Storm III (Κεφάλαιο 3)


Η Έμιλι καθόταν στο κρεβάτι της κοιτάζοντας το καρτελάκι με το τηλέφωνο του Φίλιπ.
Κάποια στιγμή πρέπει να μιλήσεις, Έμς, σκέφτηκε. Χρειάζεσαι βοήθεια.
Στο μυαλό της στριφογύριζε το σκηνικό που έγινε στην κουζίνα με την Ντέμυ. Ο τρόπος που είχε αντιδράσει ήταν η απόδειξη πως είχε εθιστεί.
Άρπαξε το καρτελάκι και κάλεσε τον αριθμό.


* * *


Βγήκε από το αυτοκίνητό της διστακτικά. Το κτίριο μπροστά της έδειχνε ψυχρό. Ο νεαρός στην πόρτα την κοίταξε παράξενα.
«Το όνομά σου» της είπε μηχανικά.
«Έμιλι Τόμσεν» είπε αγχωμένη. «Ήρθα…»
«Ο κύριος Φίλιπ σάς περιμένει» τη διέκοψε δείχνοντάς της την πόρτα. Η πύλη άνοιξε διάπλατα και η Έμιλι πέρασε μέσα.
«Έμιλι. Χαίρομαι που σε βλέπω» είπε ο Φίλιπ πλησιάζοντάς την από το λόμπι. «Άργησες, αλλά ποτέ δεν είναι αργά». Η Έμιλι ακολούθησε τον Φίλιπ σε ένα γραφείο. «Είχα αρχίσει να πιστεύω πως δε θα μας μιλούσες ποτέ».
«Κι όμως να ‘μαι» είπε η Έμιλι απρόθυμα.
«Λοιπόν;» είπε ο Φίλιπ ανυπόμονα.
«Πριν ξεκινήσω θα ήθελα να μου υποσχεθείτε πως δε θα διεξάγετε καμία έρευνα για τον μάγο που μου έδωσε το φίλτρο».
«Ποιο φίλτρο;» ρώτησε ο Φίλιπ.
«Ξέρεις για ποιο φίλτρο μιλάω. Σου το είπε ο πατέρας μου».
«Εντάξει. Σύμφωνοι» είπε ο Φίλιπ.
«Ωραία».
«Είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε, Έμιλι. Θα έχεις τη μέγιστη βοήθεια όπως όλοι».
Η Έμιλι πήρε μια βαθιά ανάσα. «Έτοιμη;»
«Μάλιστα».


* * *


Η Έμιλι έβγαλε το παγωτό από την κατάψυξη και έτρεξε στον καναπέ. Ήταν έτοιμη να πατήσει το play για να ξεκινήσουν οι Αγώνες Πείνας όταν χτύπησε το κουδούνι.
«Έλεος» είπε χαμηλόφωνα αφήνοντας το τηλεκοντρόλ στο τραπεζάκι.
Πήγε προς την πόρτα. Ήταν έτοιμη να ανοίξει όταν είδε πως ήταν ο Μάικλ. Πάγωσε για λίγα δευτερόλεπτα. Φοβόταν να τον δει. Είχε να τον δει από την κηδεία της Κέιτ.
Είχε μάθει άραγε για τον εθισμό της;
«Έμς, ξέρω ότι είσαι μέσα» είπε ο Μάικλ αμήχανα.
Η Έμιλι πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε.
«Γεια, Μάικλ».
Με το που άνοιξε την πόρτα τα γαλάζια του μάτια καρφώθηκαν πάνω της. Είχε να την δει σχεδόν δύο μήνες. Η απουσία της τον βασάνιζε κάθε μέρα και τώρα που την ξαναέβλεπε ήθελε να χορτάσει αυτή την εικόνα. Έδειχνε κουρασμένη. Αποκαρδιωμένη.
Η Έμιλι κοίταξε αμήχανα αλλού. Τα λάτρευε αυτά τα γαλάζια μάτια.
«Ο… Ο πατέρας μου ζήτησε να μας δει… Και τους δυο» είπε ο Μάικλ παίρνοντας απρόθυμα τα μάτια του από πάνω της.
«ΟΚ. Πάω να κλείσω την τηλεόραση» είπε τρέχοντας προς το σαλόνι.
«Έμι, δε χρειάζεται να έρθεις αν δεν είσαι έτοιμη» της είπε. Έμι! Είχε καιρό να τον ακούσει να τη λέει έτσι.
«Όχι… Είμαι εντάξει» είπε φορώντας τη ζακέτα της. Ο Μάικλ βγήκε έξω και η Έμιλι ακολούθησε κλειδώνοντας.
«Θα έρθεις με το δικό μου αυτοκίνητο ή θα πάρεις το δικό σου;» τη ρώτησε.
«Εμ…» είπε η Έμιλι. «Ας πάμε με το δικό σου».

Rene Rafael