The Author's Promises (Διήγημα 6 - Underworld, Μέρος 1ο)

Η μέρα του είχε ξεκινήσει λίγο παράξενα και αυτός έπρεπε να τρέξει να προλάβει, για να είναι εγκαίρως στη δουλειά του. Ήταν ακόμη λίγο μπερδεμένος, αλλά δεν είχε χρόνο να βάλει τις σκέψεις του σε μια τάξη. Το μόνο που ευχόταν από μέσα του ήταν η μηχανή του να μην είχε βλάβη που θα του κόστιζε ολόκληρη την πληρωμή του μήνα. Ασυναίσθητα κοίταξε έξω από το παράθυρο του λεωφορείου. Παρατήρησε τον καιρό που ήταν περίεργος. Ο ουρανός είχε αποκτήσει ένα πορφυρό χρώμα και η ατμόσφαιρα έξω έδειχνε αποπνικτική. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του· έδειχνε εννιά ακριβώς, σαν να μην είχε κυλήσει ο χρόνος. Έπειτα κοίταξε για δεύτερη φορά έξω από το παράθυρο και κατάλαβε πως μάλλον είχε μπει σε λάθος λεωφορείο. Ταράχτηκε στη σκέψη πως θα αργούσε και πετάχτηκε από τη θέση του πατώντας συνεχώς το κουμπί, για να σταματήσει στην επόμενη στάση.

Ο οδηγός όμως δεν υπάκουσε στην εντολή του επιβάτη, έτσι αυτός αναγκάστηκε να περπατήσει μέχρι εκεί, για να του αναφέρει ότι είχε μπει σε λάθος λεωφορείο και ότι έπρεπε οπωσδήποτε να κατέβει. Στάθηκε όμως έκπληκτος κοιτάζοντας την άδεια καρέκλα του οδηγού και την τρελή πορεία που είχε χαράξει το λεωφορείο.

«Θα σκοτωθούμε» φώναξε τρομαγμένος και γύρισε να προειδοποιήσει και τους υπόλοιπους επιβάτες. Προς έκπληξή του όμως είδε πως δεν υπήρχε κανένας μέσα. Ήταν μόνος του σ’ ένα άδειο όχημα χωρίς οδηγό και προορισμό. Στραβοκατάπιε και γύρισε στη θέση του έντρομος. Έκλεισε τα μάτια του, για να προσευχηθεί και περίμενε μέχρι να συμβεί το μοιραίο.

«Φοβάσαι;» άκουσε μια φωνή να του ψιθυρίζει. «Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι τώρα».

Η φωνή του άγνωστου άντρα, που ερχόταν από το διπλανό κάθισμα, τον έκανε να παγώσει. Τα μάτια του τρεμόπαιξαν.

«Πήρα λάθος λεωφορείο» απάντησε αποφεύγοντας να τον κοιτάξει και συνέχισε να βλέπει έξω από το παράθυρο.

Ο άγνωστος άντρας όμως δεν είχε σκοπό να σταματήσει τη συζήτηση μαζί του, καθώς έδειχνε να απολαμβάνει τον φόβο που είχε ο νεαρός.

«Εγώ σου λέω πως είσαι ακριβώς στο λεωφορείο που ζήτησες να είσαι» είπε και τον κοίταξε επίμονα.

Μια ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα του, μόλις άκουσε αυτά τα λόγια και θυμήθηκε τη χθεσινή συζήτηση με την παρέα του.

«Εγώ, αν πεθάνω, δε θέλω να πάω ούτε στην κόλαση ούτε στον παράδεισο. Θέλω να πάρω τη θέση του Θανάτου, για να δω με ποια κριτήρια αποφασίζει ποιος θα ζήσει και ποιος όχι» είχε πει γελώντας, ενώ το αλκοόλ έρεε άφθονο στις φλέβες του.

«Φοβάσαι» επανέλαβε ξανά ο άγνωστος και σηκώθηκε από το κάθισμά του.

Ο νεαρός για πρώτη φορά γύρισε και τον κοίταξε, όταν κατάλαβε πια πως δεν είχε επιλογή διαφυγής. Θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεών του. Αυτός ήταν αδύνατος, αλλά όχι σκελετωμένος, με τους μυς και τους ιστούς να διαγράφονται μέσα από τη μαύρη κάπα του, που δεν ήταν μαύρο ύφασμα αλλά φτερά από ζωντανά κοράκια, που τον έντυναν από το κεφάλι έως τα πόδια. Στο ένα χέρι κρατούσε το κοφτερό δρεπάνι και στον λαιμό είχε κρεμασμένη μια κλεψύδρα. Τα νύχια του ήταν κοφτερά, και αν κοιτούσες πιο προσεκτικά, είχαν ίχνη από χώμα. Το ίδιο χώμα που υπήρχε σ’ αυτό το μέρος…

«Είσαι ο Θάνατος;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή ο νεαρός και σηκώθηκε από το κάθισμά του.

«Ήμουν» απάντησε αυτός κοιτάζοντάς τον με ένα μειδίαμα στα χείλη. «Ήμουν ο Θάνατος και τώρα ήρθε ο καιρός να απελευθερωθώ και να δώσω τη σειρά μου σ’ εσένα» του είπε και έβγαλε την κλεψύδρα που κρεμόταν από τον λαιμό του. Η άμμος μέσα όλο και λιγόστευε. Δεν είχε χρόνο να μιλήσει περισσότερο, αλλά ένα χαμόγελο σκιαγραφήθηκε στο πρόσωπό του, καθώς η μορφή που είχε σαν άνθρωπος εμφανιζόταν ξανά. Ήταν περίπου στην ίδια ηλικία που είχε και ο νεαρός! Αυτό τον έκανε να οπισθοχωρήσει τρομοκρατημένος.

«Κάποτε είχα ευχηθεί το ίδιο και περίμενα αιώνες μέχρι κάποιος να κάνει το ίδιο λάθος» είπε και του κρέμασε την κλεψύδρα.

Ο μαύρος ζωντανός μανδύας από φτερά κορακιού τύλιξε το ανθρώπινο σώμα του νεαρού και το δρεπάνι βρέθηκε στο χέρι του. Τρομαγμένος έπεσε κάτω εκλιπαρώντας για έλεος, αλλά ήταν πλέον αργά. Αυτή η κατάσταση που βίωνε τον έπνιγε, τον αρρώσταινε, ήθελε αέρα για να αναπνεύσει. Πρόσταξε το λεωφορείο να σταματήσει και μόλις άνοιξε η πόρτα πετάχτηκε έξω παίρνοντας βαθιές ανάσες. Κοίταξε κατάπληκτος τα χέρια του και είδε ότι το δέρμα του υπήρχε ακόμα εκεί, δεν είχε αλλοιωθεί από τη νέα κατάσταση που είχε βρεθεί. Δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε, αλλά μέσα του η ελπίδα ζωντάνεψε. Ίσως είχε ακόμα χρόνο να το διορθώσει. Έκανε κίνηση να μπει ξανά στο λεωφορείο, αλλά αυτό είχε εξαφανιστεί, χωρίς να αφήσει ίχνη στο χώμα.

«Για πού το έβαλες, νεαρέ;» άκουσε μια γυναικεία φωνή πίσω του.

Γύρισε και αντίκρισε μια ηλικιωμένη. Ήταν περίεργη στην όψη, ένα σώμα με τρία κεφάλια. Δε φαινόταν πως κινδύνευε, γι’ αυτό και δεν έτρεξε να ξεφύγει από αυτές. «Προλαβαίνω να διορθώσω αυτό που μου έχει συμβεί» είπε και της έδειξε το χέρι του «Να, δες και εσύ, είμαι ακόμα άνθρωπος, έχω σάρκα και νιώθω το αίμα να κυλάει στις φλέβες μου» πρόσθεσε και έκανε να φύγει, για να προλάβει. Το χέρι της ηλικιωμένης όμως τον έπιασε από το μπράτσο και τον σταμάτησε.

«Εδώ είναι η θέση σου πλέον, νεαρέ. Κανείς δεν ξεφεύγει. Η σάρκα σου θα εξαφανιστεί μόλις ακουστούν οι πρώτες φωνές. Ούτε αυτό μπορείς να το αποφύγεις» του είπε και με το χρυσό ψαλίδι που κρατούσε έκοψε το νήμα που έπλεκε.

Σμήνος από φωνές εισέβαλαν ξαφνικά μέσα στο κεφάλι του και τον τάραξαν ακόμα πιο πολύ. Έπεσε κάτω και με τα χέρια του προσπάθησε να ξεριζώσει το κεφάλι από τη θέση του, για να απαλλαγεί από τον πόνο που του προκαλούσαν. Μερικές από αυτές τις φωνές ήταν σαν προσευχές, που τον εκλιπαρούσαν να εμφανιστεί, για να τους λυτρώσει και άλλες ήταν επιθετικές και τον κατηγορούσαν για τη μοίρα που έπρεπε να αποδεχτούν. Στράφηκε προς το μέρος της παράξενης ηλικιωμένης, που μόλις είχε κόψει το νήμα.

«Ποια είσαι » ρώτησε.

«Έχουμε πολλά ονόματα» απάντησαν και οι τρείς μαζί. «Αλλά για εσένα είμαστε οι Μοίρες. Ο θάνατος συνδέεται και καθορίζεται από την απόφασή μας» είπαν και συνέχισαν να υφαίνουν και να κόβουν νήματα.


Μαρία Συλαϊδή

Επιμέλεια: Έλενα Παπαδοπούλου