Storm III (Κεφάλαιο 1)

Τώρα


Κατέβηκε βιαστικά στην κουζίνα προσπαθώντας να φανεί όσο πιο χαλαρή μπορούσε. Οι γονείς της δεν είχαν κατέβει ακόμα. Έβαλε τον καφέ να γίνεται και έβγαλε μερικά πορτοκάλια από το ψυγείο για να στύψει χυμό.
Κοίταξε ανυπόμονα το ρολόι. Ήταν επτά και δέκα! Σκέφτηκε να τους φωνάξει από τις σκάλες να ξυπνήσουν, αλλά θα φαινόταν πολύ ύποπτο. Κάθισε και περίμενε ανυπόμονα, μέχρι που άκουσε τελικά την πόρτα να ανοίγει.
ΟΚ, Έμς, λίγη ακόμα υπομονή! σκέφτηκε.
Οι γονείς της κατέβηκαν φορώντας τα ρούχα της δουλειά τους.
«Έμς;» ρώτησε η μητέρα της ξαφνιασμένη. «Τι κάνεις ξύπνια τόσο νωρίς;»
«Σκέφτηκα να σας φτιάξω πρωινό τώρα που μπορώ γιατί από Δευτέρα αρχίζω σχολείο… Ξανά.» απάντησε η Έμιλι.
«Καλημέρα, γλυκιά μου» είπε ο πατέρας της φιλώντας τη στο μέτωπο.
«Μας έφτιαξες καφέ;» ρώτησε η μητέρα της κοιτάζοντας την καφετιέρα.
«Ναι. Είναι και για εμένα ο καφές, μην τον πιείτε όλο» είπε η Έμιλι βγάζοντας τα κουλουράκια από το ντουλάπι.
«Από πότε πίνεις εσύ καφέ;» ρώτησε ο πατέρας της.
«Από τότε που διαβάζω σαν τρελή για να περάσω στην Σχολή Καλών Τεχνών» αποκρίθηκε η Έμιλι.
«Εσύ, νεαρή μου, θα πίνεις μόνο χυμό» είπε ο πατέρας της. «Δεν είναι καλό να πίνεις καφέ από τώρα».
«Είπε αυτός που άρχισε να πίνει καφέ από τη δευτέρα Λυκείου» είπε η μητέρα της.
Ο Τζορτζ κοίταξε θιγμένος την Αλίσια.
«Δε θα πάρεις το μέρος μου;»
«Όταν έχεις άδικο, όχι» είπε φιλώντας τον.
«Το ξέρετε πως έχετε δωμάτιο, έτσι;» είπε η Έμιλι.
«Πολύ αστείο» είπε η μητέρα της.
Κάθισαν όλοι μαζί για να φάνε πρωινό.
«Πώς είσαι;» ρώτησε ο πατέρας της.
«Μια χαρά. Ειλικρινά δε χρειάζεται να ανησυχείτε για εμένα».
«Έχει περάσει μόνο ένας μήνας και κάτι…» είπε η μητέρα της.
«Άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα. Έτσι είναι η ζωή. Και εδώ που τα λέμε με την Κέιτ δεν είχαμε και τις καλύτερες σχέσεις. Εντάξει, στενοχωρήθηκα, δεν της άξιζε να πεθάνει με αυτόν τον τρόπο… Αλλά η ζωή συνεχίζεται» τη διέκοψε η Έμιλι.
«Σίγουρα είσαι καλά;» ρώτησε καχύποπτα ο πατέρας της.
«Ναι» απάντησε η Έμιλι.
Επιτέλους οι γονείς της τελείωσαν με το πρωινό.
«Λεφτά έχω αφήσει στο κομοδίνο μου αν θελήσεις να βγεις» είπε η μητέρα της.
«Δεν πρόκειται να βγω» είπε η Έμιλι απότομα. Η μητέρα της την κοίταξε ξαφνιασμένη. Η Έμιλι της χαμογέλασε αμήχανα. «Θα βγω όταν περάσω στο Πανεπιστήμιο».
«Μην υπερβάλεις με το διάβασμα, γλυκιά μου. Θα χάσεις την τελευταία χρονιά» είπε η μητέρα της.
«Και η τελευταία χρονιά είναι η καλύτερη» προσέθεσε ο πατέρας της.
«Ώρα να φύγετε. Αφήστε εμένα να σκεφτώ για το αν πρέπει ή όχι να βγαίνω. Εσείς έχετε δουλειές, εγώ όχι. Και για να βρω δουλειά πρέπει να περάσω. Και για να περάσω πρέπει να διαβάσω και για να διαβάσω πρέπει να μη βγαίνω. Αντίο και καλή δουλειά» είπε κλείνοντάς τους την πόρτα.
Στάθηκε στην πόρτα και πήρε μια βαθιά ανάσα ανακουφισμένη. Κοίταξε κρυφά από την κουρτίνα δίπλα στην πόρτα. Οι δικοί της μπήκαν στο αυτοκίνητο και έφυγαν. Περίμενε λίγα δευτερόλεπτα και έπειτα έτρεξε στις σκάλες και μπήκε στο δωμάτιό της. Πλησίασε το κομοδίνο που βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι της και άνοιξε το πρώτο συρτάρι. Έβγαλε το μπουκαλάκι και κάθισε στο κρεβάτι. Το άνοιξε και έριξε μια σταγόνα στο κάθε μάτι της. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και χαμογέλασε καθώς ήξερε ήδη τι θα έβλεπε.


* * *


Κατάλαβε ότι το φίλτρο άρχισε να εξασθενεί. Το όραμα που έβλεπε άρχισε να χάνεται σιγά σιγά και οι εικόνες άρχισαν να εναλλάσσονται ανάμεσα στο όραμα και το ταβάνι του δωματίου της. Περίμενε για λίγα δευτερόλεπτα και όταν το φίλτρο εξασθένησε εντελώς πήρε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης. Ανασηκώθηκε αλλά αμέσως κοκάλωσε καθώς μπροστά της στεκόντουσαν με σταυρωμένα χέρια οι γονείς της.
«Έμιλι Τόμσεν… Έχεις μπλέξει για τα καλά» είπε θυμωμένος ο πατέρας της.

Rene Rafael