. Δεν τη θυμάμαι καν».

«Και εγώ έχασα τη μητέρα μου πολύ νωρίς» της εξομολογήθηκε, και το βλέμμα του ξεστράτισε στο βιβλίο που κρατούσε στη ποδιά της. «Αλλά εγώ τη θυμάμαι. Είχε πανέμορφα ξανθά μαλλιά στο χρώμα του μελιού και την πιο γλυκιά φωνή που είχες ακούσει ποτέ. Της άρεσε να τραγουδάει. Θυμάμαι πως σηκωνόμουν κρυφά από το κρεβάτι μου τα βράδια και κρυβόμουν πίσω από την πόρτα των διδύμων για να ακούσω τις ιστορίες που τους έλεγε. Θυμάμαι…». Κούνησε το κεφάλι του σαν να προσπαθούσε να διώξει τις αναμνήσεις που είχαν έρθει στην επιφάνεια και εστίασε ξανά τη προσοχή του στην κοπέλα δίπλα του. «Ίσως εσύ να είσαι πιο τυχερή. Ίσως το γεγονός ότι δεν θυμάσαι τη μητέρα σου να σε γλίτωσε από τον πόνο του να σκέφτεσαι όλα όσα είχες και όλα όσα έχασες».

Χωρίς να το πολυσκεφτεί άπλωσε το χέρι της και έπιασε το δικό του. Ήταν ζεστό, τα δάχτυλα του γεμάτα κάλους από τις ώρες που είχε περάσει κρατώντας το σπαθί, αλλά το δέρμα του ήταν απρόσμενα απαλό. «Ποτέ μη το ξαναπείς αυτό. Κάθε ανάμνηση που έχεις από τη μητέρα σου είναι ένα δώρο. Μέσα από αυτές τις αναμνήσεις θα την έχεις πάντα κοντά σου γι’ αυτό μην ευχηθείς ούτε για μια στιγμή να μην τις είχες».

Ο Έρικ έσφιξε ελαφρά το χέρι της μέσα στο δικό του, αλλά μόλις συνειδητοποίησε τι έκανε το τράβηξε μακριά. Η Σελίν χαμήλωσε άβολα το βλέμμα της, όχι για την κίνηση που θα είχε χαρακτηριστεί ως απρεπής από πολλούς, αλλά επειδή αυτό το μικρό άγγιγμα είχε ξυπνήσει ένα περίεργο, άγνωστο συναίσθημα μέσα της που δεν μπορούσε να προσδιορίσει αλλά είχε απογοητευτεί που τελείωσε.

Άρχισε να ξεφυλλίζει ξανά το βιβλίο χωρίς να δίνει πραγματική σημασία, σε μια προσπάθεια να διώξει τις ανεπιθύμητες σκέψεις από το μυαλό της.

Μια από τις εικόνες τράβηξε την προσοχή της.

«Λοβελία» είπε σιγανά χωρίς να συνειδητοποιεί πως η λέξη βγήκε από τα χείλη της. Ένα έντονο συνοφρύωμα σχηματίστηκε στο πρόσωπο της.

«Το γνωρίζεις;» τη ρώτησε ο Έρικ.

«Όχι… Δηλαδή ναι. Η θεραπεύτρια του χωριού μας μου το έδειξε μια φορά».

«Είναι πολύ σπάνιο φυτό» της είπε και άγγιξε με τις άκρες των δαχτύλων του τα μικρά ζωγραφιστά φυλλαράκια του ποώδες φυτού.

Στην πραγματικότητα η λοβελία δεν ήταν σπάνια, απλά φύτρωνε μέσα στο δάσος όπου οι άνθρωποι είχαν περιορισμένη πρόσβαση. Το τσάι από τα φύλλα του ήταν ένα πολύ ισχυρό παυσίπονο αλλά οι μάγισσες το απέφευγαν επειδή θόλωνε το μυαλό και διέλυε τη συγκέντρωση σε κομμάτια. Και χωρίς συγκέντρωση δε μπορούσαν να κάνουν ξόρκια.

«Οι Κυνηγοί πληρώνουν πολλά όσους είναι διατεθειμένους να μπουν μέσα στο δάσος και να το βρουν».

Και μπορώ να φανταστώ γιατί. Ώστε έτσι έπιαναν τις μάγισσες. Είχαν βρει έναν τρόπο να τους στερούν τις δυνάμεις τους και να τις αφήνουν ανυπεράσπιστες. Να χάσεις τη μαγεία σου, συλλογίστηκε με τρόμο. Θα ήταν σαν να έχανες μια από τις αισθήσεις σου, σαν να σε πετούσαν σε ένα απύθμενο σκοτάδι όπου δεν μπορούσες να δεις, να ακούσεις, ή να μιλήσεις. Ένα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της αλλά ευτυχώς το αγόρι δεν έδειξε να το προσέχει.

«Γιατί μελετάς τα φυτά του δάσους;» τον ρώτησε, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή της ήρεμη και σταθερή. Υπήρχαν κι άλλα στο βιβλίο της μητέρας του, βρύα που μπορούσαν να σταματήσουν την αιμορραγία, δηλητηριώδη μούρα και θεραπευτικές ρίζες. Δεν της είχε περάσει ποτέ από το μυαλό πως οι άνθρωποι μπορεί να γνώριζαν τόσα πολλά για το δάσος της.

«Είναι κάτι απαραίτητο» απάντησε ο Έρικ και ο Κυνηγός που είχε δει πριν από λίγο επέστρεψε στη φωνή του. «Πρέπει να ξέρω ποια φυτά θα με βοηθήσουν να επιβιώσω και ποια να αποφύγω».

Κάτι ανησυχητικό κρυβόταν μέσα στα λόγια του. «Να επιβιώσεις μέσα στο δάσος;» ρώτησε προσεχτικά.

«Όχι μόνο εγώ. Όλοι μας. Αφήσαμε τις μάγισσες να μας τρομοκρατούν για αρκετό καιρό. Σύντομα οι Κυνηγοί θα μπουν στο δάσος και θα απαλλάξουμε τους ανθρώπους από αυτή την απειλή μια για πάντα».

Αυτό ήταν κακό, πολύ κακό. Οι Κυνηγοί είχαν αποδείξει πως ήταν μια απειλή που οι μάγισσες δεν μπορούσαν να πάρουν ελαφρά. Και γνώριζαν πώς να εξουδετερώσουν τις δυνάμεις τους και να τις σκοτώσουν. Παγωμένος φόβος απλώθηκε μέσα της. Ήταν άλλο πράγμα να μπουν οι Κυνηγοί στο δάσος ψάχνοντας για μάγισσες αλλά να είναι αναγκασμένοι να μην προχωρήσουν πολύ βαθιά ώστε να γυρίσουν πίσω στο τέλος της ημέρας και άλλο να ψάχνουν τρόπο για να μείνουν. Έπρεπε να ειδοποιήσει τους δικούς της.

Βρίσκονταν σε μεγάλο κίνδυνο.
 
Φαίη