Το Δάσος των Μαγισσών (Κεφάλαιο 21)

Την κόρη μου

Την κόρη μου

Την κόρη μου

Οι τρεις λέξεις επαναλαμβάνονταν μέσα στο μυαλό της σαν ηχώ μέσα σε μια βαθιά σπηλιά, χλευάζοντας την. Η Σελίν έκανε ένα απότομο βήμα προς τα πίσω λες και τα κοκαλιάρικα δάχτυλα της Μπαστιάνας είχαν κάψει το πρόσωπο της. Το χέρι της μάγισσας έπεσε στο κενό.

«Δεν είσαι η μητέρα μου»

«Αρνείσαι να πιστέψεις τα λόγια μου, αλλά αρνείσαι να πιστέψεις και αυτό που σου δείχνουν τα ίδια σου τα μάτια;»

Πράγματι, η ομοιότητα ανάμεσα στις δυο γυναίκες ήταν αδιαμφισβήτητη. Οι ίδιες σκουροκάστανες μπούκλες χυνόντουσαν στις πλάτες τους. Το σχήμα του στόματος τους ήταν πανομοιότυπο, με το κάτω χείλος να είναι πιο αφράτο από το πάνω. Το ίδιο οβάλ πρόσωπο.



Και τα μάτια τους...

«Αδύνατον» είπε πεισματικά. Δεν ήταν αφελής. Η μαγεία μπορούσε να δημιουργήσει κάθε είδους παραισθήσεις και οφθαλμαπάτες. Ήταν βασικά, απλά κόλπα που ακόμα και τα παιδιά μπορούσαν να εκτελέσουν. Και άλλωστε...



«Είσαι πολύ νέα για να είσαι μητέρα μου» συνέχισε δυνατά την σκέψη της.

Τουλάχιστον το πρόσωπο της ήταν. Τα χαρακτηριστικά της ήταν φρέσκα και νεανικά. Θα μπορούσε να είναι η μεγαλύτερη αδελφή της. Το σώμα της από την άλλη ήταν αδύνατο και μαραμένο σαν γριάς, λες και η μαγεία που έκανε το πρόσωπο της να δείχνει νέο δεν αρκούσε για το υπόλοιπο παρουσιαστικό της.

«Τα Πνεύματα με ευλόγησαν με το χάρισμα να χειραγωγώ την ενέργεια» της απάντησε. «Όπως κι εσένα. Μπορώ να την χρησιμοποιήσω να επανορθώσω τις φθορές του χρόνου. Θα μάθεις κι εσύ να το κάνεις μια μέρα. Θα ήταν κρίμα να αφήσεις ένα τέτοιο πρόσωπο να μαραζώσει»

Πήγε να την αγγίξει ξανά αλλά η Σελίν οπισθοχώρησε περισσότερο αποφεύγοντας την. Φρίκη άρχισε να την κατακλύζει, ξεκινώντας μέσα στο στήθος της και προχωρώντας προς τα άκρα της. Η αίθουσα έτρεμε. Ή μήπως ήταν τα γόνατα της που απειλούσαν να λυγίσουν;

Από μικρό κοριτσάκι ονειρευόταν να βρει την μητέρα της. Να φωλιάσει στη ζεστή αγκαλιά της. Να γνωρίσει το γλυκό της χάδι. Η καθοδήγηση του Άιζακ και η αγάπη του Ρόραν δεν αρκούσαν για να γεμίσουν το κενό που είχε δημιουργήσει η απουσία της.

Τώρα αυτό το όνειρο μετατρεπόταν σε εφιάλτη μπροστά στα μάτια της, σκορπιζόταν σαν στάχτη στον άνεμο.

Την κοίταξε αηδιασμένη.»Είσαι μια φόνισσα» την κατηγόρησε. Χειρότερη από τους ανθρώπους και τους Κυνηγούς. Τα εγκλήματα της απέναντι στη Σύναξη ήταν τόσο ειδεχθή που οι μεγαλύτεροι φοβόντουσαν ακόμη και να αρθρώσουν το όνομα της. Αυτή η γυναίκα ανάγκαζε τους ανθρώπους της να γυρνάνε την πλάτη τους στους γείτονες τους, τους φίλους τους, την οικογένεια τους, και να επιλέξουν ποιον θα θυσιάσουν λες και είναι ζώα για σφαγή. Είχε καταστρέψει δεκάδες ζωές, όχι μόνο τα θύματα, αλλά και αυτούς που άφηναν πίσω τους. Από αυτούς έκλεβε την ενέργεια που την συντηρούσε. Οι αποδείξεις στεκόντουσαν πετρωμένες στη βάση της σκάλας!

«Δεν είμαι φόνισσα» αποκρίθηκε προσβεβλημένη η Μπαστιάνα. «Είμαι το θύμα μιας Σύναξης που δεν προσπάθησε ποτέ να με καταλάβει. Δεν νοιάστηκε ποτέ να προσπαθήσει. Ξέρεις πως είναι να ανοίγεται ο κόσμος μπροστά σου και να μη σε αφήνουν να απλώσεις το χέρι σου και να τον πιάσεις;»

Πόσες φορές είχε κατηγορήσει τον Άιζακ για το ίδιο πράγμα; Ότι εκείνος και οι Πρεσβύτεροι έλεγχαν ασφυκτικά τη ζωή της και την εμπόδιζαν να ανοίξει τα φτερά της. Σκόπευε να φύγει από το χωριό και να ταξιδέψει όταν θα ενηλικιωνόταν, να δει μέρη για τα οποία δεν επιτρεπόταν ούτε καν να ρωτήσει, αλλά αυτό το όνειρο είχε γίνει θρύψαλα όταν ο Άιζακ την διέταξε να παντρευτεί τον Ρόραν.

«Οι άνθρωποι μισούν τις μάγισσες επειδή τις φοβούνται» συνέχισε η Μπαστιάνα, σαν να διάβαζε τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό της. «Εγώ ήμουν αυτό που φοβόντουσαν οι μάγισσες. Είχα γεννηθεί με δυνάμεις που οι γύρω μου αδυνατούσαν να κατανοήσουν και αυτό τους ξένιζε. Τους άκουγα να με αποκαλούν αφύσικη και τέρας πίσω από την πλάτη μου. Με έπνιγαν. Ήμουν προορισμένη για μεγάλα πράγματα και μου στερούσαν το πεπρωμένο μου. Όσο έμενα εκεί ένιωθα λες και ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μου πέθαινε μέσα μου κάθε μέρα που περνούσε. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να τους εγκαταλείψω»

Η Σελίν κοίταξε τα αγάλματα της Ίριας και την άλλης μάγισσας που είχαν παγιδευτεί για πάντα σε μια στιγμή πόνου και αγωνιάς.

«Νομίζεις πως αυτή η ιστορία που μου είπες θα με κάνει να κλάψω για 'σένα; Μπορεί η Σύναξη να σε αδίκησε αλλά το κακό που έχεις προκαλέσει εσύ το ξεπερνάει. Πόσες μάγισσες έχεις σκοτώσει; Πόσα αγάλματα σαν κι αυτά υπάρχουν στο κάστρο;»

«Αρκετά» της απάντησε. «Θα μπορούσαν να είναι περισσότερα. Αλλά εγώ ζητάω μόνο μια μάγισσα τον χρόνο, όση ενέργεια χρειαζόμαστε για να επιβιώσουμε, όχι περισσότερη» Άνοιξε τα χέρια της «Κοίτα γύρω σου. Η γη εδώ είναι νεκρή. Χωρίς μαγεία δεν μπορούμε να την καλλιεργήσουμε. Οι φωλιές των δράκων είναι κοντά και γύρω από το φαράγγι ζουν επικίνδυνα πλάσματα. Υπάρχουν κι άλλοι μάγοι που ζουν εδώ» Ένα σκληρό χαμόγελο εμφανίστηκε στα πλούσια χείλη της. «Μπορώ να φανταστώ με τι χρώματα σας τους έχουν περιγράψει οι Πρεσβύτεροι. Χωρίς αμφιβολία έχουν δυσαρεστηθεί τρομερά που έχασαν την εξουσία τους πάνω τους. Δολοφόνοι, προδότες... Αλλά είναι απλοί μάγοι και μάγισσες που ζητούν το δικαίωμα τους να ζήσουν ελεύθεροι. Κάποιοι έχουν οικογένειες με μικρά παιδιά, Σελίν. Τους έχω ορκιστεί ότι θα τους προστατεύσω αλλά για να το κάνω χρειάζομαι δύναμη. Χωρίς την ενέργεια που παίρνω από τις Θυσίες δεν μπορώ να το κάνω»

Ήθελε να της φωνάξει πως αυτό που έκανε εξακολουθούσε να είναι έγκλημα, αλλά ξαφνικά δεν μπορούσε να το κάνει χωρίς να φανεί ότι υπερασπίζεται τους Πρεσβύτερους. Και η Σελίν γνώριζε καλά ότι το σύστημα εξουσίας στη Σύναξη δεν ήταν τέλειο. Ο Άιζακ είχε το δικαίωμα να επέμβει τόσο δραστικά στις υποθέσεις των άλλων που μπορούσε ακόμα και να επιλέξει τον άνθρωπο με τον οποίο θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή της. Τους απαγόρευαν να φύγουν από το χωριό. Είχε αποφασίσει να την σκοτώσει επειδή υποψιαζόταν ότι ήταν κακιά, χωρίς να έχει αποδείξεις για αυτό ή να της δώσει την ευκαιρία να του αποδείξει το αντίθετο. Αν και τώρα καταλάβαινε κάπως καλύτερα τα αίτια του φόβου του.

Αλλά αυτό που έκανε η Μπαστιάνα ήταν φόνος -ακόμα κι αν ισχυριζόταν πως το έκανε για να σώσει περισσότερες ζωές- και η Σελίν δεν ήθελε να βρει δικαιολογία για αυτό.

Το κεφάλι της πονούσε.

«Έλα σε 'μένα, παιδί μου» Η φωνή της Μπαστιάνας την προσκαλούσε, γλυκιά σαν νανούρισμα, σαν υπόσχεση ότι θα έπαιρνε τον πόνο μακριά. «Θα σε διδάξω πως να ελέγχεις τις δυνάμεις σου και πως να τις χρησιμοποιείς για να καταφέρεις υπέροχα πράγματα αντί να τις καταπιέζεις»

Πως θα ήταν άραγε αν για μια φορά ήταν ελεύθερη να εξερευνήσει τα όρια των δυνάμεων της αντί να είναι αναγκασμένη να τις κρατά κρυφές λες και ήταν κάποιο ντροπιαστικό μυστικό; Η σκέψη είχε περάσει πολλές φορές από το μυαλό της στο πέρασμα των χρόνων αλλά πάντοτε την έδιωχνε γρήγορα. Ήταν αδύνατων. Απαγορευμένο.

Αν όμως…

Βαθιά μέσα της λαχταρούσε να ανακαλύψει μέχρι που μπορούσε να φτάσει, τι μπορούσε να καταφέρει. Σε έναν διαφορετικό κόσμο και μια διαφορετική ζωή, αν της δινόταν η ευκαιρία θα της άρεσε να το προσπαθήσει.

Η Μπαστιάνα έκανε ένα βήμα προς το μέρος της αλλά σταμάτησε απότομα όταν η άκρη του σπαθιού του Έρικ βρέθηκε πάνω στο κοκαλιάρικο στέρνο της. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα για μια στιγμή, σαν να είχε ξεχάσει την παρουσία του αγοριού μέσα στην αίθουσα.

«Άλλο ένα βήμα και θα γίνεις η πρώτη μάγισσα που θα σκοτώσω» την προειδοποίησε.

Παρά την απειλή του και το όπλο που αιωρούνταν επικίνδυνα λίγα εκατοστά πάνω από την καρδιά της εξακολουθούσε να στέκετε σαν μια βασίλισσα μπροστά του. Η στάση της ήταν αρχοντική και το βλέμμα της ήταν σταθερό και σίγουρο.

«Δεν θα της κάνω κακό, αγόρι. Είναι το παιδί μου» Για πρώτη φορά ο τόνος της ακούστηκε πραγματικά μητρικός, γεμάτος τρυφερότητα και έγνοια για την νεαρή μάγισσα. «Η πρωτότοκη μου. Δεν θα την έβλαπτα ποτέ»

Τα μάτια του ήταν ψυχρά, απόλυτα εστιασμένα πάνω της. «Έστειλες τέρατα να επιτεθούν στο χωριό της και στο δικό μου. Δύο φορές» Κάθε λέξη έσταζε συσσωρευμένη οργή. «Οπότε τίποτα δεν θα μου δώσει μεγαλύτερη χαρά από το να σε σουβλίσω»

«Η πρώτη φορά δεν ήταν δικό μου σφάλμα» του απάντησε. Η αδιαφορία στον τόνο της για τις ζωές που είχαν χαθεί πυροδότησε ένα νέο κύμα θυμού στο πρόσωπο του Έρικ. «Όσο για την δεύτερη, δεν μπορείς να κατηγορήσεις μια μητέρα επειδή θέλησε να βοηθήσει την κόρη της να αποδράσει από τη φυλακή»

Αναλαμπές από εκείνη τη νύχτα άστραψαν στο μυαλό της. Οι φωτιές, ο καπνός, τα ουρλιαχτά. Οι Κυνηγοί που έτρεχαν εδώ κι εκεί και στη προσπάθεια τους να κρατήσουν πίσω τους λύκους δεν είχαν αντιληφθεί τον Έρικ που την είχε πάρει μακριά από το χωριό.

Αυτή δεν ήταν μια τυχαία επίθεση, συνειδητοποίησε.

Ήταν ένας αντιπερισπασμός.

«Εσύ με βοήθησες;» είπε σαστισμένη.

«Και εκείνη τη νύχτα, και όταν ο Άιζακ σε καταράστηκε» Τα μάτια της εστίασαν στο σημείο κάτω από την αριστερή κλείδα της Σελίν, εκεί όπου κάτω από το ύφασμα του πουκαμίσου της κρυβόταν ακόμα μια αχνή ουλή από το σημάδι που είχε προκαλέσει το ξόρκι του Άιζακ. «Κοίτα τι πήγε να κάνει στην όμορφη κόρη μου. Αν δεν είχα επέμβει εγκαίρως θα το είχε καταφέρει»

Ο Ρόραν της είχε αφηγηθεί τις λεπτομέρεια εκείνης της φριχτής μέρας και όσα ακολούθησαν. Τις προσπάθειες της Αλθίας και των νεαρότερων μαγισσών να την βοηθήσουν. Τον μαύρο ρούνο πάνω στο δέρμα της. Την αγωνία και τον φόβο που είχαν μοιραστεί εκείνος και ο Έρικ.

Τις αρχαίες λέξεις που είχαν βγει από το στόμα της όσο ήταν λιπόθυμη, λέξεις που καμία μάγισσα δεν μπορούσε να αναγνωρίσει, και που είχαν κάνει τις πρησμένες, μαύρες φλέβες γύρω από το σημάδι να υποχωρήσουν.

«Πάντα την προστάτευα» Η φωνή της γέμισε ξανά με εκείνη τη τρυφερότητα που η Σελίν ονειρευόταν να ακούσει όλη της τη ζωή. «Ποιος νομίζεις ότι σε βοήθησε να σπάσεις την επιρροή των ξωτικών; Μπορεί να μην ήμουν κοντά σου αλλά σε παρακολουθούσα να μεγαλώνεις. Ξέρω τι πήγαν να σου κάνουν. Ήθελαν να σε αναγκάσουν να ακολουθήσεις μια ζωή που δεν ήθελες και να παντρευτείς κάποιον που δεν είχες επιλέξει. Καημένο παιδί μου. Πόσο μόνη και εξαπατημένη θα ένιωσες όταν κανένας από εκείνους που υποτίθεται πως νοιάζονται για 'σένα δεν σε υπερασπίστηκε. Όλοι σου γύρισαν την πλάτη και αδιαφόρησαν αντί να σε βοηθήσουν» Πικρία γέμισε την φωνή της. «Ακριβώς όπως έκαναν και με εμένα»

Η αλήθεια των λόγων της έστειλε μια σουβλιά πόνου μέσα της. Όλοι στη Σύναξη είχαν αντιμετωπίσει τον αρραβώνα της σαν μια χαρμόσυνη είδηση παρόλο που γνώριζαν ότι αυτός ο γάμος ήταν μια διαταγή του Άιζακ και όχι μια δήλωση αγάπης ανάμεσα σε εκείνη και τον Ρόραν. Η Αλθία ή η Αλίρα θα μπορούσαν να είχαν μιλήσει στον Άιζακ και να του ζητήσουν να επανεξετάσει την απόφαση του ή έστω να δώσει λίγο χρόνο στα παιδιά για να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση. Αλλά καμία τους δεν την είχε στηρίξει όταν τις είχε ανάγκη.

Τα μάτια της θόλωσαν από δάκρυα που δεν πήγαζαν μονάχα από θλίψη. Ο εφιάλτης ήταν ακόμα φρέσκος στη μνήμη της: Ο τρόπος που το χωριό απλά στεκόταν και παρακολουθούσε αμέτοχα, αγνοώντας τις εκλύσεις της για βοήθεια. Δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα.

Ένιωθε προδομένη. Καυτή οργή κόχλαζε μέσα της για τα άτομα που υποτίθεται πως την αγαπούσαν αλλά την κρίσιμη στιγμή της είχαν γυρίσει την πλάτη.

Το έδαφος σείστηκε κάτω από τα πόδια τους, λες και η γη συμμεριζόταν τον θυμό της. Ολόκληρο το κάστρο τραντάχτηκε. Τα τζάμια στα παράθυρα χτυπούσαν βίαια στα πλαίσια τους, έτοιμα να πέσουν και να μετατραπούν σε κοφτερά θρύψαλα. Οι πολυέλαιοι χόρευαν πάνω από τα κεφάλια τους.

«Σελίν, ηρέμισε» της είπε ο Έρικ ρίχνοντας της μια ανήσυχη πλάγια ματιά, χωρίς όμως να τραβάει την προσοχή του από την Μπαστιάνα.

«Όχι» είπε η Μπαστιάνα. Τα μάτια της καρφώθηκαν βαθιά μέσα στα μάτια της κόρης της. «Αυτή η δύναμη που κυλάει στις φλέβες σου... Άφησε τη. Δεν χρειάζεται να κρύβεις άλλο αυτό που είσαι. Είσαι ασφαλής μαζί μου. Κανείς δεν θα σε αναγκάσει να μαραζώσεις ζώντας μια ζωή που δεν είναι αντάξια σου. Κανένας δεν θα έχει τη δύναμη να σε χωρίσει από τον άνθρωπο που αγαπάς»

Κάτι ράγισε μέσα της. Το κάστρο σταμάτησε να τρέμει γύρω τους. Η ερώτηση που την βασάνιζε όλα αυτά τα χρόνια αναδύθηκε στην επιφάνεια, σαν ένα ανήμερο θηρίο που δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο μέσα της. «Γιατί με εγκατέλειψες;»

Σιχαινόταν που η φωνή της ακούστηκε πνιχτή και σπασμένη. Μισούσε τα δάκρυα που έκαιγαν στα μάτια της. Ήθελε να φανεί δυνατή αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Το μόνο που υπήρχε ήταν ένας στρόβιλος συναισθημάτων που δεν μπορούσε να διαχειριστεί :πόνος, απώλεια, εγκατάλειψη, παράπονο, και ανάμεσα σε όλα αυτά μια μικρή σπίθα ελπίδας που όμως βάραινε περισσότερο από όλα τα υπόλοιπα.

«Δεν ήξερα πως να είμαι μητέρα» παραδέχθηκε η Μπαστιάνα, και η Σελίν θα μπορούσε να ορκιστεί ότι όλα αυτά που ένιωθε καθρεφτιζόντουσαν και στα δικά της μάτια. Τα όμορφα χαρακτηριστικά της ήταν τεντωμένα. «Και αυτός είναι ένας τόπος θανάτου. Δεν μπορούσα να μεγαλώσω παιδιά εδώ. Πίστευα πως στη Σύναξη θα είχες καλύτερη φροντίδα. Γνώριζα τον Άιζακ για χρόνια. Τον θεωρούσα... φίλο» Η έκφραση της άλλαξε για μια στιγμή καθώς το έλεγε, λες και μετά από τόσα χρόνια η λέξη ήταν περίεργη μέσα στο στόμα της. «Νόμιζα πως θα προστάτευε ένα αθώο παιδί. Μου το υποσχέθηκε και τον εμπιστεύτηκα. Πόσο λάθος έκανα... Αλλά τώρα δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να σε πληγώσει ξανά» ορκίστηκε. «Έλα μαζί μου και σε διδάξω πώς να χρησιμοποιείς τις δυνάμεις σου. Θα έχεις αυτό που ξέρω πως λαχταράς περισσότερο απ’ οτιδήποτε. Πραγματική ελευθερία»

Η Σελίν την κοίταξε διστακτικά. «Μπορείς αλήθεια να το κάνεις αυτό;» ρώτησε σιγανά.

«Σελίν, όχι!» επενέβη ο Έρικ. «Δεν μπορεί να σκέφτεσαι σοβαρά να συμμαχήσεις με αυτή τη γυναίκα. Σε βασάνισε με εφιάλτες για να μπορέσει να σε χειραγωγήσει ώστε να έρθεις να την βρεις. Μετατρέπει τις μάγισσες που σκοτώνει σε πέτρινα αγάλματα. Ένα από αυτά είναι η μητέρα μου!»

Η Μπαστιάνα τον κοίταξε απειλητικά, σαν δηλητηριώδες φίδι που ετοιμαζόταν να επιτεθεί και να δαγκώσει το θύμα του. «Ποτέ, ποτέ, μη ξαναμπείς ανάμεσα σε εμένα και την κόρη μου» γρύλισε.

Άρπαξε την λεπίδα του σπαθιού. Το πρόσωπο της δεν άλλαξε, ούτε όταν βαθυκόκκινο αίμα κύλησε μέσα από τη σφιγμένη παλάμη της και έσταξε πάνω στο χαλί.

Μια πορτοκαλί λάμψη απλώθηκε μέσα στο μέταλλο στο σημείο όπου το κρατούσε. Η πύρινη λάμψη προχώρησε προς το μέρος του Έρικ. Η Σελίν ένιωθε την θερμότητα που εξέπεμπε παρόλο που στεκόταν δυο βήματα μακριά.

Η παλάμη του Έρικ που κρατούσε την λαβή κοκκίνισε και το αγόρι μόρφασε. Προσπάθησε να αγνοήσει τον πόνο και να κρατηθεί αλλά η μάχη ήταν χαμένη. Τα δάχτυλα του άνοιξαν και το σπαθί έπεσε πάνω χαλί.

«Μα τα Πνεύματα» είπε η Σελίν και πήρε προσεχτικά το πληγωμένο χέρι του μέσα στα δικά της. Το δέρμα είχε καταστραφεί, κόκκινο και οργισμένο. Ο πόνος πρέπει να ήταν σαρωτικός.

Η Μπαστιάνα χαμήλωσε το χέρι της. Τα βαθιά κοψίματα από την λεπίδα είχαν ήδη αρχίσει να επουλώνονται. Κοίταξε τον Έρικ και η έκφραση της μαλάκωσε αλλά κάτι ψυχρό παραμόνευε κάτω από την επιφάνεια. «Δύστυχο αγόρι. Είσαι ταραγμένος και δεν μπορείς να σκεφτείς καθαρά. Ξέρω ακριβώς τι χρειάζεσαι»

Χτύπησε τα δάχτυλα της και ο ήχος αντήχησε σε ολόκληρη την αίθουσα.

Η οδύνη χάθηκε από τα χαρακτηριστικά του και το πρόσωπο του χαλάρωσε. Η μάτια του γύρισαν προς τα πάνω και τα βλέφαρα του έκλεισαν. Σωριάστηκε στο πάτωμα σανάψυχη κούκλα.

Η Σελίν έπεσε έντρομη στα γόνατα δίπλα του. «Τι έκανες;!» φώναξε. Με την καρδιά της να βροντοχτυπάει, έψαξε με τα δάχτυλα της τη φλέβα στον λαιμό του. Άφησε την ανάσα που κρατούσε όταν ένιωσε τον παλμό του να πάλλεται ρυθμικά κάτω από τις άκρες των δαχτύλων της.

«Είναι καλά» την διαβεβαίωσε η Μπαστιάνα. «Είναι μονάχα ένα άκακο ξόρκι ύπνου. Άφηνε τον θυμό του να τον παρασύρει. Αν ξεκινούσε συμπλοκή μπορεί να τραυματιζόταν σοβαρά και δεν το θέλω αυτό. Τώρα θα έχει την ευκαιρία να ηρεμίσει» Γονάτισε δίπλα της και κοίταξε συμπονετικά το αγόρι.

Σοκαρισμένη ακόμα από όλα όσα είχαν διαδραματιστεί τα αντανακλαστικά της είχαν αμβλυνθεί, γι’ αυτό και δεν πρόλαβε να αντιδράσει όταν η Μπαστιάνα άπλωσε το χέρι της και έπιασε το καμένο χέρι του Έρικ.

Ετοιμάστηκε να της ορμήσει, να την τραβήξει μακριά του και να την εμποδίσει να του κάνει μεγαλύτερο κακό από αυτό που είχε προκαλέσει ήδη. Αλλά τότε η ενέργεια στο δωμάτιο άλλαξε, έγινε πιο βαριά. Την ένιωθε να πάλλεται μέσα στην αίθουσα όπως ένιωθες λίγο προτού πέσει η αστραπή.

Οι φούσκες στο τραυματισμένο χέρι του Έρικ χάθηκαν, το σκασμένο και ματωμένο δέρμα ενώθηκε και η θυμωμένη κόκκινη απόχρωση ξεθώριασε σε ένα υγιές ροζ. Το ακούμπησε προσεχτικά πάνω στο στήθος του και κοίταξε ξανά την Σελίν.

«Είναι μπερδεμένος» της είπε. Το δέρμα της είχε χάσει την δροσερή λάμψη του και η Σελίν παρατήρησε πως υπήρχαν περισσότερες γραμμές στον λαιμό της. Λευκές τρίχες αναμιγνύονταν με τα σκούρα μαλλιά της.

Είχε δώσει ένα μέρος της ενέργειας της για να βοηθήσει τον Έρικ.

«Αλλά όταν δει τα σπουδαία πράγματα που θα κάνουμε μαζί θα αλλάξει γνώμη. Μην ανησυχείς»

Άπλωσε το χέρι της προς το μέρος της και αυτή τη φορά η Σελίν δεν απομακρύνθηκε. Παραμέρισε μια τούφα από το πρόσωπο της και χάιδεψε στοργικά το μάγουλο της. «Με εσένα στο πλευρό μου δεν θα έχω ανάγκη τη δύναμη που παίρνω από τις μάγισσες. Οι Θυσίες θα ανήκουν στο παρελθόν. Δεν θα είναι υπέροχο αυτό;»

«Ναι» απάντησε αβέβαια, μουδιασμένα. Μετά από όλα όσα είχαν συμβεί σήμερα δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της να σκεφτεί καθαρά. Πως θα μπορούσε όταν όλα είχαν ανατραπεί;

Η Μπαστιάνα σηκώθηκε και της άπλωσε το χέρι της. «Έλα, παιδί μου. Η θέση σου είναι στο πλευρό μου. Πάντα ήταν»

Διστακτικά, η Σελίν σήκωσε το χέρι της και έπιασε το χέρι της μητέρας της.



Μακριά από το φαράγγι και το χωριό που κρυβόταν μέσα του, βαθιά μέσα στο δάσος, τα ξωτικά έπλεκαν τα ξόρκια τους. Η πορτοκαλί λάμψη από τα πυρωμένα κάρβουνα αντανακλούσε πάνω στα μπλε μάτια του βασιλιά, που δεν είχαν κόρη ή ίριδα, δίνοντας τους μια απόκοσμη και τρομαχτική όψη.

Κάθε φορά που ο σιδηρουργός χτυπούσε το σφυρί του τα ξωτικά που γέμιζαν το μικρό εργαστήριο τραγουδούσαν τα ξόρκια τους. Χλωμά λεπτεπίλεπτα χέρια πετούσαν στις φλόγες λευκά ανθάκια αφροξυλιάς - το δέντρο του θανάτου- ρίζες μανδραγόρα, ιριδίζοντα νεραιδοφτερά για να ενισχύσουν το ξόρκι, κόκαλα μητέρας και παιδιού που πέθαναν μαζί στη γέννα, και λεπτή σκόνη από αποξηραμένη λοβελία που γέμιζε τον αέρα με ένα βαρύ άρωμα καθώς καιγόταν.

Χοντρές στάλες ιδρώτα μούσκευαν το μέτωπο του σιδερά αλλά δεν σταμάτησε στιγμή τη δουλειά του για να τις σκουπίσει. Όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη στους δυο μεταλλικούς δακτύλιους που τον είχαν διατάξει να κατασκευάσει. Ήταν δυο λιτοί κύκλοι, όχι μεγαλύτεροι από κοινά γυναικεία βραχιόλια, μπλεγμένοι ο ένας μέσα στον άλλο σαν μέρος μιας ημιτελής αλυσίδας.

«Το κύπελλο» πρόσταξε ο βασιλιάς των ξωτικών και άπλωσε το χέρι του. Ένας από τους ακόλουθους του έσπευσε να φέρει αυτό που ζήτησε ο αφέντης του.

Ο βασιλιάς κοίταξε το αγκαθοστόλιστο κύπελλο που είχε χρησιμοποιηθεί στην γιορτή πριν από λίγο καιρό. Το αίμα της μάγισσας είχε ξεραθεί και είχε σκουρύνει πάνω στα αγκάθια. Πέρασε το χέρι του από πάνω του και το ξεραμένο αίμα έγινε ξανά υγρό. Οι γυαλιστερές ρουμπινένιες σταγόνες άρχισαν να ξεκολλάνε από την λαβή και αιωρήθηκαν στον αέρα. Όταν και η τελευταία είχε φύγει από το κύπελλο κατέβασε το χέρι του και το αίμα έπεσε μέσα σε έναν κουβά νερό, χρωματίζοντας το ροζ.

Το τραγούδι των ξωτικών σταμάτησε. Ο σιδεράς έπιασε τους πυρωμένους δακτύλιους με μια τσιμπίδα και τους βούτηξε μέσα στο νερό. Θυμωμένος άσπρος ατμός ξεχύθηκε από την επιφάνεια του κουβά.

«Έγινε» ανακοίνωσε ο βασιλιάς και κοίταξε ικανοποιημένος το έργο τους.

Για δεκαετίες, η μάγισσα που ρουφούσε ζωή ήταν μια απειλή για την ύπαρξη τους. Η πείνα της ήταν ακόρεστη, όχι μόνο για μάγισσες, αλλά και για οποιαδήποτε άλλη μορφή ζωής κατοικούσε μέσα στο δάσος. Είχε αναγκάσει τους τρομερούς δράκους να εγκαταλείψουν τις περιοχές τους και να κυνηγάνε για εκείνη, φέρνοντας της θηράματα όπως άγρια θηρία, νάνους, ή ξωτικά που έκαναν το λάθος να περιπλανηθούν κοντά στα όρια του δάσους. Δεν δίσταζαν ακόμη και να επιτεθούν στις πόλεις τους αν δεν κατάφερναν να βρουν αλλού μαγικά πλάσματα για να την ικανοποιήσουν.

Αυτό που ενοχλούσε περισσότερο τον βασιλιά ήταν η αδυναμία τους να αντεπιτεθούν. Η μαύρη μάγισσα είχε περικυκλώσει τον εαυτό της από όμοιους της πρόθυμους να θυσιαστούν για να την προστατεύσουν, τους τερατώδης λύκους που εκτελούσαν τυφλά κάθε διαταγή της, και τους δράκους που δεν είχαν άλλη επιλογή από το να την υπακούν. Η περιοχή της προστατευόταν από ξόρκια που ακόμα και τα πιο ικανά ξωτικά στη μαγεία δεν μπορούσαν να σπάσουν. Δεν μπορούσαν να την αγγίξουν.

Αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν μπορούσαν να την βλάψουν.

Η πιο έξυπνη και πολυμήχανη μαγική φυλή είχε βρει επιτέλους τη λύση, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε. Ή μάλλον, η λύση είχε βρει αυτούς με τη μορφή μιας νεαρής μάγισσας που ταξίδευε μέσα στο δάσος μαζί με έναν άνθρωπο. Τα ξωτικά είχαν αναγνωρίσει αμέσως ποια ήταν. Ο λαός τους έβλεπε και ήξερε τα πάντα.

Και τώρα, το αίμα της κόρης τους είχε δώσει τη δυνατότητα να δέσουν τη ζωή της με τη ζωή της μητέρας. Δεν μπορούσαν να βλάψουν τη μάγισσα στο φαράγγι αλλά πλέον είχαν έναν πιο εύκολο στόχο. Και χάρη στο ξόρκι τους το μόνο που χρειαζόταν να κάνουν ήταν να εξοντώσουν τη μια τους για να εξαλείψουν μια για πάντα την απειλή. 

Φαίη