Το Μαύρο Διαμάντι (Κεφάλαιο 22: Οι Ικανότητες του Μυαλού)

Το επόμενο πρωί βρισκόταν νωρίς έξω και κάθισε λίγο στη λίμνη προτού πάει στην καλύβα του Ζεραήλ, όπως του είχε πει εκείνος. Έκανε μία τελευταία προσπάθεια για αυτοσυγκέντρωση, με την προσοχή σου στους ήχους των πουλιών που χτυπούσαν τα φτερά τους στην επιφάνεια της λίμνης. Είχε βελτιωθεί εντυπωσιακά από την πρώτη φορά, αν και μέσα σε μόλις δύο μέρες και ήταν έτοιμος πια για να αντιμετωπίσει την κρίση του Ζεραήλ.

Μόλις έφτασε στην καλύβα του δασκάλου του, πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να ετοιμαστεί για πολλή υπομονή, αφού ήταν σίγουρος πως ο άνδρας και αυτή τη φορά θα τον προσέβαλε, όπως το συνήθιζε πια.

«Για να δω πως τα πας με την αυτοσυγκέντρωση» του είπε μόλις μπήκε μέσα.

Έβγαλε κάθε σκέψη από το μυαλό του, εντείνοντας όλη που την προσοχή στη φλόγα που αισθανόταν στο στήθος του, η οποία πρέπει να ήταν η μαγεία μέσα του, φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να ξεχάσει που βρισκόταν. Του δημιουργήθηκε επίσης η επιθυμία να Τη βγάλει από μέσα του, κάνοντας οτιδήποτε απαιτούσε υπεράνθρωπη προσπάθεια.

«Φαίνεται πως μπορείς να τα καταφέρεις στα βασικά» άκουσε ξαφνικά από κάπου μακριά τη φωνή του Ζεραήλ, «αλλά ας δούμε και στα πιο δύσκολα τι κάνεις, για τα οποία έχω αμφιβολίες»

Ο Μιχάλης άνοιξε απότομα τα μάτια του και αντίκρισε τον άνδρα να κάθεται και να τον κοιτάζει, με το γνωστό αυστηρό και άγριο ύφος του. Άρχισε να χτυπά κάτω με δύναμη το μπαστούνι του, λες και προσπαθούσε να γίνει όσο πιο εκνευριστικός γινόταν.

«Τι πρέπει να κάνω;» ρώτησε τελικά το αγόρι.

«Πολλά, αλλά μάλλον θα περιοριστούμε στα βασικά, μέχρι έστω να αποδείξεις ότι μπορείς να καταφέρεις κάτι άξιο. Για αρχή λοιπόν, προσπάθησε να σηκώσεις στον αέρα με τη δύναμη που βρήκες μέσα σου αυτό το χαρτί» συνέχισε δείχνοντας με το βλέμμα του ένα άδειο πάπυρο πάνω στο τραπέζι, που είχε εμφανιστεί ξαφνικά εκεί, «επικεντρώνοντας την προσοχή σου σε αυτό και φαντάσου πως το σηκώνεις στον αέρα. Ξεκίνα»

Έτσι, ο Μιχάλης ξεκίνησε την προσπάθεια, κάνοντας και πάλι αυτοσυγκέντρωση και βρίσκοντας τη δύναμη μέσα του, ενώ μετά κατηύθυνε τη σκέψη του στο χαρτί και το φαντάστηκε να σηκώνεται στον αέρα, κινούμενο από τη δύναμη μέσα του. Ένιωσε ένα κάψιμο να ρέει σε όλο του το σώμα, σαν να είχε αρπάξει φωτιά και μετά ένιωσε το χαρτί να σηκώνεται, έστω και αν δεν μπορούσε να το δει.

«Αυτό πραγματικά με εξέπληξε» άκουσε τη φωνή του Ζεραήλ.

Άνοιξε τα μάτια του για να διαπιστώσει κι εκείνος αν το χαρτί είχε σηκωθεί, κάτι που στα αλήθεια είχε συμβεί, και εκείνο αιωρούνταν μερικά εκατοστά πάνω από το τραπέζι. Την επόμενη στιγμή όμως το χαρτί αφέθηκε και πάλι στην επίδραση της βαρύτητας και έπεσε πάνω στο τραπέζι, γλιστρώντας μάλιστα στη λεία επιφάνειά του με αποτέλεσμα να πέσει στο πάτωμα μετά.

«Η ικανότητα όμως δε φαίνεται να συνάδει με την εξυπνάδα» σχολίασε μετά ο Ζεραήλ βλέποντας τον πάπυρο να πέφτει, με τη γνωστή δόση ειρωνείας, «συγκεντρώσου ξανά και σήκωσέ το πάνω στο τραπέζι»

Έκανε ξανά εκείνο που του είπε ο άνδρας, νιώθοντας μετά από λίγο τον πάπυρο να αρχίζει να ανεβαίνει στον αέρα. Καταλαβαίνοντας πως η δύναμη μέσα του τού το επέτρεπε, σήκωσε με τη χρήση της το χαρτί μέχρι το τραπέζι και το έσπρωξε προς την επιφάνειά του, όπου και το απελευθέρωσε από τη δύναμή του. Δεν ήξερε και ούτε κατανοούσε πως γινόταν αυτό, αλλά ένιωθε πως είχε έλεγχο πάνω σε αυτή τη μυστήρια και απροσδιόριστη δύναμη.

Άνοιξε τα μάτια του για να διαπιστώσει αν αυτή η παράλογη διαίσθηση ήταν σωστή, κάτι που πράγματι συνέβαινε. Ο πάπυρος βρισκόταν και πάλι πάνω στο τραπέζι, όπου επίσης υπήρχε και μία μικρή ξύλινη βέργα.

«Συνέχισε με αυτήν»

Η προσπάθεια με τη βέργα αποδείχθηκε δυσκολότερη από εκείνη με το χαρτί, με αποτέλεσμα να κάνει πολλή ώρα να καταφέρει να τη σηκώσει στον αέρα. Στη συνέχεια όμως, ο Ζεραήλ του ζήτησε να προσπαθήσει και με άλλα πράγματα, αφού μετακίνησε τέλεια τη βέργα, όλο και βαρύτερα, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται όλο και περισσότερο. Μετά από πολλή ώρα, όταν ο Μιχάλης είχε πια εξαντληθεί και αποκτήσει έναν τρομερό πονοκέφαλο, του είπε να σταματήσει.

«Την εξάσκηση αυτή να τη συνεχίσεις και μόνος σου» του είπε χτυπώντας κάτω το μπαστούνι του, «παράλληλα όμως θα ασχοληθούμε και με το μυαλό, όσο και αν είναι αυτό που διαθέτεις. Θα αρχίσεις να ανοίγεις και να κλείνεις το μυαλό σου. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

«Όχι»

«Λογικό. Ας σου πω λίγα για αυτό τότε. Ένας μάγος έχει τη δυνατότητα να μπορεί να διαισθάνεται τα πάντα γύρω του με το μυαλό του, όπως να καταλαβαίνει το χώρο που ψάχνει, πόσοι υπάρχουν εκεί, να διαβάζει τη σκέψη και τις αναμνήσεις άλλων. Όλα αυτά γίνονται με το άνοιγμα του μυαλού. Το κλείσιμο του μυαλού είναι πολύ δυσκολότερο και γίνεται για να προστατευτεί κάποιος από τους άλλους μάγους που θέλουν να διαβάσουν τις σκέψεις του ή για να μην αντιληφθούν την παρουσία του κάπου»

Έκανε μία παύση, ακινητοποιώντας και το μπαστούνι που το χτυπούσε επί πολλή ώρα στο δάπεδο, χαμογελώντας χαρούμενος, μοιάζοντας με παιδί που είχε σκεφτεί μια ιδέα εκείνη τη στιγμή.

«Είναι ώρα να ανοίξουμε το μυαλό σου. Συγκεντρώσου και πάλι και μετά κατεύθυνε τη σκέψη σου στο γύρω χώρο, μακριά από εσένα»

Εκείνος φυσικά δεν ήταν σίγουρος για το πώς θα το έκανε αυτό, αλλά δεν ήθελε και να ρωτήσει. Έκλεισε λοιπόν τα μάτια του, κάνοντας για μία ακόμη φορά αυτοσυγκέντρωση, παρά τον πονοκέφαλο που τον τρέλαινε, και προσπάθησε μετά να οδηγήσει τη σκέψη του αλλού, όπως έκανε και πριν. Γνωρίζοντας πια τον τρόπο να χειριστεί, έστω και σε μικρό βαθμό, τη δύναμη μέσα του, προσπάθησε να νιώσει κάθε σημείο του χώρου που βρισκόταν, όπως έκανε και πριν με το κάθε αντικείμενο που ήθελε να σηκώσει στον αέρα. Χωρίς να καταλάβει το πώς, κατάφερε να διαισθανθεί το κάθε πράγμα που υπήρχε μέσα στην καλύβα, να τα νιώσει σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς είναι το καθένα, το μέγεθός που είχε, αλλά και εάν υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Το πιο εντυπωσιακό από όλα ήταν πως όταν οδήγησε τη σκέψη του στους πίνακες, ένιωσε κάτι ιδιαίτερο μέσα τους, σαν τη δύναμη που είχε και εκείνος, δηλαδή οι πίνακες αυτοί περιείχαν μαγεία.

«Φτάνει» άκουσε τη φωνή του Ζεραήλ, που ακούστηκε όμως από πολλά σημεία, λες και υπήρχαν πολλά ηχεία που τη μετέδιδαν.

Άνοιξε απότομα τα μάτια του, διαισθανόμενος και πάλι το σώμα του αλλά και τον πονοκέφαλο που είχε, που τώρα είχε γίνει ακόμη χειρότερος. Ο άνδρας στεκόταν τώρα όρθιος μπροστά του και τον κοιτούσε με το συνηθισμένο βλέμμα του, ενώ έμοιαζε έτοιμος να φύγει από την καλύβα.

«Θα εξασκηθείς καλά και σε αυτό και θα έρθεις σε τρεις μέρες εδώ, την ίδια ώρα. Θα τα έχεις μάθει πολύ καλά, αλλιώς να ετοιμαστείς να φύγεις από το χωριό. Εξαφανίσου»

Έφυγε γρήγορα από την καλύβα, με έναν τρομερό πονοκέφαλο, σαν κάτι να βαρούσε μέσα στο κεφάλι του προσπαθώντας να το διαλύσει. Κίνησε βιαστικά για τον ξενώνα, για να ζητήσει από κάπου βοήθεια, αφού είχε αρχίσει να μην αντέχει άλλο τον πόνο αυτό. Δεν άργησε να φτάσει εκεί και μόλις βρήκε τον πρώτο υπεύθυνο εκεί, του μίλησε. Ευτυχώς εκείνος φάνηκε να έχει κάποιο φάρμακο, το οποίο του έδωσε μετά από λίγο. Αυτό έμοιαζε αρκετά με απλό νερό, αλλά του άφησε μια ξινίλα.

«Πρέπει να μάθεις να ελέγχεις καλύτερα τις δυνάμεις σου, ώστε να μην παθαίνεις πονοκεφάλους» του είπε ο υπεύθυνος αμέσως μετά, προσθέτοντας πως θα του άφηνε λίγο φάρμακο στο δωμάτιό του.

Λίγες ώρες αργότερα δοκίμασε και πάλι το άνοιγμα του μυαλό του. Ένιωθεσαν να ήταν άυλος και να αιωρούνταν στον αέρα, κατορθώνοντας να μπει στο σώμα του κάθε αντικειμένου που υπήρχε στη γύρω περιοχή, και να το αισθάνεται σαν δικό του. Το έκανε με όλα τα έπιπλα του δωματίου, αλλά και με άλλα δωμάτια. Σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε άλλες παρουσίες, πολύ πιο πολύπλοκες από τα άλλα αντικείμενα, ενώ ήταν αδύνατον να τις κυριεύσει με τη σκέψη του. Έκανε λίγη ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσει πως ήταν οι υπόλοιποι άνθρωποι που κατοικούσαν στον ίδιο ξενώνα με εκείνον. Αυτό που τον εξέπληξε όμως ήταν η αίσθηση της μαγείας που κατείχαν εκείνοι οι άνθρωποι, όπου μπορούσε να ξεχωρίσει πως αυτή έρεε μέσα τους, με διαφορετικό τρόπο στον καθένα.

Όλη αυτή η προσπάθεια κράτησε πολλή ώρα, έως αργά το βράδυ, αφού είχε ενθουσιαστεί με όλο αυτό και δεν μπορούσε να σταματήσει, παρά την ένταση που απέκτησε ο πόνος σε όλο το κεφάλι του. Τελικά, σταμάτησε όταν κατάλαβε πως το είχε παρακάνει. Έπρεπε πια να κοιμηθεί, αλλά τελικά τον κέρδισε η επιθυμία του να βγει και να περπατήσει δίπλα στη λίμνη ή και να κάτσει κάπου κοντά της, όπως συνήθιζε να κάνει σε καθημερινή βάση και ήθελε να κάνει και σήμερα.

Στους διαδρόμους έξω δεν υπήρχε κανείς και ο κεντρικός θάλαμος του ξενώνα φαινόταν άδειος. Πέρασε ανενόχλητος από εκεί και συνέχισε προς την πόρτα, όπου μετά θα έβγαινε και θα πήγαινε στο απέναντι σημείο, δίπλα στη λίμνη.

«Που νομίζεις ότι πας εσύ;» άκουσε ξαφνικά μία φωνή από κάπου πίσω του, τη στιγμή που άνοιγε την πόρτα.

Γύρισε ξαφνιασμένος και αντίκρισε μία από τους υπεύθυνους του ξενώνα, που είχε μόλις εμφανιστεί μπροστά στην πόρτα που οδηγεί στην τραπεζαρία, η οποία τον κοιτούσε με αυστηρό ύφος.

«Απαγορεύεται να βγεις τέτοια ώρα από τον ξενώνα. Γύρνα στο δωμάτιό σου» είπε εκείνη μόλις της εξήγησε.

Πήγε να κλείσει την πόρτα και να επιστρέψει στο δωμάτιό του, όταν ακούστηκε ξαφνικά από κάπου έξω μία δυνατή κραυγή, που έμοιαζε με κραυγή πόνου. Πάγωσε για μια στιγμή, αλλά αμέσως μετά άνοιξε την πόρτα και βγήκε τρέχοντας έξω προς τα εκεί που ακούστηκε η κραυγή, παρά τις φωνές της γυναίκας μέσα στον ξενώνα που του έλεγε να σταματήσει.

Παναγιώτης Βάβαλος