Storm III (Κεφάλαιο 2)

Δεν καταλάβαινε τα μισά από αυτά που της φώναζαν οι γονείς της. Ήταν εξοργισμένοι. Τους ακολούθησε στην κουζίνα.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις; Πώς σου ήρθε να το κάνεις αυτό;» φώναξε ο πατέρας της.
«Μπορείτε να ηρεμήσετε;» είπε η Έμιλι εξαντλημένη.
Μετά από κάθε χρήση του φίλτρου είχε έναν ελαφρύ πονοκέφαλο και οι φωνές των γονιών της δεν τη βοηθούσαν.
«Πόσο καιρό χρησιμοποιείς αυτό το ναρκωτικό;» ρώτησε η μητέρα της.
«Δεν είναι ναρκωτικό» αποκρίθηκε η Έμιλι.
«Κρίνοντας από το πώς δείχνεις αυτή τη στιγμή, Έμιλι, αυτό το πράγμα είναι ναρκωτικό» είπε ο πατέρας της τσατισμένος.
«Έμιλι, δεν απάντησες στην ερώτησή μου» είπε η μητέρα της αυστηρά.
«Από την κηδεία της Κέιτ» απάντησε.
«Σχεδόν δυο μήνες» είπε ο Τζορτζ ακόμη πιο εκνευρισμένος.
«Τζορτζ, σε παρακαλώ».
«Όχι, Αλίσια… Αυτό παρά πάει. Είχα αρχίσει να πιστεύω πως είχε ξεπεράσει ότι συνέβη σε αυτή την αναθεματισμένη αποθήκη αλλά έκανα λάθος. Πίστευα ότι η κόρη μου ήταν δυνατή…» Η Έμιλι κατέβασε το κεφάλι της. Τα λόγια του πατέρα της ήταν σαν χαστούκι. «Δε θα το ξαναχρησιμοποιήσεις αυτό το πράγμα. Δε θα σε τιμωρήσω προς το παρόν αλλά αν το ξαναχρησιμοποιήσεις θα είσαι τιμωρημένη μέχρι την αποφοίτηση. Έγινα κατανοητός;» Η Έμιλι κοίταξε αλλού γεμάτη ντροπή.
«Ναι».
«Θα σε παρακολουθούμε» είπε η μητέρα της.
«Εντάξει» είπε η Έμιλι ενοχλημένη.
«Και μέσα στις επόμενες μέρες θα μιλήσεις στον Φίλιπ» είπε ο πατέρας της δίνοντάς της μια κάρτα. Η Έμιλι σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε τον πατέρα της έτοιμη να διαμαρτυρηθεί. «Δεν είναι διαπραγματεύσιμο» την προειδοποίησε.
«Δεν πρέπει να πάτε στις δουλειές σας;» είπε η Έμιλι βιαστικά.
«Ναι. Θα φύγουμε. Αλλά μη νομίζεις ότι θα μείνεις μόνη» είπε η μητέρα της. Η Έμιλι την κοίταξε μπερδεμένη. «Έρχεται η Ντέμυ» απάντησε στην ανείπωτη ερώτησή της.


* * *


«Καλημέρα» είπε χαρούμενη η Ντέμυ.
«Καλημέρα» είπε η Έμιλι άτονα. Η Ντέμυ την κοίταξε καχύποπτα.
«Έμς; Τι συμβαίνει;» Η Έμιλι της έκανε νόημα να κοιτάξει προς τον πάγκο της κουζίνας. Στο κέντρο του πάγκου οι γονείς της είχαν αφήσει το μπουκαλάκι με το φίλτρο. «Τι είναι αυτό;»
«Αυτό είναι κάτι που αποτελεί μέρος μιας αρκετά μεγάλης ιστορίας. Θες καφέ;»
«Έμς, απλά πες μου τι είναι αυτό. Ο καφές μπορεί να περιμένει» είπε η Ντέμυ.
«Αυτό είναι ένα φίλτρο που μου έδωσε ένας μάγος για να μπορώ να βλέπω οράματα ίδια με εκείνα που μου είχε δείξει ο Γκρεγκ» απάντησε ξερά η Έμιλι. Η Ντέμυ έμεινε κοκαλωμένη για λίγα δευτερόλεπτα.
«ΟΚ, τώρα που το σκέφτομαι, χρειάζομαι οπωσδήποτε εκείνον τον καφέ». Η Έμιλι έβαλε μια κούπα καφέ.
«Μπισκότα, κουλουράκια;»
«Φέρε ό,τι έχεις. Προβλέπεται μεγάλη συζήτηση».
Η Έμιλι της είπε όσα έγιναν μετά την κηδεία της Κέιτ και πώς απέκτησε το φίλτρο.
«Κολλύριο που σου δίνει οράματα. Πολύ κουλ!» είπε η Ντέμυ.
«Ίσως. Αλλά είναι εθιστικό» είπε η Έμιλι κοιτάζοντας έντονα το μπουκαλάκι.
«Πιστεύεις πως έχεις εθιστεί σε αυτό το πράγμα;»
«Νομίζω πως ναι».
«Θες να το χρησιμοποιείς αυτή τη στιγμή;» Η Έμιλι έσφιξε τα χέρια της σε γροθιές.
«Ναι».
«Τέλεια» είπε η Ντέμυ και πήγε προς τον νεροχύτη.
«Ντι, τι κάνεις;» είπε η Έμιλι που πετάχτηκε από τη θέση της.
«Σε βοηθάω» είπε ανοίγοντας το μπουκαλάκι.
«Ντι… Όχι» είπε πλησιάζοντάς την. Η Ντέμυ άρχισε να καίει το κεφάλι της Έμιλι.
«Συγγνώμη, Έμς… Αλλά μια μέρα θα με ευχαριστείς για αυτό που κάνω τώρα» είπε αδειάζοντάς το στον νεροχύτη. Μόλις πέταξε το μπουκαλάκι στον κάδο σταμάτησε να καίει την Έμιλι. «Τώρα ήρθε η ώρα της απεξάρτησης».
«Δεν έχεις ιδέα πόσο θέλω να σε χτυπήσω αυτή τη στιγμή» αποκρίθηκε η Έμιλι εκνευρισμένη.
«Δεν είσαι μόνη σου σε αυτό, Έμς. Θα σε βοηθήσω».
«Σ’ ευχαριστώ, Ντι».
«Έμς… Ακόμα δε μου έχεις μιλήσει για τα οράματα του Γκρεγκ» είπε η Ντέμυ σκυθρωπά. Η Έμιλι κατέβασε το κεφάλι της. Ένιωθε άσχημα που δεν της είχε πει τίποτα. «Το ξέρεις πως πρέπει να μιλήσεις σε κάποιον, έτσι;»
«Θα μιλήσω. Θέλω να σου πω, αλλά… υπάρχει κάποιος άλλος που πρέπει να μάθει πρώτος για τα οράματα».
«Ο Μάικλ!»
«Ναι».
«Ήταν κι αυτός μέσα σε αυτά που σου έδειξε;»
«Ναι».
«Θέλεις να έχεις ένα μέλλον μαζί του, έτσι δεν είναι;»
«Δεν μπορώ να έχω το οποιοδήποτε μέλλον με τον Μάικλ όσο είμαι Σκοτεινή. Ξέρεις τη γνώμη του Μάικλ».
«Η γνώμη του Μάικλ για τους Σκοτεινούς έχει αλλάξει. Όλη η κακία του για τους Σκοτεινούς είχε καλλιεργηθεί από τον Κρίστοφερ. Σ’ αγαπάει και ξέρει πως δεν ήθελες να γίνεις Σκοτεινή».
«Δεν του αξίζει να τον βασανίζω μ’ αυτό τον τρόπο».
«Το θέμα είναι ότι βασανίζεις και εσένα».
«Δεν ξέρω αν τιμωρώ εμένα ή τον Μάικλ. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν μπορώ να ζήσω με τον εαυτό μου γνωρίζοντας ότι μια κοπέλα χάνει τα καλύτερά της χρόνια και ότι ίσως δεν ξυπνήσει και όλα αυτά εξ’ αιτίας μου».
«Θα ξυπνήσει. Το πιστεύω. Και αυτό πρέπει να κάνεις κι εσύ».
Η Έμιλι πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν ξέρω τι να πιστέψω, Ντι. Έχω απογοητεύσει τον Μάικλ, εσένα, τους γονείς μου… Έχω απογοητεύσει εμένα. Δεν πιστεύω σε εμένα πλέον».
«Εγώ όμως πιστεύω. Πιστεύω σε εσένα, Έμιλι Τόμσεν». Η Έμιλι σκούπισε τα δάκρυα από το πρόσωπό της.
«Λοιπόν; Πώς πάνε τα πράγματα με τον Άλεξ;»
«Είναι τόσο γλυκός. Δεν περίμενα ποτέ πως θα ήταν τόσο τρυφερός. Ειδικά όταν περίμενα…»
«Ότι θα ήταν μαλάκας!» προσέθεσε η Έμιλι. Η Ντέμυ γέλασε.

Rene Rafael