Storm III (Κεφάλαιο 7)

Η Έμιλι κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη.

Άρχιζε. Η τελευταία χρονιά στο Λύκειο άρχιζε.

«Έμς! Ξύπνησες;» φώναξε η μητέρα της από την κουζίνα.

«Ναι, μαμά» απάντησε η Έμιλι βγαίνοντας από το δωμάτιο και κατέβηκε τις σκάλες.

«Καλή αρχή, γλυκιά μου» είπε η μητέρα της αγκαλιάζοντάς την.

«Καλή αρχή, πριγκίπισσα» είπε ο πατέρας της φιλώντας τη στο μέτωπο.

Οι γονείς της έφυγαν και η Έμιλι ανέβηκε στο δωμάτιό της για να τελειώσει το ντύσιμό της. Κατέβηκε στην κουζίνα για να φάει πρωινό.

Με το που τελείωσε, το κινητό της άρχισε να χτυπά. Ήταν η Ντέμυ.

«Καλημέρα!» φώναξε υστερικά η Ντέμυ.

«Καλημέρα» είπε η Έμιλι φορώντας το δερμάτινο τζάκετ της. Εκείνη η μέρα είχε ξημερώσει ψυχρή και συννεφιασμένη.

«Πού είσαι;» ρώτησε η Ντέμυ.

«Σπίτι. Δεν ξεκίνησα ακόμη».

«Τέλεια» είπε η Ντέμυ.

Η Έμιλι άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε τις κολλητές της.

«Έκπληξη!» είπαν όλες μαζί.

«Τι κάνετε εδώ;» ρώτησε η Έμιλι έκπληκτη.

«Αποφάσισα να πάμε όλες μαζί. Είναι η τελευταία χρονιά» είπε η Ντέμυ.

Η Έμιλι κλείδωσε το σπίτι κι έφυγαν.

 

 

Το πάρκινγκ του σχολείου ήταν γεμάτο κι έτσι η Ντέμυ έκανε τον κύκλο για να παρκάρει στον αντίστοιχο χώρο που υπήρχε από πίσω.

Εκεί βρήκαν τον Μάικλ, τον Άλεξ και τον Σάιμον.

«Καλημέρα» είπε η Ντέμυ τρέχοντας προς τον Άλεξ, ο οποίος την τύλιξε στην αγκαλιά του.

«Σας ευχαριστούμε που μας υπενθυμίζετε ότι είμαστε μπακούρια» σχολίασε η Φαίη.

Ο Άλεξ και η Ντέμυ γέλασαν με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα ακούγοντας το σχόλιό της, αλλά δεν είπαν τίποτα παραπάνω. Ο Μάικλ πλησίασε την Έμιλι.

«Γεια» της είπε.

«Έι!» είπε η Έμιλι διστακτικά. Γαμώτο! Δεν έπρεπε να το κάνω αυτό, σκέφτηκε.

 

 

Όταν είχαν γυρίσει από το εξοχικό της Πένυ, η Έμιλι είχε κοκαλώσει στη θέση του συνοδηγού, στο αυτοκίνητο του Μάικλ.

«Έμς;» είπε εκείνος ανήσυχος.

«Ίσως μπορεί να τη βοηθήσει» είπε η Έμιλι σκεπτική.

«Ο Γκρεγκ;».

«Όχι… ο Μέισον». Ο Μάικλ πήρε μια βαθειά ανάσα. Η Ντέμυ τον είχε διαβεβαιώσει πως δεν έτρεχε κάτι ανάμεσα στην Έμιλι και τον Μέισον.

«Τι τρέχει με εσένα και τον Ρέιμαν;».

«Τίποτα» απάντησε η Έμιλι.

«Έμς, δεν είμαι ηλίθιος. Έχω δει πώς σε κοιτάει.»

«Αλλά δεν έχεις δει τον τρόπο που τον κοιτάω εγώ» του είπε. «Δεν έχεις ιδέα πώς νιώθω για εσένα; Βλέπω τον Μέισον Ρέιμαν μόνο σαν φίλο και αυτό θα έπρεπε να το ξέρεις, γιατί…» σταμάτησε ξαφνικά.

«Γιατί;» τη ρώτησε προκλητικά.

Η Έμιλι γύρισε να τον κοιτάξει. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο πόνο και πόθο.

«Γιατί;» την ξαναρώτησε.

Δεν κατάφερε να ελέγξει το σώμα της. Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του και τον φίλησε. Ένιωθε να ξεδιψά από το φιλί τους, πως τα χείλη τους είχαν ενωθεί και δεν θα ξεκολλούσαν ποτέ. Γιατί ήταν γραφτό τα χείλη της να φιλάνε μόνο τα δικά του. Γιατί ήταν γραφτό τα χείλη του να φιλάνε μόνο τα δικά της.

Όταν κατάφερε να αποτραβηχτεί από πάνω του τον κοίταξε λαχανιασμένη.

«Καληνύχτα, Μάικ» είπε και βγήκε από το αυτοκίνητο. 

 

 

«Πώς νιώθεις που σήμερα είμαστε και επισήμως τελειόφοιτοι;» τη ρώτησε.

«Καλά» απάντησε εκείνη ξερά.

Γιατί πρέπει να κάνεις συνέχεια βλακείες, Έμς; επέπληξε τον εαυτό της.

«Όλα καλά;» τη ρώτησε μπερδεμένος.

Η Έμιλι τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Ανασήκωσε τους ώμους της χαλαρά. «Μια χαρά» του απάντησε.

Μπράβο, Έμς, είπε ειρωνικά το υποσυνείδητό της. Βασάνισέ τον. Δεν τον έχεις βασανίσει αρκετά ακόμα για να σε διαολοστείλει μια και καλή και να μείνεις μόνη για πάντα, έτσι;

Το κουδούνι χτύπησε και η παρέα διαλύθηκε.

 

Rene Rafael