Το Δάσος των Μαγισσών (Κεφάλαιο 25 - μέρος 4ο)

Δεκάδες λύκοι ξεχύθηκαν μέσα από τα δέντρα. Τα πλάσματα έμοιαζαν βγαλμένα από εφιάλτη, αποκρουστικές φιγούρες που στεκόντουσαν στα πισινά τους πόδια σαν άνθρωποι αλλά οι καμπουριασμένες ράχες τους τα έριχναν ξανά σχεδόν στα τέσσερα. Φονικά γαμψά νύχια έγλειφαν το έδαφος. Η κοντή γούνα τους ήταν μαδημένη σε σημεία αφήνοντας να φανεί το ασθενικό γκρίζο δέρμα που ήταν τεντωμένο πάνω από αιχμηρά οστά και αρθρώσεις. Μαύρες φλέβες που διέτρεχαν την επιφάνεια του. Το ρύγχος τους ήταν κοντό και πλατύ, γεμάτο με στραβά δόντια που έκοβαν σαν ξυράφια. Τα χαντρένια μαύρα μάτια τους έκρυβαν μέσα τους λύσσα και αγνή κακία.

Ερχόντουσαν κατά πάνω τους με τρομαχτική ταχύτητα. Από αυτή την απόσταση μπορούσε να δει τα σάλια που έτρεχαν από τα στόματα τους και τις τραχιές γλώσσες που γευόντουσαν τον αέρα αναζητώντας το θήραμα τους.

«Περιμένετε μέχρι να έχετε καθαρό στόχο!»

Σάρωσε με το βλέμμα του την γραμμή των μαγισσών. Εστίασε στην Νάγια, που είχε το τόξο που χρησιμοποιούσε προηγουμένως ακουμπησμένο στο γρασίδι δίπλα της. Υπήρχε φόβος στην έκφραση της. Μπορούσε να διακρίνει τη σφιγμένη γραμμή των χειλιών της. Όμως το πείσμα στα γαλανά μάτια της υπερτερούσε. Ήταν αποφασισμένη να φύγει ζωντανή από εκείνο το λιβάδι. Δεν θα γινόταν τροφή για τα κατοικίδια της Μπαστιάνας.

«Τώρα!» φώναξε ο Έιντεν.

Οι τοξότες ελευθέρωσαν τα βέλη τους.

Ένα καρφώθηκε κατευθείαν μέσα στο μαύρο μάτι ενός λύκου. Το πλάσμα έπεσε νεκρό παρασέρνοντας άλλο ένα που έτρεχε δίπλα του. Άλλα βρήκαν στόχο στα πόδια των τεράτων κάνοντας τα να χάσουν την ισορροπία τους και να κατρακυλήσουν στο έδαφος. Τα περισσότερα δεν επιβράδυναν καν.

«Ξανά!» διάταξε ο Έιντεν.

Οι τοξότες όπλισαν ξανά και εξαπέλυσαν ένα νέο κύμα από βέλη.

«Μην τα αφήσετε να σπάσουν την γραμμή! Αν το κάνουν θα πάνε κατευθείαν στα χωριά μας!

Ο Ρόραν έσκαψε το μαλακό, εύφορο χώμα με το δεξί του χέρι και το βύθισε μέσα στη γη μέχρι τον καρπό. Χαλίκια γρατζούνισαν το δέρμα του και χώμα παγιδεύτηκε κάτω από τα νύχια του πιέζοντας την ευαίσθητη σάρκα. Οι σύντροφοι του έκαναν το ίδιο. Αναζήτησε τη σύνδεση του με τη Φύση, την αρχέγονη μαγεία που ύφαινε και διατηρούσε τη ζωή στον κόσμο τους. Γαντζώθηκε από αυτή την ενέργεια και έγινε ένα μαζί της, την έπλασε σαν να ήταν ακατέργαστος πηλός και της έδωσε τη μορφή που ήθελε.

Το έδαφος κάτω από τους λύκους εξερράγη και γιγάντια χέρια από χώμα ξεφύτρωσαν μέσα από τη γη. Άρπαξαν όποιο πλάσμα είχε την ατυχία να περάσει από δίπλα τους και τα έσυραν μαζί τους μέσα στη γη από την οποία είχαν έρθει όσο εκείνα χτυπιόντουσαν λυσσασμένα για να ελευθερωθούν. Οι φρικιαστικοί ήχοι που έβγαζαν γρατζούνησαν τα αυτιά τους.

Τράβηξε το χέρι του από το χώμα και πήρε μια κοπιαστική ανάσα. Το στήθος του πονούσε λες και τα πνευμόνια του είχαν συρρικνωθεί. Πάλευαν για να ρουφήξουν τον αέρα λες και είχε τρέξει μίλια.

Ο Έιντεν γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος του. «Πες στους δικούς σου να μείνουν πίσω!» του φώναξε.

Η ορδή των λύκων συγκρούστηκε μαζί τους.

Άνθρωποι και μάγισσες σκορπίστηκαν για να αποφύγουν να πιαστούν στα σαγόνια τους. Ασπίδες υψώθηκαν για να αποκρούσουν θανάσιμα χτυπήματα από γαμψά, κιτρινισμένα νύχια. Τα σπαθιά πήραν ζωή στα χέρια των Κυνηγών κομματιάζοντας σάρκες και χύνοντας αίμα. Η μεταλλική οσμή απλώθηκε στην ατμόσφαιρα αναμεμιγμένη με τη σάπια μυρωδιά που έβγαινε από τα στόματα των λύκων.

Ένας νεαρός Κυνηγός κάρφωσε το ξίφος του στην κοιλιά ενός πλάσματος. Μαύρο αίμα χύθηκε μέσα από την πληγή. Τράβηξε το όπλο του από τη σάρκα του τέρατος που σφάδαζε πάνω στο χορτάρι και πήδηξε στην άκρη για να αποφύγει τα νύχια του που πέρασαν ξυστά από δίπλα του. Κατέβασε με δύναμη το σπαθί του και του πήρε το κεφάλι. Απασχολημένος όπως ήταν δεν πρόσεξε τον δεύτερο λύκο που τον πλησίασε από πίσω. Του χίμηξε και τον πέταξε στο έδαφος.

Άνοιξε τα σαγόνια του και ετοιμάστηκε να ξεσκίσει τον λαιμό του όταν ένα βέλος καρφώθηκε στην πλάτη του. Το πλάσμα γύρισε, ξεχνώντας στιγμιαία τον άντρα που ήταν παγιδευμένος από κάτω του, και βρυχήθηκε εξαγριωμένο. Τα μικρά μαύρα μάτια του εστίασαν στην Νάγια που στεκόταν γύρω στα δέκα μέτρα μακριά του κρατώντας το τόξο στα χέρια της. Προτού προλάβει να αποφασίσει αν θα αποτελείωνε τον Κυνηγό ή αν θα έστρεφε την προσοχή του στην κοκκινομάλλα ένα από τα στιλέτα του Άντριου καρφώθηκε στο κέντρο του κρανίου του.

Οι μάγισσες σχημάτισαν τριάδες και ένωσαν τα χέρια τους. Τα μάτια των λύκων άρχισαν να αλλάζουν χρώματα, έγιναν γαλάζια, πράσινα, και καστανά. Ρίχτηκαν το ένα πάνω στο άλλο σαν λυσσασμένα σκυλιά. Νύχια και δόντια ξέσκιζαν σάρκες που έμειναν να κρέμονται από τα σκεβρωμένα σώματα τους σαν φρικιαστικές κορδέλες. Άλλα έμειναν ακίνητα επιτρέποντας στους Κυνηγούς να τα αποκεφαλίσουν. Μαύρο αίμα πότισε τη γη.

Δυο από τους μάγους κάθε τριάδας διοχέτευαν την ενέργεια τους στον τρίτο που έλεγχε τους λύκους. Τα ξόρκια τηλεπάθειας ήταν ισχυρά και αποτελεσματικά, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά απαιτητικά και δύσκολα. Η ποσότητα ενέργειας που απομυζούσε από τον χρήστη μπορούσε να τον φέρει γρήγορα στα όρια του. Τους άφηνε ευάλωτους.

Οι ελεύθεροι λύκοι στράφηκαν προς το μέρος τους. Ένας έτρεξε κατά πάνω στην ομάδα της Έμιλι, του Ντέιβιντ, και της Ρεάννας. Τα βέλη δυο Κυνηγών πρόλαβαν να το σταματήσουν και το άψυχο σώμα του έπεσε σχεδόν στα πόδια της τριάδας. Ένα άλλο ανάγκασε τον Άρθουρ, τον Μάρκ, και τον Ρόμπερτ να χωριστούν και να τρέξουν για τις ζωές τους. Ο έλεγχος τους πάνω σε ένα λύκο με τρομακτικές πληγές στη αριστερή πλευρά του έσπασε και το πλάσμα επιτέθηκε σε έναν Κυνηγό που αποτελείωνε έναν άλλο λίγα μέτρα παραδίπλα.

Οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν τι συνέβαινε και πήραν θέση γύρω από τις μάγισσες, αναλαμβάνοντας τους αδέσποτους λύκους. Αργότερα θα σκεφτόντουσαν την ειρωνεία του να πασχίζουν να προστατεύσουν τα πλάσματα που λίγο καιρό πριν ήταν αποφασισμένοι να εξαλείψουν. Κάποιοι θα αναρωτιόντουσαν αν άξιζε να συνεχίσουν αυτή την αποστολή και να εξακολουθούν να είναι εχθροί με τις μάγισσες ενώ ήταν ξεκάθαρα πιο ισχυροί όταν δούλευαν μαζί.

Όμως ακόμα και με τη συνδρομή των ανθρώπων οι μάγισσες δεν μπορούσαν να διατηρήσουν το ξόρκι για πολύ. Εξαντλούσε γρήγορα τα αποθέματα της ενέργειας τους. Ο Όλιβερ έσπασε τον κύκλο του, διπλώθηκε στα δυο και άδειασε το περιεχόμενο του στομαχιού του πάνω στο χορτάρι. Η Σιρίν κατέρρευσε στα χέρια της Γκρέις και της Έλινορ. Όπου κι αν κοίταζε ο Ρόραν έβλεπε χλωμά, σφιγμένα πρόσωπα. Κόντευαν να φτάσουν στο όριο τους.

Έτρεξε και πήρε τη θέση του Όλιβερ που προσπαθούσε ακόμα να συνέλθει.

«Λίγο ακόμα» τους είπε με τον πιο ενθαρρυντικό τόνο που μπορούσε να επιστρατεύσει και έπιασε τα χέρια τους.

Ένιωσε το ξόρκι να απορροφά τη δύναμη του. Τα άκρα του βάρυναν. Χρειάστηκε επιπλέον προσπάθεια για να κρατήσει τα χέρια του στη θέση τους και να μη τα αφήσει να πέσουν στα πλευρά του. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο να υποτάξεις το μυαλό ενός πλάσματος στη θέληση σου, ειδικά όταν ήταν ένα πλάσμα φτιαγμένο από μαύρη μαγεία που αντιστεκόταν με όλη της τη δύναμη στη δική σου. Έδινε μάχη για να συγκρατήσει τους λύκους, να μη τους αφήσει να προχωρήσουν προς τα χωριά των ανθρώπων ή να ξεσκίσουν τους Κυνηγούς, και ταυτόχρονα να στρέψει το ένα ενάντια στο άλλο. Τον στράγγιζε. Έκλεισε τα μάτια του και απομονώθηκε από τα πάντα γύρω του. Στα παραδοσιακά ξόρκια μπορούσες να βασιστείς στις λέξεις και τα φίλτρα. Η τηλεπάθεια ήταν μονάχα συγκέντρωση, εύθραυστη σαν λεπτό γυαλί. Αν έσπαγε χανόντουσαν όλα.

Κρύος ιδρώτας κύλησε στο μέτωπο του.

Λίγο ακόμα, λίγο ακόμα, λίγο ακόμα.

Οι φωνές και η φασαρία γύρω τους άρχισαν σιγά- σιγά να σβήνουν. Ένα ζεστό χέρι έπιασε το μπράτσο του.

«Ρόραν, σταμάτα. Τελείωσε»

Άνοιξε τα μάτια του και βρέθηκε να κοιτάζει το πρόσωπο της Νάγιας. Άφησε τα χέρια των συντρόφων του και επέτρεψε στον εαυτό του να καταρρεύσει πάνω στο γρασίδι. Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν άλλο.

Η Νάγια γονάτισε δίπλα του. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε, με την φωνή της τεντωμένη από την εξάντληση.

Η ανάσα του είχε κοπεί οπότε αρκέστηκε στο να νεύσει καταφατικά. Εστίασε στην αναπνοή του ώσπου τα μαύρα στίγματα να καθαρίσουν από το οπτικό του πεδίο. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν λίγες στιγμές για να συνέλθει.

Όταν το στομάχι του σταμάτησε να γυρίζει σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το λιβάδι γύρω τους.

Η μάχη είχε τελειώσει.

Τα πλάσματα ήταν νεκρά, πεσμένα σε λίμνες μαύρου αίματος και λάσπης σε ολόκληρο το λιβάδι. Οι μάγισσες φρόντιζαν όσους είχαν υποστεί τις συνέπειες του ξορκιού ενώ οι Κυνηγοί μετέφεραν τους τραυματισμένους στις σκηνές. Πολλοί είχαν άσχημα τραύματα. Το δεξί χέρι του Μάντοκ ήταν πετσοκομμένο, μια ασαφή μάζα από κόκκινο μυ και λευκό κόκαλο. Ο Ρόραν μάντεψε πως κάποιος από τους λύκους είχε αποπειραθεί να το μασουλήσει. Ή θα άφηνε μια μάγισσα να το περιποιηθεί ή θα το έχανε.

«Ξέφυγε κανένα προς τα χωριά;» ρώτησε ο Έιντεν. Τρεις μακριές γρατζουνιές που αιμορραγούσαν στόλιζαν την αριστερή πλευρά του λαιμού του. Ευτυχώς δεν έδειχναν να είναι βαθιές.

«Δεν νομίζω» του απάντησε ο Άντριου που στεκόταν δίπλα του. Και άλλοι φάνηκαν να συμφωνούν αν και κανένας δεν μπορούσε να είναι απόλυτα σίγουρος μέσα στη φρενίτιδα της μάχης.

«Άρτσερ, Χένρι, και Τζόναθαν, σελώστε τα άλογα σας και ξεκινήστε αμέσως για τα χωριά. Στείλτε μήνυμα για την κατάσταση που επικρατεί και προειδοποιήστε τους Κυνηγούς εκεί να βρίσκονται σε ετοιμότητα. Ζητήστε τους να στείλουν κι άλλους άντρες, αν μπορούν. Μπορεί να έχουμε και δεύτερη επίθεση. Ξεκινήστε!»

Οι τρεις άντρες -δυο μελαχρινοί και ένας ξανθός, όλοι νεαροί σε ηλικία και αλώβητοι από τη μάχη- ένευσαν και έσπευσαν να εκτελέσουν την εντολή που τους δόθηκε

Ο Έιντεν συνέχισε να δίνει διαταγές στους άντρες τους. «Γκρέγκ, θέλω τον αριθμό των νεκρών και των τραυματισμένων» Στράφηκε προς το μέρος του Ρόραν και της Νάγιας. «Σε τι κατάσταση βρίσκονται οι δικοί σου;»

«Σε λίγες μέρες θα έχουν αναρρώσει» απάντησε βραχνά. Το στόμα του ήταν ξερό λες και είχε καταπιεί άμμο.

Τα είχαν καταφέρει. Είχαν επιβιώσει και η νίκη τους ήταν ακόμα πιο σπουδαία επειδή είχαν συνεργαστεί για να το πετύχουν.

Αέρας φύσηξε κουβαλώντας μαζί του κρυστάλλινα παιδικά γέλια. Ο ήχος ερχόταν από τα ανατολικά.

Από τη μεριά του δάσους.

Όλα τα κεφάλια γύρισαν για να δουν.

«Τι στην ευχή;» είπε ο Έιντεν στενεύοντας τα μάτια του στον ορίζοντα.

Δυο κοριτσάκια γελούσαν και χοροπηδούσαν ανάμεσα στα πτώματα των λύκων σαν να έπαιζαν κουτσό, αδιαφορώντας για το ακόμα φρέσκο αίμα που κολλούσε στα γυμνά πέλματα τους. Τα ανοιχτόχρωμα φορέματα τους ιρίδιζαν κάτω από τον ήλιο και τα μακριά μαύρα μαλλιά τους έπαιρναν μια μπλε χροιά όταν τα άγγιζαν οι ακτίνες του. Στεφάνια από λεβάντα, γιασεμί, και βαλσαμωμένες πεταλούδες στόλιζαν τα κεφάλια τους.

«Ήρθαν από το χωριό σας;»

«Όχι» απάντησε ο Ρόραν, με κάθε ίνα του κορμιού του να μπαίνει σε επιφυλακή. «Μείνετε εκεί που είστε» προειδοποίησε τους ανθρώπους και σηκώθηκε από το έδαφος, χωρίς τολμά να τραβήξει την προσοχή του από τα παιδιά.

«Ποτέ δεν θα σταματήσουν να έρχονται» τα άκουσε να τραγουδάνε εύθυμα καθώς πλησίαζαν. «Η μάγισσα στην καρδιά του δάσους θα καταβροχθίσει τις ψυχές σας»

Άρχισαν να χορεύουν το ένα γύρω από το άλλο. Τα φορέματα τους ανέμιζαν γύρω τους και ο Ρόραν συνειδητοποίησε με φρίκη ότι ήταν φτιαγμένα από νεραιδοφτερά.

«Θα σπίτια σας θα καούν. Οι οικογένειες σας θα υποφέρουν. Μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να σωθείτε»

«Η Μπαστιάνα είναι θνητή όπως όλοι μας» τους είπε, δίνοντας σκληρή μάχη για να κρατήσει την αηδία και την οργή μακριά από τη φωνή του. Οι νεράιδες ήταν ιερά πλάσματα. Ιερά. Και τα είχαν δολοφονήσει για να στολίσουν τα ρούχα τους. ‘Μπορεί να σκοτωθεί»

«Ποτέ δεν θα τα καταφέρετε» τον χλεύασαν με τις απατηλά γλυκές και μελωδικές φωνές τους. Έπαψαν να στριφογυρίζουν και τον κοίταξαν με ολογάλανα μάτια τους που δεν είχαν ασπράδι ή κόρη, σαν να ήταν κάποιου είδους ζώο και περίμεναν να κάνει κόλπα για να τα διασκεδάσει. «Η μάγισσα στο φαράγγι δεν μπορεί να σκοτωθεί αλλά η μάγισσα στη Σύναξη μπορεί»

Μια παγωμένη αίσθηση τον διαπέρασε. Ένα έντονο προαίσθημα πως κάτι κακό θα συνέβαινε. «Ποια μάγισσα;»

«Η μάγισσα που μοιράζεται το ίδιο αίμα με τη μάγισσα που τρέφεται με τη ζωή των άλλων. Εκείνη που αποκαλείς αδελφή. Σκότωσε τη και η μάγισσα στο φαράγγι θα πεθάνει μαζί της. Αλλιώς είστε καταδικασμένοι»

Φαίη