Αόρατο Πρόσωπο (Κεφάλαιο 10 - Μέρος 1) - Δικαίωση

Για δευτερόλεπτα το πλήθος βουβάθηκε. Το όπλο έμεινε να κρέμεται σχεδόν άψυχο από τα χέρια του Ναπολεόν, ενώ η Ελοντί έπεσε στα γόνατα δίπλα από τον Ντεάν που ήταν αμφίβολο ακόμη το αν ανέπνεε. Ο Φιλίπ στη θέα της Ελοντί, ένιωσε άξαφνα να βρίσκει το χαμένο του κουράγιο, ενώ η εικόνα η θλιβερή του αδερφού του, πυροδότησε ένα συναίσθημα που χρόνια ολόκληρα πάλευε να κατευνάσει. Το απόλυτο μίσος. Για εκείνον, ήταν σαν να είχε πέσει μπροστά του η αυλαία και να τον είχε τυφλώσει. Το μόνο που έβλεπε, ήταν το πρόσωπο το ειρωνικό του Ναπολεόν. Αυτό του ήταν αρκετό για να πηδήξει από το σημείο που βρισκόταν σαν αίλουρος και να προσγειωθεί επάνω στο σώμα του, πετώντας του ταυτόχρονα το όπλο μακριά. Οι δύο άντρες κύλησαν στο χώμα μπροστά στα μάτια του έντρομου πλήθους και μίας Ελοντί που σπάραζε κρατώντας το κεφάλι του Ντεάν και παλεύοντας να πάρει τηλέφωνο κάποιο νοσοκομείο.

Έχοντας βάλει τα δυνατά τους, η Ατζέλικα και η κόρη της έτρεχαν με όλη τους τη δύναμη, περνώντας μέσα από το πυκνόφυτο δάσος που έμοιαζε πιο απειλητικό από ποτέ. Ο καιρός ήταν φορτωμένος με γκρίζα σύννεφα, προσδίδοντας στο περιβάλλον γύρω τους μία σκιώδη ομίχλη, μια ανατριχιαστική πινελιά. Για λίγο κοντοστάθηκαν παλεύοντας να βρουν την ανάσα τους, όταν φωνές γυναικείες τους απέσπασαν την προσοχή. Εξαιτίας όμως της βαριάς ατμόσφαιρας και της ελαφριάς ομίχλης, τους ήταν αδύνατο να διακρίνουν κάποια φιγούρα. Ούρλιαξαν πίσω, προκειμένου όποιος χρειαζόταν βοήθεια να συνεχίσει να φωνάζει, με εκείνες να ακολουθούν τον ήχο. Βάδιζαν τώρα πιο αργά, πιο προσεχτικά, για να φτάσουν έπειτα από λίγα λεπτά, μπροστά σε ένα ξύλινο, μικρό σπιτάκι. Τα αναμμένα κεράκια είχαν πλέον λιώσει και σβήσει, ενώ από μέσα ακούγονταν λυγμοί, κλάματα και φωνές.

«Είμαστε εδώ!» φώναξε η Απολλίν και μαζί με την μητέρα της ξεκίνησαν να κοπανάνε την πόρτα, η οποία ευτυχώς για εκείνες, δεν άργησε να υποχωρήσει. Το ξύλο της εξάλλου, ήταν φαγωμένο από τα χρόνια και την υγρασία.

Με το κινητό τους φώτισαν τον χώρο, για να αντικρίσουν την Ζακελίν ιδρωμένη και δεμένη, με τα ρούχα της λερωμένα με λάσπη και χώμα. Είχε υποστεί ισχυρό σοκ και αδυνατούσε να αρθρώσει σωστά και συνεχόμενα μία κουβέντα. Η αλήθεια βέβαια ήταν, πως ο δισταγμός της ήταν έκδηλος μπροστά στο θέαμα της Ατζέλικα.

«Εσύ σωτήρας;» την ρώτησε καθώς η γυναίκα πάλευε να της λύσει τα δεσμά.

«Ό,τι και να πεις, έχεις δίκιο για εμένα Ζακελίν. Εγώ ωστόσο απόψε, πέταξα επιτέλους εκείνο το φρικτό βάρος από πάνω μου. Εξομολογήθηκα και μετάνιωσα. Ωστόσο, ακόμη δεν πραγματοποίησα την υπόσχεση που έδωσα, να πω δηλαδή την αλήθεια. Πάμε! Δεν έχουμε χρόνο, καθώς κάποιος που είναι και φίλος σου κατηγορείται για την απαγωγή σου να υποθέσω» της είπε η Ατζέλικα και η Ζακελίν, χαμένη ακόμη κοίταξε γύρω της.

«Το σπιτάκι του Φιλίπ.....η μάσκα!» ξεκίνησε να μονολογεί όταν βγαίνοντας με προσοχή βρήκαν μία μάσκα πεσμένη και χωμένη στις λάσπες. Η Ζακελίν δίχως να αρθρώσει λέξη, την πήρε στα χέρια της κι πάλεψε να την καθαρίσει.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Απολλίν που είχε αρχίσει να τρομάζει με όλα αυτά τα φρικτά σενάρια.

«Συμβαίνει πως ο Θεός αγαπά τον κλέφτη, ωστόσο μάντεψε ποιόν αγαπά περισσότερο» είπε η Ζακελίν πάντοτε κοιτάζοντας εξονυχιστικά την μάσκα, καθώς είχε δει τον απαγωγέα να στέκεται στις σκιές και να την αφήνει κάτω. Ακόμη και έτσι όμως, δεν είχε κατορθώσει να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του. Τα έκρυβε το σκοτάδι.

«Σήμερα, δεν ξέρω αν το γνωρίζεις, μα είναι η γιορτή που διοργανώνει το χωριό κάθε χρόνο, εδώ και χρόνια. Σήμερα, ήταν η πρώτη φορά που ο Φιλίπ αποφάσισε να βγει και εκείνος έξω, πάντοτε όμως ντυμένος με αποκριάτικη στολή. Εκείνος που τις προμηθεύει στον κόσμο, είναι ένας ηλικιωμένος που έχει ένα εποχιακό μαγαζάκι στο δεύτερο στενό, μετά από το Δημαρχείο. Πάνω κάτω τα σχέδια μοιάζουν. Αγόρασα λοιπόν εγώ στον Φιλίπ την κάπα, μα του έδωσα να φορέσει μία μάσκα χειροποίητη που είχα παλέψει να φτιάξω, μιμούμενη το σχέδιο αυτό που βλέπεις. Όποιος λοιπόν με άρπαξε, είχε δει τι φορούσε ο Φιλίπ και αγόρασε τα ίδια για να τον κατηγορήσει. Αυτό εδώ όμως, δεν είναι χειροποίητο και ας μοιάζει με πιστό αντίγραφο. Το αυθεντικό, πρέπει να το έχει ο ίδιος» της είπε και η Ατζέλικα ανατρίχιασε με την δύναμη και την ψυχραιμία της κοπέλας, σε μία τόσο δύσκολη στιγμή.

«Πρέπει να φύγουμε. Φοβάμαι» της είπε η Ατζέλικα και η Ζακελίν αρπάζοντας την μάσκα την ακολούθησε.

Παρά τον φόβο και την αγωνία, συνέχισαν την πορεία τους, μόνο για να ακούσουν κραυγές και ουρλιαχτά, μα και τον ήχο ενός ασθενοφόρου. Η Ζακελίν, έβαλε το χέρι της στην καρδιά ψιθυρίζοντας μία σύντομη προσευχή, όταν φτάνοντας πια κοντά στο σπίτι, διέκριναν κηλίδες αίματος και ένα σώμα πεσμένο να επιβιβάζεται και να φεύγει για τα επείγοντα. Οι δύο γυναίκες κοίταξαν το χάος, ενώ εκείνη την ώρα ο Φιλίπ σηκωνόταν όρθιος, το πρόσωπό του γεμάτο αμυχές. Άπαντες είχαν σχηματίσει έναν κύκλο γύρω από εκείνον και τον Ναπολεόν. Τότε η Ατζέλικα με την Ζακελίν, παραμέρισαν τον κόσμο και μπήκαν στην μέση. Άπαντες τις κοίταξαν σαν να έβλεπαν μπροστά τους φάντασμα, ενώ άλλοι πλησίαζαν για να αγκαλιάσουν την Ζακελίν με ανακούφιση, ρωτώντας αν είναι καλά. Εκείνη ωστόσο, τους έκανε σήμα να σταματήσουν και να απομακρυνθούν. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο.

«Σε ποιόν ανήκει αυτό;» ρώτησε η Ζακελίν με φωνή στεντόρεια και όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

«Είναι το ταίρι της συγκεκριμένης στολής» πετάχτηκε ο Πιέρ και ο Φιλίπ τον κάρφωσε με μίσος.

«Πράγματι είναι» αποφάνθηκε η Ζακελίν, την οποία όλοι κοιτούσαν περιμένοντας την συνέχεια της τραγωδίας. «Φιλίπ, πού είναι το άλλο; Το χειροποίητο;» τον ρώτησε και εκείνος της έδειξε το σπίτι του σιωπηλός, ενώ η Ελοντί έτρεξε να το φέρει, για να το παραδώσει στην φίλη της, παλεύοντας να την ρωτήσει παράλληλα τι στο καλό είχε συμβεί και γιατί ήταν σε αυτά τα χάλια. Για τον Ντεάν, ακόμη δεν τολμούσε να ξεστομίσει το παραμικρό.

«Πριν από λίγα χρόνια, αποφάσισα να φτιάξω και εγώ μία μάσκα, βασισμένη στο αρχικό μοντέλο. Έτσι αυτή εδώ, που ανήκει στην σημερινή αμφίεση του Φιλίπ, ήταν η προσπάθεια απομίμησης του αρχικού μοντέλου. Μπορώ να μάθω σε ποιόν ανήκει το αυθεντικό;» ρώτησε χρωματίζοντας την φωνή της με ειρωνεία και συνέχισε «Ήταν έξυπνο εκ μέρους του απαγωγέα να στρέψει τις κατηγορίες στο πρόσωπο του Φιλίπ, ωστόσο απόψε απέτυχε. Κανένας δεν γνωρίζει την ιστορία που σας αφηγήθηκα μόλις» τους είπε και σιωπή παρατεταμένη ακολούθησε. Τότε, τον λόγο πήρε η Ατζέλικα.

«Έχω ζήσει για πολλά χρόνια σε αυτόν τον τόπο. Έχω περάσει πολλές στιγμές, αρκετές από αυτές μάλιστα ήταν όμορφες, ώστε να νιώθω πως οι άνθρωποι, εσείς δηλαδή, με είχατε αγκαλιάσει σαν να ήμουν οικογένειά σας μετά τον θάνατο του άντρα μου και πατέρα της Απολλίν. Ωστόσο, έχω ζήσει και στιγμές σκοτεινές, στιγμές που πιστεύω πως ίσως να έχετε ζήσει και εσείς, αν μία μέρα αποφασίσατε να λοξοδρομήσετε από τον κεντρικό δρόμο και ήταν βράδυ. Έπεσα σχεδόν θύμα βιασμού» έκανε μία παύση και ένας ήχος πανικού απλώθηκε πάνω από το συγκεντρωμένο πλήθος. Η Ζακελίν την κοιτούσε σιωπηλή, καθώς αναβίωνε μέσα της η εικόνα της δικής της παραλίγο τραγωδίας, με ήρωα και σωτήρα της εκείνον. Τον Ντεάν. Η φωνή ωστόσο της Ατζέλικα, ήχησε ξανά «Έχω δει το πρόσωπο του βιαστή μου. Τόσα χρόνια δεν μιλούσα γιατί με εκβίαζε με την ασφάλεια του παιδιού μου. Κοιτάξτε γύρω σας, σε πρόσωπα οικεία και αναζητήστε τον ένοχο. Για μία φορά όμως, αποτραβήξτε το βλέμμα σας από τον Φιλίπ. Εκείνος λατρεύει την κόρη μου» πρόφερε με δυσκολία τις τελευταίες λέξεις η γυναίκα, ενώ δεν είχε το κουράγιο να κοιτάξει προς το μέρος της σκιερής και μοναχικής φιγούρας, που έστεκε στο κατώφλι περιμένοντας σιωπηλά μία μορφή δικαίωσης.

Ο κόσμος κοιτούσε ολόγυρα μπερδεμένος. Όλο αυτό έμοιαζε με ψυχολογικό βασανιστήριο, ώσπου είδαν τον Ναπολεόν να αποχωρεί με τρόπο. Τότε, κοιτάζοντας το σκυφτό του σώμα να αποσύρεται, η γυναίκα του κατάλαβε. Ξαφνικά όλα έβγαζαν ένα άθλιο και αρρωστημένο νόημα. Όλα εκείνα τα βράδια που δήθεν υπνοβατούσε, όλες εκείνες τις στιγμές που δήθεν χανόταν, εκείνος κυνηγούσε αθώες γυναίκες και ασελγούσε επάνω τους. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της και το μόνο που ούρλιαξε ήταν :

«Κάθαρμα!»

Στο άκουσμα της συγκεκριμένης κουβέντας, ο κόσμος πάγωσε. Μονάχα η Ζακελίν και η Ατζέλικα, φάνηκαν ελαφρώς πιο ψύχραιμες. Η Ελοντί είχε βάλει και τα δύο της χέρια στο στόμα της, ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της. Η ψυχολογία της ακροβατούσε επικίνδυνα, μα η καθησυχαστική αγκαλιά του Φιλίπ, πέταξε από πάνω της ένα βάρος. Εκείνη ωστόσο που φαινόταν χλωμή, έτοιμη να λιποθυμήσει, ήταν η Ναταλί. Η ανάσα της κοβόταν και με το ένα της χέρι βαστούσε την καρδιά της. Είχε εμφανώς λαχανιάσει, ενώ μερικά μέτρα μακριά της στεκόταν ο Ναπολεόν.

«Είσαι ένα κτήνος!» του ούρλιαξε «Καλύτερα να ψοφήσεις, να μην σε ξαναδώ ποτέ! Αλήτη!» συνέχιζε να βρίζει, μέχρι που η καρδιά της την πρόδωσε και εκείνη γονάτισε στην γη.

Ευθύς ο Φιλίπ έτρεξε να την σηκώσει, ενώ ο Ναπολεόν κοιτάζοντας πίσω του για τελευταία φορά, ξεκίνησε να τρέχει με κατεύθυνση το δάσος. Όπως ήταν φυσικό, ο κόσμος εξαγριωμένος ξεκίνησε να τον κυνηγά με μανία, ωστόσο ήταν βράδυ και η θολούρα της ομίχλης λειτουργούσε υπέρ του. Άπαντες, είχαν ξεχυθεί στα γύρω δάση, με σκοπό να τον λιντσάρουν, να γδάρουν το τομάρι του και να το κρεμάσουν στην πλατεία.

Πίσω έμειναν οι κοπέλες, μαζί με τον Φιλίπ και έναν νεαρό που τους έκανε σήμα να βάλουν στο αυτοκίνητο την γυναίκα και να πάνε όλοι στο νοσοκομείο.

«Ο Ντεάν;» ξύπνησε ξαφνικά η Ζακελίν, η οποία πάνω στον αναβρασμό των γεγονότων, ένιωθε μία απώλεια, αλλά το μυαλό της δεν βοηθούσε να θυμηθεί νωρίτερα.

«Ζακελίν, ο Ντεάν είναι σοβαρά. Δέχτηκε μία σφαίρα κοντά στην καρδιά. Τον έχουν σε πλήρη καταστολή, δεν γίνεται αλλιώς» της είπε η Ελοντί και εκείνη έβαλε τα κλάματα.

«Αχ, κάνε Θεέ μου να είναι καλά το αγοράκι μου...ο Ντεάν μου...»ξεκίνησε τους λυγμούς ενώ δίπλα της ο Φιλίπ πηγαινοερχόταν νευρικά. Εξαιτίας του, ο αδερφός του χαροπάλευε στο νοσοκομείο.

«Θα έρθω μαζί σας. Θέλω να είμαι δίπλα του όταν θα ξυπνήσει, γιατί θα ξυπνήσει, είμαι σίγουρος» τους ανακοίνωσε και όλοι μαζί, εκτός από την Ατζέλικα, μπήκαν στο αυτοκίνητο. Λίγο πριν φύγει, η Ζακελίν την πλησίασε διστακτικά.

«Θέλει θάρρος για να ομολογείς αλήθειες. Απόψε, μας έσωσες όλους. Ευχαριστούμε» της είπε και είδε και την Ελοντί να εμφανίζεται.

«Εμείς δεν κάναμε καλή αρχή. Ομολογώ, πως ίσως από μέσα μου να μην καταφέρω να ξεριζώσω ποτέ την απάτη, μα θαρρώ πως αν η σχέση μου δεν είχε ρωγμές, το νερό δεν θα μπορούσε να μπει. Απόψε, έκανες μία κίνηση ξεχωριστή. Έσπασες τις αλυσίδες που κρατούσαν κλειδωμένη μία ανθρώπινη ψυχή. Αυτό μου δίνει την αφορμή να σκεφτώ, πως ίσως μελλοντικά να λέμε έστω και μία καλημέρα στο δρόμο» τελείωσε και η Ατζέλικα τοποθετώντας το χέρι στην καρδιά της, την ευχαρίστησε. Η Απολλίν την περίμενε να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Όσο για τον Πιέρ, μάζευε ήδη τα πράγματά του, με προορισμό το Παρίσι.

Ιφιγένεια Μπακογιάννη