Storm III (Κεφάλαιο 13)

Έφτασαν στο δυτικό άκρο του δάσους και σταμάτησαν.

«Μπορούμε να βάλουμε το τραγούδι του Darth Vader για μια τελευταία φορά;» ρώτησε ο Μάικλ.

«Μπορείς να το ακούσεις στον γυρισμό όσες φορές θες, αλλά όχι τώρα» είπε η Έμιλι αυστηρά.

«Δεν φέρατε τα κινητά σας, έτσι;» ρώτησε ο Μέισον.

«Όχι. Τα αφήσαμε στο σπίτι μου» είπε η Έμιλι.

«Ωραία. Τι περιμένετε λοιπόν; Πάμε» είπε ο Μέισον βγαίνοντας από το αυτοκίνητο.

Αφού κλείδωσε, ο Μέισον έβγαλε τον ασύρματο του από την τσάντα του και τον άνοιξε. «Κάμερον με λαμβάνεις;» είπε.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μια φωνή απάντησε. «Σε ακούω Μέισον. Φτάσατε;»

«Μόλις φτάσαμε στο σημείο ένα. Ξεκινάμε» απάντησε ο Μέισον.

«Ωραία. Όταν θα φτάνετε κοντά στο σημείο δύο ενημέρωσε με».

Μπήκαν μέσα στο δάσος έχοντας την πυξίδα του Μέισον για οδηγό.

Ο Μάικλ όμως ήξερε τον δρόμο από μόνος του. Είχε έρθει χιλιάδες φορές από αυτόν για να μπει «κρυφά» στο σπίτι της Ντενίζ όταν τα είχαν.

«Γιατί χρησιμοποιούμε κωδικά ονόματα για τις τοποθεσίες;» ρώτησε ο Μάικλ.

«Γιατί μπορεί κάποιος να «πιάσει» τη συχνότητα στην οποία μιλάμε. Δεν θέλουμε να προδοθούμε» απάντησε ο Μέισον.

«Τότε, σε αυτή την περίπτωση, δεν θα έπρεπε να έχουμε και κωδικά ονόματα;» ρώτησε η Έμιλι.

Ο Μέισον σταμάτησε απότομα. «Έχεις δίκιο. Λοιπόν, εγώ θα είμαι ο Πωλ. Εσύ, Μάικ, θα είσαι ο Τζον και εσύ, Έμς, θα είσαι η Γιόκο».

«Δεν υπάρχει περίπτωση το κωδικό μου όνομα να είναι Γίοκο Όνο. Από πού κι ως πού ακούς Beatles;» είπε η Έμιλι εκνευρισμένη.

«Θα μαλώσουμε για τα κωδικά ονόματα τώρα;» είπε ο Μάικλ.

Η Έμιλι κοίταξε τον Μάικλ έξαλλη. «Εσύ μην μιλάς. Εσένα σου έδωσε τον Τζον Λένον!».

«ΟΚ» είπε ο Μέισον προσπαθώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα. «Δώσε εσύ, Έμς, τα ονόματα.»

«Εγώ θα είμαι η Katy Perry, Μάικ θα είσαι ο Justin Timberlake και εσύ, Μέισον, θα είσαι… ο Drake

«Ο Drake;» είπε ξενερωμένος ο Μέισον. «Καλύτερα να μου έδινες το Γιόκο Όνο».

«Έγινε… Γιόκο Όνο!» είπε η Έμιλι.

«Τι; Όχι» είπε ο Μέισον.

«Κάνετε σαν μωρά!» είπε εκνευρισμένος ο Μάικλ. «Έμς είσαι η Λάγκερθα, Μέισον είσαι ο Μπιόρν και εγώ είμαι ο Ράγκναρ».

«Μπορείτε να σταματήσετε να κάνετε σαν νήπια;» είπε ο Κάμερον από τον ασύρματο. «Δεν χρειάζεται να έχετε κωδικά ονόματα. Συνεχίστε!»

Η Έμιλι, ο Μάικλ και ο Μέισον κοιταχτήκαν ενοχικά.

«Και για όνομα του Θεού Μέισον, κλείσε τον ασύρματο!» είπε ο Κάμερον τερματίζοντας την συνομιλία.

Συνέχισαν να περπατάνε μέχρι που το σπίτι των Κρέιν άρχισε να φαίνεται μόλις ένα χιλιόμετρο μακριά. Ο Μέισον άνοιξε τον ασύρματο. «Κάμερον, βλέπουμε το σημείο δύο».

«ΟΚ. Μείνετε εκεί που είστε. Μην κουνηθείτε αν δεν σας το πω εγώ» απάντησε εκείνος.

Σχεδόν τρία λεπτά αργότερα ο Κάμερον τους έδωσε το σήμα. «Ελεύθερο το πεδίο. Όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές».

Μπήκαν στον κήπο και πήγαν τρέχοντας προς την βεράντα όπου βρισκόταν η πίσω πόρτα. Ο Μέισον την άνοιξε διστακτικά. Πλησίασε τον πίνακα του συναγερμού και τον είδε νεκρό.

«ΟΚ» είπε ανακουφισμένος. «Ξέρετε που πρέπει να πάτε».

Ο Μέισον κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. Άρχισε από την βιβλιοθήκη, ερευνώντας ένα προς ένα τα βιβλία. Έπειτα προχώρησε ψάχνοντας πίσω από τα κάδρα και τους πίνακες για τυχόν θησαυροφυλάκιο.

 

 

 

Η Έμιλι, φτάνοντας στο κελάρι, αντίκρισε έναν τεράστιο τοίχο γεμάτο μπουκάλια με κρασί. Αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κάτι εκεί, άνοιξε τον ασύρματο. «Δεν βρήκα τίποτα» είπε.

«ΟΚ. Πήγαινε στις σκάλες και περίμενέ μας» απάντησε ο Μέισον.

«Εντάξει… Γιόκο Όνο» είπε η Έμιλι γελώντας.

Περίμενε στις σκάλες σχεδόν δυο λεπτά όταν έφτασε ο Μάικλ.

«Βρήκες τίποτα;» την ρώτησε.

«Όχι. Το κελάρι είχε μόνο κρασιά και βαρέλια» απάντησε η Έμιλι. «Εσύ;»

«Η αποθήκη ήταν γεμάτη με άχρηστα αντικείμενα. Μερικά ποδήλατα, κάποια τρόπαια… Τίποτα που να μπορεί να μας βοηθήσει» απάντησε ο Μάικλ.

Η Έμιλι κάθισε στο τρίτο σκαλί αποθαρρημένη. Ο Μάικλ κάθισε δίπλα της.

«Τι συμβαίνει;» την ρώτησε.

«Γιατί να συμβαίνουν όλα αυτά σε εμάς;»

Ο Μάικλ πέρασε το χέρι του γύρω από την μέση της. «Δεν ξέρω. Πάντως σίγουρα πληρώνουμε για ένα λάθος που έκανε κάποιος άλλος».

«Ελπίζω όλο αυτό να τελειώσει σύντομα».

Έμειναν για λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλοί.

Γύρισε και τον κοίταξε σκεπτική. Εδώ και καιρό ήθελε να του κάνει αυτή την ερώτηση. «Σκέφτηκες ποτέ σου πως θα ήταν η ζωή μας αν δεν ήμασταν Χαρισματικοί;»

Ο Μάικλ γέλασε αχνά. «Βαρετή» απάντησε. «Θέλω να πω… πόσα αγόρια έχουν την ευκαιρία να διαρρήξουν ένα σπίτι μαζί με την κοπέλα τους; Κανένα! Δεν είμαστε σαν τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας μας, Έμς. Το ξέρω. Μερικές στιγμές εύχομαι να ήμουν. Αλλά μ’ αρέσει που είμαστε αυτοί που είμαστε. Ακόμα κι αν έχω έναν τρελό Μάγο στο κατόπι μου. Ακόμα κι αν η κοπέλα που αγαπώ γίνει Σκοτεινή και με ταλαιπωρεί. Δεν θα άλλαζα τίποτα».

«Σ’ αγαπώ» του είπε απότομα.

Ο Μάικλ την κοίταξε έκπληκτος.

«Το ξέρω πως στην ηλικία μας δεν ακούγεται και τόσο αξιόπιστο. Ξέρω  επίσης, πως πολλά παιδιά δεν το εννοούνε, αλλά πραγματικά σ’ αγαπάω, Μάικ και σ’ ευχαριστώ που είσαι δίπλα μου ό,τι κι αν κάνω».

«Θα είμαι πάντα δίπλα σου. Πάντα» είπε φιλώντας την.

Άκουσαν βήματα στον διάδρομο και απομακρύνθηκαν.

«Ελπίζω να είμαστε πιο τυχεροί στον επάνω όροφο» είπε απογοητευμένος ο Μέισον.

Ανεβαίνοντας τις σκάλες βρέθηκαν σε έναν τεράστιο διάδρομο.

«Το δωμάτιο των γονέων είναι από εκεί» είπε ο Μέισον απαντώντας στην ερώτηση που δεν πρόλαβε να κάνει η Έμιλι, δείχνοντας της το πρώτο δωμάτιο στα αριστερά της.

Ο Μέισον έφυγε για το δωμάτιο αναψυχής που βρισκόταν στα δεξιά.

«Μακάρι να μην πήγαινα εγώ στο δωμάτιό της» είπε ο Μάικλ με πικρία.

«Απλά πήγαινε. Θα σε δω σε λίγο» είπε η Έμιλι δίνοντας του ένα πεταχτό φιλί.

Ο Μάικλ προχώρησε διστακτικά προς το δωμάτιο της Ντενίζ που βρισκόταν στο τέλος του διαδρόμου.

Το δωμάτιο ήταν σχεδόν όπως το θυμόταν: Οι τοίχοι βαμμένοι με ένα έντονο χρώμα που του έμοιαζε για βυσσινί και ένας μεγάλος πίνακας με φωτογραφίες. Ο Μάικλ πλησίασε τον πίνακα. Υπήρχε μια φωτογραφία του με την Ντενίζ. Ήθελε τόσο πολύ να την ξεκολλήσει και να την σκίσει   σε χίλια κομμάτια αλλά θυμήθηκε τον λόγο που ήταν εκεί. Άρχισε να ψάχνει όλες τις κρυψώνες της Ντενίζ βάζοντας τα πράγματα πίσω ακριβώς όπως τα βρήκε.

 

Ο Μέισον μπήκε στο δωμάτιο αναψυχής. Δεν χρειάστηκε αρκετή ώρα για να καταλάβει πως δεν θα έβρισκε τίποτα εκεί. Αφού έψαξε τα δύο μπιλιάρδα σπιθαμή προς σπιθαμή, συνέχισε με τα βελάκια και στο τέλος ψηλάφησε τους τοίχους για τυχόν κρυψώνες. Έβγαλε τον ασύρματο του εκνευρισμένος. «Δεν βρήκα τίποτα. Προχωρώ στο δωμάτιο των φιλοξενούμενων» είπε βγαίνοντας στον διάδρομο.

 

Μπαίνοντας στο δωμάτιο των γονιών της Ντενίζ, η Έμιλι άρχισε ψάχνοντας τα κομοδίνα και το γραφείο. Με κόπο σήκωσε το στρώμα αναζητώντας για κάποιο σημειωματάριο, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Έψαξε επιπλέον στην τεράστια ντουλάπα αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τέλος μπήκε στην «ντουλάπα» όπου η μητέρα της Ντενίζ φυλούσε τα παπούτσια, τις τσάντες και τα αξεσουάρ της. Επρόκειτο στην ουσία για ένα επιπλέον δωμάτιο. Ήταν έτοιμη να φύγει όταν πρόσεξε τον καθρέφτη. Ήταν παράξενα τοποθετημένος και η Έμιλι πλησίασε και τον περιεργάστηκε.  Τον ψηλάφησε και τον τράβηξε απαλά αποκαλύπτοντας ένα χρηματοκιβώτιο. Έβγαλε τον ασύρματο από την τσάντα της. «Κάμερον,  υπάρχει περίπτωση να μπορέσεις να βρεις κωδικό για χρηματοκιβώτιο;»

«Είναι ψηφιακό;» απάντησε ο Κάμερον.

«Ναι».

«Χμ… δοκίμασε το 2019347865» είπε σκεπτικός.

«Όχι» είπε η Έμιλι πεισμωμένη. Ίσως να έβρισκε κάτι εκεί μέσα. Ίσως να υπήρχε κάτι που να μπορούσε να τους βοηθήσει.

«ΟΚ… 112263*;»

Η Έμιλι πληκτρολόγησε τα νούμερα που της είπε ο Κάμερον. «Ναι!» είπε θριαμβευτικά. «Υποστηρικτές του Kenedy;» είπε σκεπτική στον Κάμερον.

«Όχι. Φαν των βιβλίων του Stephen King**» απάντησε ο εκείνος.

Η Έμιλι έκλεισε τον ασύρματο και τον έβαλε ξανά στην τσάντα της. Μέσα στο χρηματοκιβώτιο υπήρχε ένα κουτί σχεδόν στο πλάτος του. Το έβγαλε προσεκτικά και το ακούμπησε πάνω σε ένα ράφι. Χρησιμοποιώντας το στοιχείο του νερού ξεκλείδωσε το κουτί και το άνοιξε. Μέσα υπήρχε ένα δερματόδετο βιβλίο και κάποια γράμματα. Η Έμιλι άνοιξε ένα από αυτά και άρχισε να διαβάζει. Έβγαλε ενθουσιασμένη τον ασύρματο. «Παιδιά, βρήκα κάτι».

Ο Μάικλ μπήκε στο δωμάτιο σχεδόν τρέχοντας. «Τι βρήκες;» την ρώτησε.

Η Έμιλι τον κοίταξε χαμογελώντας. «Ο Γκρέγκ… είναι ετεροθαλής αδελφός της Ντενίζ».

 

 

 

 

 

 

«Πως υποτίθεται ότι θα επιστρέψουμε αυτό το κουτί στην θέση του;» ρώτησε ο Μάικλ την ώρα που γύριζαν στο σπίτι της Έμιλι.

«Θα το κανονίσω εγώ» απάντησε ο Μέισον. «Το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να βγάλουμε αντίγραφα απ’ ό,τι υπάρχει στο κουτί μέχρι αύριο».

«Ευτυχώς που έχουμε εκτυπωτή στο σπίτι» είπε η Έμιλι.

Έφτασαν έξω από το σπίτι της.

«Για αρχή βγάλτε μόνο ένα αντίγραφο. Αφού επιστρέψουμε το κουτί θα βγάλουμε όσα επιπλέον χρειαστούν. ΟΚ;» είπε ο Μέισον.

«Ναι» απάντησε η Έμιλι και βγήκε από το αυτοκίνητο.

Ο Μάικλ την ακολούθησε μέσα στο σπίτι, αφήνοντας το σακίδιο στο πάτωμα του δωματίου της.

«Πώς ήταν η πρώτη σου διάρρηξη;» ρώτησε ο Μάικλ ξαπλώνοντας στο κρεβάτι της.

«Εύκολη».

«Ορίστε;» είπε ο Μάικλ μπερδεμένος.

«Μια καλή διάρρηξη έχει και καταδίωξη».       

«Ήθελες να μας πιάσουν;»

«Πλάκα σου κάνω» είπε γελώντας. «Αν και… δεν θα με πείραζε να υπήρχε και καταδίωξη».

«Πίστεψε με, δεν θες να σε καταλάβουν και να σε πάρουν στο κατόπι».

Η Έμιλι πήγε στο μπάνιο να αλλάξει ρούχα. Όταν επέστρεψε φορούσε μια γκρι φόρμα και ένα λευκό μπλουζάκι.

«Έπρεπε να είχα πει όχι» είπε ο Μάικλ κοιτάζοντας το ταβάνι.

«Όχι σε τι;»

«Στο να πάω εγώ στο δωμάτιο της».

Η Έμιλι πήρε μια βαθιά ανάσα και κάθισε στο κρεβάτι. «Τι βρήκες;»

«Είχε κάποιες φωτογραφίες με εκείνη και εμένα… και...»

«Σε κατέκλυσαν οι αναμνήσεις;»

«Όχι… Θεέ μου όχι» είπε ο Μάικλ γελώντας. «Ήθελα τόσο πολύ να σκίσω κομματάκια κάθε φωτογραφία… μία προς μία».

«Αλλά δεν το έκανες.»

«Όχι… και δεν το έκανα γιατί με το που ξεθύμανα, συνειδητοποίησα ότι δεν έχει σημασία για εμένα αν η Ντενίζ έχει κρατήσει τις φωτογραφίες μας. Εγώ δεν τις έχω κρατήσει. Και ξέρεις γιατί; Γιατί είσαι το μόνο άτομο με το οποίο θέλω να έχω αναμνήσεις. Θέλω να είσαι η μοναδική σχέση την οποία θα θυμάμαι».

«Κι αν χωρίσουμε;»

«Δεν έχει σημασία. Ακόμα κι αν χωρίσουμε με άσχημο τρόπο, θα θέλω να σε θυμάμαι , γιατί σ’ αγαπάω πραγματικά».

Η Έμιλι τον πλησίασε και του έδωσε ένα τρυφερό φιλί.  

Το κινητό της άρχισε να δονείτε στο κομοδίνο δίπλα της και σηκώθηκε από το κρεβάτι για να απαντήσει.

Ήταν η Ντέμυ.

«Παρακαλώ;» είπε εξουθενωμένη.

«Επιτέλους απαντήσατε!» είπε ανακουφισμένη η Ντέμυ.

«Μόλις γυρίσαμε».

«Το ταξίδι στο Μαϊάμι ήταν κυριολεκτικά ανώφελο» είπε η Ντέμυ. «Οι Κρέιν δεν έχουν μεγάλο γιο. Συγγνώμη».

«Εμείς ήμασταν πιο τυχεροί.» είπε η Έμιλι.

«Τι εννοείς;»

«Ο Γκρέγκ… είναι ετεροθαλής αδελφός της Ντενίζ».

«Η ιστορία αρχίζει και περιπλέκεται αντί να ξετυλίγεται».

«Εμένα μου λες; Ποτέ γυρνάτε;»

«Αύριο το πρωί θα είμαστε εκεί».

«Τέλεια. Έχουμε πολύ διάβασμα».

«Ποιος νοιάζεται για το σχολείο τώρα Έμς;»

«Μακάρι να μιλούσα για το σχολείο».

«Και τότε για ποιο πράγμα μιλάς;»

Η Έμιλι κοίταξε το κουτί πάνω στο γραφείο της. «Έχουμε ένα κουτί γεμάτο με πιθανά στοιχεία. Ας ελπίσουμε να μην έχει καθυστέρηση η πτήση σας».

Η Ντέμυ πήρε μια βαθιά ανάσα. «ΟΚ. Τα λέμε αύριο το πρωί. Καληνύχτα».

«Καληνύχτα».

Η Έμιλι άφησε το κινητό της στο γραφείο και γύρισε να κοιτάξει τον Μάικλ. «Γιατί είσαι ακόμα ξαπλωμένος εσύ;»

«Και τι θες να κάνω;»

Η Έμιλι έκανε στην άκρη δείχνοντας στον Μάικλ το κουτί. «Σε περίπτωση που το ξέχασες, έχουμε αυτό το πρόβλημα».

 

 

   

 

 

 

*22.11.1963: Η ημέρα που δολοφονήθηκε ο Τζον Φ. Κένεντυ

** Ο Stephen King έγραψε ένα μυθιστόρημα για την δολοφονία του Κένεντυ 

 

Rene Rafael