Διπλή Παρουσίαση - Το χρονικό της Λανιακέα (Τα κλειδιά του Τιτάνα και Το Ζωντανό Βιβλίο)

Πέρασαν είκοσι χρόνια ηρεμίας, αλλά ο πόλεμος χτυπά ξανά την πόρτα του Ζέλκεμαρ. Ο βασιλιάς Ντέσμοντ αντιμετωπίζει μια αδικαιολόγητη εισβολή, που δε σκοπεύει να αφήσει ατιμώρητη. Οι Κυβερνήτες της Ένωσης των Συντεχνιών δε συμφωνούν για το αν θα πρέπει να βοηθήσουν τον Βασιλιά. Καθένας τους έχει τους δικούς του λόγους για να εμπλακεί στον πόλεμο, αλλά οι φωνές που αρνούνται είναι ηχηρές. Όλα αυτά συμβαίνουν όσο η Αλάρυα, μια νεαρή κοπέλα προικισμένη με τη δύναμη του Νερού, αναζητά τα Κλειδιά του Τιτάνα, μιας πανάρχαιας φυλακής που δεν πρέπει να ανοίξει. Σύντομα, θα ανακαλύψει πως έχει φίλους, φίλους που δε γνώριζε, φίλους που είναι δεμένοι μαζί της στην ίδια μοίρα: να προστατέψουν τον κόσμο της Λανιακέα από τη φρίκη που αναδύεται στο αρχαίο βουνό.

Μια συμφωνία που δημιούργησε τον κόσμο όπως τον ξέρουμε. Ένα κειμήλιο χαμένο στα βάθη του χρόνου. Πώς θα βρουν οι Φύλακες αυτό που πάντα κινείται; Τι θα μάθουν, αν καταφέρουν να βρουν το Ζωντανό Βιβλίο;


Παρουσίαση πρώτου βιβλίου

Είχα πει σε προηγούμενη κριτική βιβλίου που ανήκει στην κατηγορία των high fantasy (που σημαίνει ότι τα γεγονότα εξελίσσονται σε έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από τον δικό μας) ότι ο συγγραφέας δε με πέταξε στα βαθιά. Δε μου φώναξε «κολύμπα ή πνίξου»· αντίθετα με άφησε να μάθω σιγά σιγά τον κόσμο (πώς μπαίνουν οι γιαγιάδες στη θάλασσα ένα πράγμα; Έτσι!) Ε, λοιπόν, ο Σπύρος Κιορσάββας καμία σχέση. Όχι απλώς με πέταξε στα βαθιά, αλλά το χάρηκε κιόλας. Μαζί, βέβαια, το χάρηκα και εγώ σαν αναγνώστης, αφού δεν ένιωσα ότι ο κόσμος του δημιουργήθηκε για να διαβαστεί, αλλά ότι υπάρχει και εξελίσσεται και το μόνο που μπορώ εγώ να κάνω είναι να κρυφακούω και να παρακολουθώ τι γίνεται μέσα από το ματάκι.

Ξεκινώντας το βιβλίο, ο αναγνώστης μεταφέρεται στο Ζέλκεμαρ, το οποίο βγαίνει από μια εικοσαετία ειρήνης (γίνεται, με λίγα λόγια, από την αρχή κατανοητό ότι θα έχουμε μπλεξίματα). Τα πολιτικά δρώμενα είναι ένα από τα κεντρικά θέματα, θα έλεγα, του βιβλίου που μας απασχολούν ιδιαίτερα, μαζί με τις ίντριγκες και τα πισωμαχαιρώματα. Είναι ένα θέμα το οποίο δεν αγγίζεται συχνά, γεγονός που μου κέντρισε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον παρά τον όγκο πληροφοριών και ονομάτων που έπρεπε να αφομοιώσω γρήγορα στην αρχή του βιβλίου (και ξέρετε πόσο κακή είμαι με τα ονόματα).

Το δεύτερο κομμάτι του βιβλίου θυμίζει πιο έντονα τα περισσότερα βιβλία του είδους, στην αρχή τουλάχιστον. Ο αναγνώστης συναντά την Αλάρυα, μια κοπέλα που μπορεί να χειρίζεται το νερό, η οποία αναζητά τα Κλειδιά του Τιτάνα, ώστε να τα προστατεύσει (Τιτάνας= βουνό που κρατάει φυλακισμένους τους αθάνατους μάγους, μάγοι = κακοί, άρα θέλουμε να μείνουν στη φυλακή τους, άρα τα κλειδιά δεν πρέπει να τα πάρουν οι μάγοι). Στον δρόμο συναντά περισσότερα άτομα τα οποία χειρίζονται άλλα στοιχεία και μαζί προσπαθούν να φτάσουν στα κλειδιά και να ξεκλειδώσουν μυστικά χρόνων. Η διαμάχη ανάμεσα στους προστάτες των κλειδιών (Φύλακες) και τους μάγους αναζωπυρώνεται όσο η αναζήτηση των κλειδιών κλιμακώνεται και οι μάχες είναι συνεχείς. Η ισορροπία των στοιχείων και της φύσης συγκρούεται με το χάος που προκαλούν οι μάγοι και όλα αυτά πλάθουν ένα πολύ ιδιαίτερο σύστημα μαγείας.

Τα δύο αυτά εναλλάσσονται αρμονικά, με το κάθε κομμάτι να κόβεται, φυσικά, στο καλύτερο σημείο, ώστε να μην μπορείς να σταματήσεις να διαβάζεις. Όσον αφορά την πλοκή, είναι ξεκάθαρες οι επιρροές του συγγραφέα από anime/manga, που σημαίνει γρήγορος ρυθμός, συνεχείς μάχες, θεατρινισμοί, υπερβολή σε ορισμένους διαλόγους και προβλέψιμους (ως ένα σημείο) κακούς χαρακτήρες. Μερικούς ήθελα να τους σκοτώσω, πραγματικά, ενώ με άλλους ήθελα να γελάσω.

Όσον αφορά τους πρωταγωνιστές, μου άρεσε πολύ ο Σύριον, γιατί πρόκειται για έναν νέο που ανακαλύπτει ξαφνικά έναν κόσμο στον οποίο δυσκολεύεται να ενταχθεί. Δεν μπορεί όμως να γυρίσει πίσω. Πρέπει και αυτός να «κολυμπήσει». Οπότε έχει μια θέση στην καρδιά μου, μαζί με τον Φινέα, που ήταν ένα έπος από άποψη κωμωδίας. Θα ήθελα ωστόσο λίγο περισσότερο να μπω στην ψυχοσύνθεση και άλλων χαρακτήρων (το οποίο θα ήταν εφικτό με βάση τον αφηγητή).

Η γραφή ήταν άμεση αλλά όχι απλοϊκή. Οι περιγραφές ήταν τόσο όσο (είχα σαφή εικόνα χωρίς το κείμενο να γίνεται βαρύ και αργό).

Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι το βιβλίο είχε λίγο από όλα, μυστικά του παρελθόντος, μαγικά πλάσματα, ξόρκια και ένα ιδιαίτερο σύστημα μαγείας, ίντριγκες και μάχες. Με λίγα λόγια, δε γίνεται να διαβάσεις το ένα και να μην πας στο δεύτερο.

 

Παρουσίαση δεύτερου βιβλίου 

 

Και τώρα πάμε στα δύσκολα. Πώς θα γράψω παρουσίαση για το δεύτερο βιβλίο χωρίς να πετάξω σπόιλ επικών διαστάσεων για το τέλος του πρώτου; Καλή τύχη…

Στο δεύτερο βιβλίο, οι πρωταγωνιστές βρίσκονται διασκορπισμένοι, έχοντας υποστεί μια ήττα. Αυτό θα έλεγα ήταν μία από τις καλύτερες αποφάσεις, αφού επέτρεψε στους χαρακτήρες να εξελιχθούν, δίνοντας στον αναγνώστη μια πολύπλευρη εικόνα του κόσμου και μια πιο ξεκάθαρη εικόνα της ψυχοσύνθεσης περισσότερων προσώπων. Στο δεύτερο μέρος, κάποιοι χαρακτήρες αναζητούν το ζωντανό βιβλίο, ένα κειμήλιο χαμένο στον χρόνο, αβέβαιοι για το πώς μπορεί να τους βοηθήσει. Άλλοι χαρακτήρες παλεύουν να γυρίσουν πίσω και να ελέγξουν τον εαυτό και τις δυνάμεις τους, ενώ άλλοι ξεκινούν ένα ταξίδι αυτοβελτίωσης.

Το δεύτερο μέρος της σειράς αποδείχτηκε ανώτερο του πρώτου, τουλάχιστον για τα δικά μου αναγνωστικά γούστα, αφού η γραφή του συγγραφέα απομακρύνθηκε αισθητά από τα anime/manga. Δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στους χαρακτήρες, αφού απέκτησαν περισσότερο χώρο και χρόνο, για να αναπτυχθούν. Οι κακοί της ιστορίας έγιναν επίσης πιο τρισδιάστατοι, αποκτώντας σκοπό και πιο μοναδικό τρόπο συμπεριφοράς και ομιλίας.

Ένα από τα καλύτερα κομμάτια του βιβλίου ήταν η εμπλοκή των Θεών, η οποία έγινε πλέον περισσότερο αισθητή στον αναγνώστη, αποκαλύπτοντάς του μυστικά. Ως αναγνώστης βρέθηκα σε μια προνομιακή θέση (σε σχέση με το πρώτο), αφού γνώριζα περισσότερα πράγματα και ούρλιαζα από τα νεύρα μου που δεν μπορούσα να σκουντήσω τους χαρακτήρες και να τους τα πω όλα χαρτί και καλαμάρι.

Το σύστημα μαγείας εξελίσσεται μαζί με τους χαρακτήρες, οι μάχες γίνονται καλύτερες, τα μυστικά πιο σοκαριστικά σε ένα βιβλίο γεμάτο ανατροπές (2 πράγματα δε θα του συγχωρέσω ποτέ, αλλά δεν μπορώ να πω ποια, γιατί σπόιλ. Έξαλλη γίνομαι). Τα πρώτα σκιρτήματα ανάμεσα σε χαρακτήρες ξεπηδούν από τις σελίδες που φεύγουν γρήγορα. Συνολικά, το δεύτερο βιβλίο ήταν καλύτερο από το πρώτο, που δείχνει πως ο συγγραφέας δουλεύει στο κείμενο και τους χαρακτήρες του. Περιμένω πολλά από το τρίτο βιβλίο, το οποίο ελπίζω να μην αργήσει να κυκλοφορήσει.

 Έλενα Παπαδοπούλου