Κυνικά αθώος, του Αναστάσιου Αναστασιάδη

Κλότσησε εκνευρισμένος τα χαλίκια κάτω από τα πόδια του και τ’ άκουσε να σκάνε δεξιά κι αριστερά μέσα στο σκοτάδι. Ένα αναπάντεχο κρύο ρεύμα έσπρωξε τα θεόρατα κυπαρίσσια και το θρόισμά τους σφύριξε τον πένθιμο σκοπό του κάτω από τις σκιές της παρ’ ολίγον ολόγιομης σελήνης. Το κροτάλισμα από τα τζάμια στην πίσω πλευρά του ασβεστωμένου μαντρότοιχου κόντευε να ξεσηκώσει τους ενοίκους του κοιμητηρίου από τον αιώνιο ύπνο τους. Σήκωσε ως τ’ αφτιά το δερμάτινο παλτό του, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα και με την κάλυψη του αριστερού του χεριού κατάφερε να το ανάψει, στην τρίτη προσπάθεια.

Ο παγωμένος αέρας του ξύριζε το πρόσωπο και οι αλλεπάλληλοι θόρυβοι της βαθιάς νύχτας έκαναν το στομάχι του να σφίγγεται, μα δεν υπήρχε χρόνος για λιποψυχίες. Τράβηξε δυο τζόυρες ακόμη απ’ το τσιγάρο κι έπειτα το έμπηξε με τη μύτη του παπουτσιού του βαθιά στο χώμα, μισοκαμμένο. Έβγαλε από την εσωτερική του τσέπη το κομμάτι χαρτιού που ήταν υπεύθυνο για τις νυχτερινές του ανησυχίες, το ξεδίπλωσε κι έμεινε να το παρατηρεί κάτω από το χλωμό φως του ξάστερου ουρανού. «Στο σΠΗτΙ ΤοΝ ΝΕΚΡωΝ-εκΗ ΘΑ ΒΡηΣ τις ΑπΑΝΤιΣΣΕΙΣ σΟΥ», διάβασε για πολλοστή φορά το επιτηδευμένα ανορθόγραφο σημείωμα που είχε βρει κάτω από την πόρτα του γραφείου του.

Από καιρό είχε παρατήσει τη συμβατική έρευνα ως άξεστος ιδιωτικός ερευνητής. Τον τελευταίο χρόνο είχε στραφεί στην ανεύρεση εξαφανισμένων ζώων συντροφιάς, δίχως βέβαια να έχει εγκαταλείψει και τον άξεστο χαρακτήρα του.

Έδειχνε περισσότερο συμπαθής στα ευγενή τετράποδα παρά σ’ εκείνους του δικού του είδους. Παραδόξως, οι δουλειές πήγαιναν καλά, με τις τσέπες του να παραμένουν φουσκωμένες συνεχώς. Όμως δεν θα αργούσε η στιγμή που αυτή η φούσκα θα έσκαγε, μιας και δεν είχε καταφέρει ούτε μια φορά να ενημερώσει κάποιον ιδιοκτήτη για θετικό αποτέλεσμα.

Το σημείωμα τον είχε οδηγήσει στα κοιμητήρια της περιοχής. Δεν απαιτούνταν και ιδιαίτερο μυαλό ώστε να κάνει τον συσχετισμό με την τελευταία κατοικία στην οποία αναφερόταν το μήνυμα. Κρυμμένος ανάμεσα στους θάμνους και τον μαντρότοιχο δεν είχε παρατηρήσει οποιαδήποτε κίνηση εδώ και ώρα. Είχε έρθει η στιγμή να ερευνήσει τον χώρο πίσω από τον ασβεστωμένο φράχτη, εκεί που μονάχα οι νεκροί μπορούσαν ν’ αναγνωρίσουν την ακατάληπτη γλώσσα του θανάτου.

Η καγκελόπορτα έστεκε μισάνοιχτη, με τα ξέφτια της μαύρης μπογιάς ν’ αποκαλύπτουν το σκουριασμένο μέταλλο και την απερίγραπτη υγρασία να έχει ποτίσει τόσο το χώμα κάτω από τα χαλίκια όσο και το παγωμένο λευκό μάρμαρο που απλωνόταν, απ’ άκρη σ’ άκρη. Μια ορδή από νυχτοπούλια πέταξε ψηλά στον σκούρο μπλε ουρανό και ένας αναπάντεχος αλαλαγμός πέρα από τη συστοιχία των δέντρων, ίδιος με κλάμα μωρού, διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν περίμενε ότι θα φοβόταν ποτέ του σ’ ένα τέτοιο μέρος. Άλλωστε, δεν είχε να φοβηθεί το παραμικρό απ’ τους νεκρούς ενοίκους του. Κι όμως, ένιωθε ότι ανάμεσά τους παραμόνευε κάτι ακόμη. Το ένστικτό του δεν τον πρόδιδε ποτέ.

Άναψε τον φακό του και προχώρησε. Η αλήθεια ήταν ότι δε γνώριζε τι ακριβώς έψαχνε. Προσπέρασε μαρμάρινα μνημεία, αγνόησε μια ντουζίνα από σαπισμένα άνθη μιας πρόσφατης κηδείας και αναγκάστηκε να περάσει πάνω από τάφους, καθώς οι πολυάριθμες μαρμάρινες κατασκευές άφηναν ανύπαρκτα περάσματα ανάμεσά τους. Μέχρι που η τρεμάμενη φωτεινή δέσμη -υπό την επήρεια του παγωμένου χεριού του- έπιασε μια ανεπαίσθητη λάμψη στο βάθος. Κάτι που ταλαντευόταν σαν εκκρεμές στην πνοή του ανέμου.

Με τον φακό να φωτίζει πέρα δώθε άρχισε να τρέχει, αψηφώντας τον κίνδυνο να σκοντάψει στο ανώμαλο έδαφος ή να γλιστρήσει στα βρεγμένα μάρμαρα. Έφτασε λαχανιασμένος μπροστά στο αντικείμενο που του αποκάλυψε ο φακός και η καυτή του ανάσα σχημάτισε αμέσως ένα υγρό νέφος σε απόσταση λίγων εκατοστών απ’ το πρόσωπό του. Ένας μαρμάρινος σταυρός με χαραγμένο ένα ονοματεπώνυμο επάνω του σηματοδοτούσε την εν ζωή πίστη του ανδρός που κείτονταν λίγα μόλις μέτρα στο χωνεμένο έδαφος, υπό τη σκέπη της μαρμάρινης πλάκας. Στο αριστερό μπράτσο του θρησκευτικού συμβόλου κρεμόταν κάτι ασυνήθιστο για ένα τέτοιο μέρος: ένα σκυλίσιο κολάρο με μια ταυτότητα, έτοιμο να παρασυρθεί από την ορμή του βοριά και ν’ ακολουθήσει την μακάρια μελωδία που δημιουργούσε ο άνεμος ανάμεσα στα θεόρατα κυπαρίσσια.

Έσκυψε και το πήρε στο χέρι του. Έφερε το κολάρο μπροστά στο πρόσωπό του κι έριξε την δέσμη του φακού στην επίχρυση ταυτότητα. «Σκατά», αναφώνησε και η αγανάκτησή του αντήχησε στο πυκνό σκοτάδι του κοιμητηρίου.

Έσφιξε το κολάρο στη γροθιά του κι ένιωσε τα νύχια να τρυπάνε το δέρμα της παλάμης. Έριξε μερικές προσεκτικές ματιές γύρω του μέχρι εκεί που επέτρεπε ο φακός κι έπειτα ξαναδιάβασε προσεκτικά το όνομα και τα στοιχεία της ταυτότητας, επιβεβαιώνοντας τις αρχικές του υποψίες. Όχι, δεν έκανε λάθος. Ήταν το κολάρο του τετράποδου που αναζητούσε. «Σκατά», επανέλαβε.

Μια ακόμη αποτυχία θα συμπλήρωνε την ήδη μακριά λίστα του. Η καριέρα του ως ιδιωτικός ερευνητής ήδη έπνεε τα λοίσθια. Μπορούσε να φανταστεί την απογοήτευση της μεσήλικης ευκατάστατης πελάτισσάς του να διαγράφεται στα τραβηγμένα από τις αισθητικές επεμβάσεις χαρακτηριστικά του προσώπου της. Όχι ότι η απώλεια του καημένου τετράποδου θα τον επηρέαζε ψυχικά, κάθε άλλο. Ο άξεστος χαρακτήρας του υπερίσχυε των συναισθημάτων. Αυτό που τον προβλημάτιζε πρωτίστως ήταν εάν θα κατάφερνε να της αποσπάσει το υπόλοιπο της προκαταβολής που είχε εισπράξει για την έρευνα.

Ένα δυνατό χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού διέκοψε τον προβληματισμό του, ρίχνοντας μια μαύρη κουρτίνα στα μάτια και τις αδιανόητες σκέψεις του. Η απαίσια αίσθηση του βρεγμένου χώματος στα χείλη του και η οδυνηρή μυρωδιά του θανάτου να τον στριμώχνει πεισματικά στη στενάχωρη, χωμάτινη τάφρο με την ξύλινη επένδυση, τον έκαναν να πανικοβληθεί. Ο οξύς πόνος από το χτύπημα στο κεφάλι είχε παραχωρήσει τη θέση του στην κλειστοφοβία και τον πανικό. Η ύπτια θέση στην οποία βρισκόταν του επέτρεπε να δει τους φωτεινούς σχηματισμούς των αστεριών μέσα στο βαθύ μπλε φόντο του φθινοπωρινού ουρανού κι όσο η όρασή του επανερχόταν από το λιποθυμικό επεισόδιο τόσο αντιλαμβανόταν το πόσο βαθιά είχε βρεθεί στον λάκκο, αλλά και στο αναπάντεχο πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει.

Κοίταξε δεξιά-αριστερά. Μαύρο παντού. Ρίζες εξείχαν από τα σαθρά τοιχώματα. Μια ανεπαίσθητη κίνηση στ’ αριστερά των ποδιών του κι ύστερα μια φολιδωτή κινούμενη σκιά που αποκαλύφθηκε στη χλωμή πανσέληνο. Τραβήχτηκε πανικόβλητος στην αντίθετη κατεύθυνση. Άκουσε κόκκαλα να συνθλίβονται και το δέρμα του αναρίγησε στο χάδι της αφυδατωμένης, στεγνής σάρκας του νεκρού συγκατοίκου του. Δεν χρειαζόταν καθαρότερο μυαλό για να συνειδητοποιήσει ότι βρισκόταν σε έναν ανοιγμένο τάφο, κι όχι μόνος. Άρχισε να ουρλιάζει και να χτυπιέται πέρα δώθε, όσο του επέτρεπε ο στενός χώρος, το σαπισμένο φέρετρο και το άψυχο σώμα δίπλα του.

Μια ανθρώπινη φιγούρα στάθηκε με ανοιχτά τα πόδια πάνω από το άνοιγμα, κρύβοντάς του το ελάχιστο φεγγαρόφως που έφτανε στα μισά της απόστασης από την επιφάνια του εδάφους όπου βρισκόταν. Η ανδρική φιγούρα τραντάχτηκε από τα γέλια τη στιγμή που ο ίδιος έκλαιγε με λυγμούς, σαν φοβισμένο κουτάβι.

«Συγνώμη που δεν κατάφερα να σου εξασφαλίσω πιο άνετο δωμάτιο», ειπε και συνέχισε να γελά λυσσασμένα, με έναν τρόπο που δεν έμοιαζε διόλου φυσιολογικός.

Ο χαρακτηριστικός τόνος της φωνής του έκανε τον ιδιωτικό ερευνητή να ξεχάσει κάθε κλειστοφοβικό συναίσθημα. Το γνώριζε αυτό το γρέζι που έμοιαζε να γδέρνει να φωνήεντα.

«Τι ζητάς από ‘μένα, νεκροθάφτη;»

Οι λέξεις κατάφεραν να βγουν από τα χείλη του, να ταξιδέψουν δυο μέτρα πιο ψηλά από εκεί που είχε εγκλωβιστεί και να ανακατευτούν με τον απόηχο της ζοφερής νύχτας.

«Είμαι εδώ για να σε απαλλάξω μια για πάντα από τη μίζερη ζωή σου», έξυσε με μανία το μπράτσο του και συνέχισε: «Είμαι ο άνθρωπος που βοηθάει τους απελπισμένους να φύγουν απ’ τον μάταιο τούτο κόσμο. Εγώ τους ετοιμάζω το λάκκο που θα αναπαύσουν αιώνια το κορμί τους, τους σκεπάζω με το χωμάτινο πέπλο τους, τους περιποιούμαι και τους φροντίζω μέχρι να χαθεί κάθε ίχνος τους από προσώπου γης».

Ο νεκροθάφτης πήρε μερικές βαθιές ανάσες, θέλησε να συνεχίσει το λογύδριο του μα δεν τα κατάφερε. Έμοιαζε λαχανιασμένος.

«Και γιατί να μου τα κάνεις όλα αυτά, μου λες;» έφτυσε την ερώτηση ο ιδιωτικός ερευνητής δίχως να περιμένει κάποια λογική εξήγηση. Κέρδιζε απλώς χρόνο. Τα γρανάζια του μυαλού του δούλευαν με φρενήρη ρυθμό.

«Είχες φτάσει πολύ κοντά, ντετέκτιβ. Αργά ή γρήγορα θα μάθαινες ποιος ξεπαστρεύει τα αναθεματισμένα τετράποδα της πόλης....» ξύθηκε με μανία στο μπράτσο. Οι λέξεις έβγαιναν από τα χείλη του σε συλλαβές. Οι ανάσες του ακουγόντουσαν κοφτές και πιο πυκνές από πριν. Ήταν αναμφίβολα βαριά άρρωστος.

«Εσύ! Εσύ κρύβεσαι πίσω από όλες αυτές τις εξαφανίσεις…» προσπάθησε να φανεί ξαφνιασμένος και να κρύψει τις επόμενες κινήσεις του, εκμεταλλευόμενος τις σκιές του λάκκου.

Ο άνδρας ξέσπασε σε ένα φλεγματώδη, έντονο βήχα. Η κατάστασή του πήγαινε από το κακό στο χειρότερο.

«Πού τα έχεις κρυμμένα, μου λες;» συνέχισε να του αποσπά την προσοχή καθώς ξεκούμπωνε το δεκαεννιάρι Glock από τη θήκη στη μασχάλη του.

Ο άνδρας του έδειξε τον περιβάλλοντα χώρο του κοιμητηρίου.

«Παντού!» αναφώνησε. «Ένα για κάθε τάφο, ντετέκτιβ. Ένα για κάθε νεκρό. Και τώρα ήρθε και η δική σου σειρά να γίνεις ένα από εκείνα τα κουτάβια που θα κρατάει συντροφιά στους αγαπημένους μου φιλοξενούμενους».

Ο κρότος έσκασε με πάταγο στη κορύφωση της παράξενης νύχτας του Οκτώβρη. Η σφαίρα του Glock βρήκε με απόλυτη επιτυχία τον άνδρα στο στήθος και η βαρύτητα τράβηξε το άψυχο, άρρωστο σώμα του στον πάτο του ανοιγμένου τάφου, στριμώχνοντας ακόμη περισσότερο τον ιδιωτικό ερευνητή ανάμεσα στον πανικό και την κλειστοφοβία που κόντευε να ξεχάσει.

Έσπρωξε αηδιασμένος τον καινούργιο επισκέπτη στη πλευρά του αποσυντεθειμένου σώματος. Ο νεκροθάφτης έμοιαζε να βράζει από τον πυρετό. Έβγαλε τον φακό του και φώτισε τον καινούργιο του συγκάτοικο. Η πληγή στο σημείο του έντονου κνησμού έμοιαζε ιδιαιτέρως μολυσμένη. Τα μάτια του ήταν ερεθισμένα και οι κόκκινες νευρώσεις στο λευκό των βολβών κόντευαν να εκραγούν. Δεξιά κι αριστερά στα χείλη του υπολείμματα από τα σάλια του έδειχναν να αφρίζουν ακόμη. Παρ’ όλη την άσχημη εικόνα του δεν ήταν δύσκολο να τον αναγνωρίσει. Πράγματι, ήταν ο ίδιος παράξενος άνδρας που είχε συναντήσει τυχαία στις δυτικές συνοικίες της πόλης την προηγούμενη εβδομάδα κι οι απαντήσεις που είχε προθυμοποιηθεί να του δώσεις στις στοχευμένες ερωτήσεις του είχαν αποπροσανατολίσει την έρευνά του. Η εξέλιξη αυτή τον προβλημάτισε από την πρώτη στιγμή, τώρα όμως μπορούσε να δικαιολογήσει εκείνον τον προβληματισμό. Ο νεκροθάφτης φοβόταν ότι, αργά ή γρήγορα, ο ιδιωτικός ερευνητής ζώων θα βρισκόταν στα χνάρια του και τότε όλα θα τέλειωναν για εκείνον. Οι αγαπημένοι του φιλοξενούμενοι θα απέμεναν δίχως συντροφιά χωρίς κάποιον να νοιάζεται για εκείνους, ξεχασμένοι λίγα μόλις μέτρα κάτω από τη γη, με τη λευκή μαρμάρινη πλάκα να προσπαθεί να τους κρατήσει ζεστούς στις κρύες, μοναχικές βραδιές τους.


Επιμέλεια: Γιάννης Τζανής