Αόρατο Πρόσωπο (Πρόλογος)

Με μεσογειακή αρχιτεκτονική και ένα μαγευτικό άρωμα από λεβάντα να πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα, το Λουρμαρέν, αποτελούσε ένα από τα πιο όμορφα χωριά της Γαλλίας. Φώλιαζε μέσα στους ελαιώνες και τις αμυγδαλιές, τα όμορφα πέτρινα σπίτια του και τα πλακόστρωτα δρομάκια του, οι γκαλερί και οι πλατείες μάγευαν τόσο τους επισκέπτες όσο και τους ντόπιους. Εκεί δέσποζε μάλιστα και ένα επιβλητικό κάστρο-στολίδι αυτού του ρομαντικού τόπου της νότιας Γαλλίας. Ο ήλιος το έλουζε συχνά και οι κάτοικοι ήταν ιδιαιτέρως φιλόξενοι και κοινωνικοί. Όλα αυτά άλλωστε, αποτέλεσαν και τους λόγους για τους οποίους η Ελοντί και ο Πιέρ, πήραν την απόφαση να μετακομίσουν από το Παρίσι στα νότια της χώρας, σε αυτόν τον κρυφό Παράδεισο μακριά από τη βαβούρα και το άγχος της πρωτεύουσας.
Ωστόσο, κάθε μέρος, κάθε μικρός Παράδεισος κρύβει στα σπλάχνα του και τα δικά του μυστικά και το Λουρμαρέν δεν αποτελούσε εξαίρεση σε αυτό. Στο τέλος ενός φιδογυριστού πέτρινου δρόμου, υπήρχε μία κομψή μονοκατοικία, στην οποία ήταν τοποθετημένη η ταμπέλα ΄΄ενοικιάζεται΄΄. Καθώς φημολογούταν πως ο ιδιοκτήτης της είχε σκοτωθεί σε ένα φριχτό ατύχημα και καθώς δεν υπήρξε ποτέ και καμία διεκδίκηση της περιουσίας αυτής, το σπίτι είχε περάσει στα χέρια ενός κυρίου μεγάλης σχετικά ηλικίας, που το είχε αγοράσει νόμιμα και από τότε πάλευε να το νοικιάσει, προκειμένου να του αποφέρει έσοδα, δίχως όμως αποτέλεσμα. Όλοι όσοι είχαν μείνει εκεί, είχαν αποχωρήσει στην κυριολεξία νύχτα, δίνοντας την κατάλληλη λαβή στο χωριό για να πλάσει ιστορίες για την ύπαρξη του εκδικητικού πνεύματος του ιδιοκτήτη, ο οποίος είχε πέσει θύμα πυρκαγιάς και μάλιστα όπως ήθελαν οι φήμες, κακόβουλης.

Αν κάποιος ρωτούσε τον λόγο σήμερα, θα του απαντούσαν οι γηραιοί και θρησκευόμενοι, πως ο πρώην ιδιοκτήτης ήταν ένα τέρας, ένας δαίμονας που έπρεπε να καεί στα βάθη της Κολάσεως. ΄΄Να αγιάσει το χεράκι όποιου το έκανε΄΄ έλεγαν μεταξύ τους ψιθυριστά, φοβούμενοι μήπως το πνεύμα τους παρακολουθούσε και στοίχειωνε και το δικό τους σπίτι. Μάλιστα, ο φόβος είχε οδηγήσει μερικούς, να αφήνουν τις νύχτες στις αυλές ή έξω ακριβώς από τις αυλόπορτες, ένα καλαθάκι με λιγοστό φαγητό, προκειμένου να εξιλεωθούν για το ατύχημα που είχε προκληθεί, καταπραΰνοντας με αυτόν τον τρόπο και την οργή του πνεύματος.

Το ζευγάρι, είχε διαβάσει για αυτήν την μικρή ιστορία, θεωρώντας πως περισσότερο ανήκε στην σφαίρα της φαντασίας και των θρύλων που συνοδεύουν πάντα τις μικρές κοινωνίες. Εκείνοι είχαν ερωτευτεί τη μικρή μονοκατοικία, η οποία είχε εσωτερικά ανακαινιστεί, και επιθυμούσαν διακαώς και με δική τους ευθύνη όπως είχαν τονίσει στον ιδιοκτήτη, να μετακομίσουν εκεί ακόμη και μόνιμα. Ο ήλιος και η φύση οργίαζαν σε αυτό το μέρος και το άρωμα λεβάντας καλούσε την ψυχή τους να ανοιχτεί για να μοιραστεί μαζί της ο τόπος, τα δικά του μυστικά.

Ιφιγένεια Μπακογιάννη